Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

ΕΠΟ 22 - Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΜΟΣ Γ΄

ΚΕΦ.1ο ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΕΛΛΟΓΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΕ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΝΤ

1.1.  ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ: ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟΣ
18ος αιώνας:
- Ερμηνεία φύσης ως μηχανιστικό σύστημα και ενσωμάτωση ανθρώπου
- Ερμηνεία νου ως επεξεργαστής πληροφοριών που παρέχονται μέσω αισθήσεων
- Γνώση φυσικών αναγκαιοτήτων= χειρισμός πραγματικότητας= επίγεια ευδαιμονία
-Ανάδειξη επιστήμης ως ρυθμιστής σχέσεων ανθρώπου-φύσης κ οδηγός εξορθολογισμού κοινωνικών σχέσεων/θεσμών
- Νευτώνεια σύλληψη φυσικής πραγματικότητας= ύψιστο επίτευγμα
-Καθήκον φιλοσοφίας: γνωσιολογικές προϋποθέσεις βεβαιότητας νευτώνειας θεωρίας

Παράδοση ορθολογισμού= δογματισμός 
  •  Μόνο με τη δύναμη του Λόγου περιγράφεται με βεβαιότητα ο κόσμος (τάση που εκφράστηκε μέσα από σκέψη Leibniz και Wolf
  • Wolf: κριτήριο αλήθειας= αρχή «μη αντιφάσεως», στόχος= συστηματοποίηση συνόλου γνώσεως (απόδειξη θεμελιωδών αληθειών μέσα από λογική)
  • Περιεχόμενο φιλοσοφίας: μεταφυσική βεβαιότητα πρώτων αιτιών πραγμάτων
  • Αίτημα: συστηματικότητα-λογική συνοχή: σφράγισε φιλοσοφική Γερμανίας
  • Ορθολογικός δογματισμός: στηρίζεται σε λογικές ενοράσεις, παράγει λογικά φυσικούς νόμους από προφανείς-αυταπόδεικτες θεωρητικές αρχές που ενσωματώνουν φυσική εμπειρία και κανονικότητές της (δεν πηγάζουν, όμως, από παρατήρηση) – πηγή: Καρτέσιος (υποταγή επιστημονικής έρευνας στον καθαρό λόγο)

1.2 ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ
Σκεπτική εκδοχή αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού Hume
  • Θεμελιώδεις έννοιες επιστήμης= εκ των υστέρων συνόψιση εμπειρίας: 
Ισχύς ψυχολογική με βάση λειτουργία μνήμης (γνώμες/δοξασίες)
  • Επιστημονική γνώση= συστηματική ταξινόμηση εντυπώσεων παρατήρησης (όχι διείσδυση στην αντικειμενική ουσία)= σύνολο πεποιθήσεων χωρίς λογικό θεμέλιο. (Επιστήμη: περιγράφει το ό,τι κι όχι το διότι)
  • Αναγκαιότητα αιτιώδους αλληλουχίας= χωρίς εμπειρική θεμελίωση (ανθρώπινη εμπειρία= αναδρομική)
όχι εμπειρικά δεδομένα για μέλλον: προσδοκία= κανονικότητες προηγούμενης εμπειρίας= συνήθεια, έξη ανθρώπινου νου
  • Ψυχολογική ερμηνεία αιτιότητας= υπονόμευση κύρους επιστήμης (αντίδοτο στην άμετρη λογοκρατία του ορθολογισμού)

Καντ (1724-1804): διαμεσολαβητής μηχανιστικής σκέψης 18ου κ οργανισμικού ολισμού 19ου  = καταπολέμηση δογματικής έπαρσης ορθολογισμού, καθώς και ψυχολογισμού εμπειρισμού που καταργεί βεβαιότητα επιστήμης.
Στόχος: βεβαιότητα επιστημονικής γνώσης + συστηματική εμπειρική θεμελίωση (ορθά συστατικά δογματισμού κ εμπειρισμού= νέα θεωρία, νέα γνωσιολογία)




1.3 «ΚΟΠΕΡΝΙΚΕΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Κριτική του καθαρού Λόγου, Καντ: αποτινάσσει επιρροή Leibniz-Wolf, πρωτότυπη λύση γνωσιολογικού προβλήματος.
Ριζική αντιστροφή οπτικής= «κοπερνίκεια επανάσταση» στη φιλοσοφία
  • Αυστηρός διαχωρισμός λειτουργιών ανθρώπινου νου:
Αισθητικότητα= εμπειρικό περιεχόμενο θεωρητικής γνώσης
Νόηση= λογικοί τύποι που ενοποιούν κ οργανώνουν το περιεχόμενο αυτό (θεωρητικά σχήματα, συνδετικοί τύποι: εγγενείς τρόποι λειτουργίας νου)
Εμπειρία: μορφοποίηση πρωτογενούς υλικού μέσα από εξηγητικές μήτρες νου (όχι άτακτη εισροή αισθητηριακών δεδομένων): κατόρθωμα διάνοιας
Παρατήρηση: παρέχει υλικό εμπειρίας
  • Τα πράγματα ρυθμίζονται προς το νου κι όχι ο νους προς τα πράγματα.
  • Αντίληψη εξωτερικού πράγματος= Εγώ σκέφτομαι (συνείδηση με εγγενή δομή: διάνοια εξοπλισμένη με έμφυτες έννοιες που μορφοποιούν εμπειρία)
  • Αισθητηριακή εποπτεία= τυφλή χωρίς διάνοια
  • Επιστημονικές έννοιες= αναγκαίες και καθολικές: τύποι του νου κι όχι επαγωγικές γενικεύσεις (= όχι καθολική/αναγκαία αλήθεια). Νους= όχι tabula rasa
  • Καθολικότητα εννοιών=υπαρκτή ως λογική μορφή νου (όχι από παρατήρηση)
  • Αντίληψη νευτώνειας φυσικής ως σύστημα θεωρητικών εννοιών νου που συγκροτούν σε αιτιακό σύστημα κάθε δυνατή εμπειρία

1.4 ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ–ΟΥΣΙΑ, ΧΡΟΝΟΣ–ΧΩΡΟΣ: «ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΓΝΩΣΗ» ΚΑΙ «ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ»
  • Κάθε δυνατή εμπειρία= εκ των προτέρων αιτιωδώς συγκροτημένη (αιτιακή διασύνδεση: τρόπος σκέπτεσθαι)
Υπερβατολογική Λογική
- 4 βασικές μορφές λογικής κρίσης: Ποσότητα, ποιότητα, σχέση, τρόπος
- 12 a priori κατηγορίες: έμφυτος λογικός εξοπλισμός θεωρητικής συνείδησης (νου). Κρίσιμες:
  • Αιτιότητα: σταθερός λογικός τύπος, έμφυτη προδιάθεση
  • Ουσία: σταθερό οντολογικό υπόβαθρο, φορέας μεταβολών που δεν μπορεί να παρατηρηθεί. (Αντικείμενο= ουσία+ συμβεβηκός μεταβολές) [Δεν συλλαμβάνεται (ορθολογιστές), ούτε είναι λεκτική σύμβαση ή ψυχολογική έξη (εμπειριστές). Είναι λογικό αίτημα του νου.

Υπερβατολογική Αισθητική
- A priori μορφές αισθητικότητας (εποπτείας)= σταθερές μήτρες αισθητηριακών δεδομένων, εργαλεία σύλληψης κόσμου:
  • Χώρος
  • Χρόνος
Υποκειμενικές καταβολές χώρου/χρόνου: μπορούμε να νοήσουμε χώρο/χρόνο κενό από πράγματα, αλλά όχι πράγματα χωρίς θέση στο χώρο/χρόνο.
Υπερβατολογική Αισθητική + Υπερβατολογική Λογική= επιστημονική εξήγηση σε δύο στάδια:
α. τακτοποίηση παρατηρήσεων σε χρόνο/χώρο (χρονικές αλληλουχίες, χωρικές διασυνδέσεις),
β. επιλογή συναφειών με πιθανώς αιτιώδη χαρακτήρα,
γ. υποβάλλω υπόθεση σε πειραματικό έλεγχο
«Συνθετική a priori» γνώση: είμαστε εκ των προτέρων βέβαιοι για την αιτιακή συγκρότηση μιας εμπειρίας (αφού αιτιότητα= έμφυτος λογικός εξοπλισμός νου)= θεμελιώδης θεωρητική παραδοχή γνωσιολογίας Καντ
Πραγματολογικό υπόβαθρο:
  • Επιστήμες του χώρου (γεωμετρία) και του χρόνου (αριθμητική)= όχι αλήθειες αναλυτικές, αλλά συνθετικής γνώσης: λένε κάτι καινούριο για εμπειρική πραγματικότητα με απόλυτη αποδεικτική βεβαιότητα (καθαρή γνώση)= συνθετική a priori γνώση
  • Καθαρή φυσική επιστήμη (θεμελιακοί νόμοι)= συνθετική γνώση: χρησιμοποιώντας κατηγορίες αιτιότητα/ουσίας, λέει κάτι καινούριο για δομή πραγματικότητας) και a priori γνώση: εξηγήσεις βασίζονται σε αναγκαιότητα και καθολικότητα (επιστημολογικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν βέβαιες προβλέψεις)

Καντιανό συμπέρασμα: για να είναι δυνατή η συνθετική a priori γνώση (επιστήμες), ο θεωρητικός νους πρέπει να είναι εξοπλισμένος με a priori μορφές χώρου/χρόνου και a priori κατηγορίες ουσίας/αιτιότητας.

Υπερβατολογικό επιχείρημα (απόδειξη)= τύπος φιλοσοφικού επιχειρήματος που εκκινώντας από δεδομένη θεωρητική πραγματικότητα (επιστήμες) ερευνά γνωσιολογικές προϋποθέσεις της.
Υπερβατολογική γνώση: ερευνά λογικές αρχές που προηγούνται της εμπειρίας (όχι γνώση πραγμάτων πέρα από εμπειρία).
Υποκείμενο επιστημονικής γνώσης= υπερβατολογική ενότητα γνωστικής συνείδησης (a priori μορφές αισθητικότητας+a priori λογικές κατηγορίες)

1.5 Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
  • Απαγόρευση «νοητικής εποπτείας»
  • Οι a priori έννοιες από μόνες τους ΔΕΝ αποτελούν γνώση εμπειρικής πραγματικότητας, είναι απολύτως κενές
  • Αισθητηριακά δεδομένα= αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη γνώσης
a priori έννοιες + εμπειρικό περιεχόμενο= γνώση (σύζευξη εννοιών+φύση)

1.6 ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΚΑΙ «ΠΡΑΓΜΑ ΚΑΘΑΥΤΟ»
Φαινόμενο (βασικός τεχνητός όρος καντιανής γνωσιολογίας)= παραστάσεις που υπάρχουν μέσα σ΄ ένα γνωστικό υποκείμενο
Θεμελιακός γνωσιολογικός περιορσμός: ο επιστημονικός νους γνωρίζει κ εξηγεί τα πράγματα μόνο ως φαινόμενα εξαιτίας της κατασκευής του νου= κριτικός χαρακτήρας καντιανής θεωρίας: ανασκευή φιλοσοφικών προσεγγίσεων όπως ο ορθολογικός δογματισμός
Μεταφυσική= όχι επιστήμη, αλλά επέκταση χρήσης θεωρητικού λόγου: α. η μία θεωρία αναιρεί την άλλη, δεν χτίζει, β. αδύνατος ο έλεγχος της αλήθειας (αυθαίρετες ενοράσεις) – ενσωμάτωση αντιμεταφυσικής αιχμής Hume στη θεωρία του Καντ
Γνώση= γνώση για μια συνείδηση, διαμεσολαβείται από αντιληπτικά/λογικά όργανα.
Πράγμα καθαυτό= πέρα από κάθε δυνατότητα γνώσης (όχι δυνατότητα επαφής ανεξάρτητης από τρόπους αντίληψης), δεν αντιστοιχεί με εμπειρικό αντικείμενο, υποθετική οντότητα, νοούμενο


1.7 ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ BERKELEY. ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ
Αϋλοκρατία Berkeley: τα υλικά πράγματα δεν έχουν υπόσταση έξω από νου (ταύτιση πράγματος με αισθητηριακή αντίληψη)
Καντ:
  • δεν ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν φυσικά όντα έξω από νου και από τεχνική δυνατότητας για παρατήρηση.
  • Το «πράγμα καθαυτό» είναι μεν απροσπέλαστο στη θεωρητική γνώση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Χωρίς αυτό δεν θα είχαν υπόσταση τα φαινόμενα (ρεαλιστικό υπόβαθρο φαινομενικότητας).
  • Αισθητηριακές εντυπώσεις από κάπου προέρχονται (όχι παραγωγή νου από το τίποτα).
  • Φαινομενικότητα= αντικειμενική νομοτελειακή τάξη που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε υποκείμενο γνώσης κ πράγμα καθαυτό, όπου αντικειμενικότητα= διϋποκειμενική ισχύ (κοινή σε όλους) 
  • Παραστάσεις συνείδησης έχουν κανονικότητα κ υποχρεωτικότητα (αποκλείει σολιψισμό: την ιδέα ότι το μόνο που υπάρχει είναι συνείδηση)
Σχέση φαινομενικότητας και πραγμάτων καθαυτά:
- σεβασμός στην κριτική απαγόρευση γνώσης σχετικά με νοούμενα
- όχι εξάλειψη ρεαλιστικού υποβάθρου φαινομενικότητας
1η εκδοχή:
  •  Τα πράγματα καθαυτά είναι αιτία των φαινομένων και σταθερής δομής τους
  • Αναλογική αντιστοιχία φαινομένου-αιτίας (νοούμενου): κατεύθυνση θεωρίας ειδών πλατωνικού τύπου=  ανάσταση δογματικής μεταφυσικής
2η εκδοχή (σ΄ αυτή κλίνει ο Καντ):
  • Έμφαση σε οντολογική ασυμβατότητα φαινομένων-νοουμένων (εξασθένιση ρεαλιστικού υποβάθρου: κοντά σε συλλογικό σολιψισμό)
  • Αφοσίωση στη μελέτη φαινομενικότητας κ επιστημονική διάγνωση νομοτελειών της.
Ενστάσεις από Mendelssohn (Καντ=καταστροφέας των πάντων), και Jacobi (κατηγορία για οντολογικό μηδενισμό: άρνηση αντικειμενικού Είναι)
Απάντηση Καντ:
-          Τονισμός γνωσιολογικού χαρακτήρα θεωρίας του= όχι απόρριψη αυθύπαρκτης υπόστασης υλικών πραγμάτων έξω από τη συνείδηση
-          Γνώση κόσμου= δεδομένα αισθητηριακής αντίληψης (υποκειμενική διάσταση): αναπόφευκτος ο μετριοπαθής σκεπτικισμός ή αγνωστικισμός
-          Αν ναι στην νοητική εποπτεία (που απαγορεύεται από Καντ) τότε κατάρρευση οικοδομήματος επιστήμης
Εισήγηση ασθενούς ερμηνείας διάκρισης νοουμένων-φαινομένων μετα-καντιανών φιλοσόφων για να διασωθεί λογική συνοχή καντιανής σύλληψης:
-          νοούμενα-φαινόμενα: όχι ξεχωριστοί κόσμοι, αλλά διαφορετικές θεωρήσεις της μίας και ενιαίας πραγματικότητας
-          υπερβατολογικός ιδεαλισμός= γνωσιολογική και μεθοδολογική τοποθέτηση (όχι μεταφυσική)
α. αναγνώριση ορίων φύσης ανθρώπινης γνώσης,
β. απόρριψη υιοθέτησης θεοκεντρικής σκοπιάς



1.8     ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ. ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΝΑΣΚΕΥΗ «ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΣ» ΓΙΑ ΥΠΑΡΞΗ ΘΕΟΥ
Σύνοψη καντιανής γνωσιολογίας: έκτυπος νους ανθρώπου αδύνατο να εξομοιωθεί με αρχέτυπο νου Θεού (ενορατική γνώση ουσίας Του, Νοείν=Είναι)
Θεός: εποπτεία Όλου (είναι έξω και μέσα)
Άνθρωπος: εποπτεία τμημάτων της πραγματικότητας (είναι μέσα) – γνώση= εντυπώσσεις, ιδέες= όχι εγγυημένη αντιστοιχία με πραγματικότητα
Πρόβλημα μεταφυσικής= αθέμιτη χρήση θεωρητικής σκέψης: προσπάθεια γνώσης πραγμάτων έξω από όρια δυνατής εμπειρίας
Υπέρβαση ορίων νου= περιοχή «καθαρού λόγου» (αντικείμενα χωρίς εμπειρική υπόσταση πχ Κόσμος, Ψυχή, Θεός= παραλογισμός, αντινομίες): διαλεκτική καθαρού λόγου (αυτοαναιρούμενες ενοράσεις)
Νοητές οντότητες= υφίστανται δυνάμει (όχι εμπειρικά), παράγονται από λογικό αίτημα/επιθυμία Ολότητας. Χρήσιμες μόνο ως «ρυθμιστικές ιδέες» για προσανατολισμό μέσα στον κόσμο.
Συστηματική ανασκευή από Καντ αποδείξεων ύπαρξης Θεού: απόρριψη φυσικοθεολογικών επιχειρημάτων (ωραιότητα κόσμου= Ύψιστος Δημιουργός)
Απόρριψη οντολογικού επιχειρήματος (σύλληψη ιδέας υπέρτατου= ύπαρξή του)
-          Ύπαρξη: όχι κατηγορούμενο ενός ονόματος ουσιαστικού (όχι γνώρισμα)
-          Σκέψη πράγματος: δεν συνεπάγεται και ύπαρξή του
-          Οντολογικό επιχείρημα= ταύτιση εννοιών-πραγμάτων (πλάνη)
Αναγνώριση από Καντ γοητείας: έκσταση νου (έναστρο στερέωμα + ηθικός νόμος= στροφή προς θεότητα)
Γνωσιολογική ταπεινοφροσύνη: λύτρωση από γνωστικό κενό, όχι δικαιοδοσία σε θέματα πέρα από όρια διάνοιας (αντίληψης)= κληρονομιά Καντ

Φιλοσοφική αποκατάσταση οντολογικού επιχειρήματος αργότερα από Hegel.

1.9     ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΩΣ «ΠΡΑΓΜΑ ΚΑΘΑΥΤΟ»
Δίοδος προς νοούμενα: όχι επιστημονική γνώση, αλλά πρακτική βεβαιότητα= οδός ηθικού αναστοχασμού
  • Ηθική πράξη= έλλογη συμπεριφορά που υπερβαίνει φυσικό καταναγκασμό κ μηχανική νομοτέλεια φύσης (πράξη σύμφωνα με έννοια δέοντος: αναμφισβήτητη πραγματικότητα)
  • Ηθικός άνθρωπος= πράττει το σωστό ακόμα κι αν βλάπτει το συμφέρον του

Μέλημα υπερβατολογικού αναστοχασμού: προϋποθέσεις πραγμάτωσης ηθικής ζωής:
  • Άνθρωπος= αυτοκαθοριζόμενο υποκείμενο (κανόνες= συνείδηση απαλλαγμένη από εξωτερικό καταναγκασμό)
  • Νοητική εποπτεία (απαγορευμένη για θεωρητική σκέψη): αφετηρία ηθικού αναστοχασμού= διανοητική πράξη αντίληψης εαυτού ως ον που δύναται να απαλλαγεί από φυσικό καθορισμό
  • Αυτογνωσία= όχι επιστημονική γνώση, ναι πρακτική πίστη για κατανόηση πραγματικότητας ηθικής πράξης. Θεμέλιο πίστης=ηθικό βίωμα (άμεση επίγνωση εαυτού ως φορέα θεμελιακής ελευθερίας για επιλογή στόχων που δίνουν νόημα-αξία στη ζωή)
  • Φυσική διάσταση= αναγκαιότητα φυσικών νόμων
  • Ενορατική γνώση εαυτού ως αυτόβουλου όντος= ηθική αυθορμησία: ουσία Εγώ ως «πράγμα καθαυτό»
  • Θεμελίωση ηθικότητας: σφαίρα υπεραισθητού
  • Θεωρητική γνώση= όχι αυτοσκοπός, αλλά προπαρασκευαστικός αναβαθμός σε μια τελολογική δυναμική συνείδησης προς έννοια αγαθού. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει για να γνωρίζει, αλλά για να πράττει.
  • Υπέρτερος φιλοσοφικός στόχος: διακρίβωση κριτηρίων για έλλογη πράξη= πρωτοκαθεδρία/πρωτείο πρακτικού λόγου (προϋποθέσεις ηθικής συγκρότησης ζωής)

1.10  ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ
Πρακτικός λόγος= θεμελιώση καθαρής ηθικότητας (προϋπόθεση έλλογης πράξης)
  • Ουσιώδεις επιλογές που δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη
  • Υποκείμενο πράξης: στη νοητή και μη εμπειρική του διάσταση

Κριτική ηθικών θεωριών περιόδου Διαφωτισμού: ηδονοθηρική θεώρηση αγαθού
  • Εμπειριστές/φυσιοκράτες: ευδαιμονία= πλήρωση βιοτικών αναγκών
Κριτήριο ηθικής ορθότητας= συνέπειες (αναγωγή αγαθού σε ανθρώπινη φυσικότητα= καταπολέμηση μεσαιωνικών αντιλήψεων για μεταθανάτιο προορισμό)
  • Ευδαιμονισμός: ωφέλεια= περιεχόμενο κ στόχος ηθικής πράξης
Φιλοσοφία ωφελιμισμού: εκ φύσεως έξεις προσανατολίζουν τον άνθρωπο (επιθυμητό= επιθυμητέο)
Καντ:
  • Ηθικότητα= επιδίωξη του δέοντος ως αυτοσκοπού (πέρα από ωφέλειες)
  • Υπολογισμός συμφέροντος – διακρίβωση δέοντος = αντιθετικές έννοιες (αν συμπέσουν: σπάνια επιθυμητή τυχαία συγκυρία)
  • Ικανοποίηση ή κέρδος από ηθική πράξη= όχι καντιανό κριτήριο
  • Ηθική= πράξη+αυτοσυνειδησία. (πόνος/δυσαρέσκεια=σημάδι ορθής πράξης)
  • Διαχωρισμός ψυχοσωματικής ευχαρίστησης από δέον (προτεσταντική επιρροή)
  • Καθαρισμός ηθικής σκέψης από κάθε φυσιοκρατική τάση= καθαρός τύπος ηθικότητας (πράξη σύμφωνα με συνείδηση)
  • Ωφελιμιστική ηθική: ετερόνομη (συνείδηση υπό φυσικής αιτιοκρατίας) – χρησιμοθηρία= κατάλυση έννοιας ηθικού κανόνα (σχετικότητα ωφέλειας): παραγωγός αδικίας (ιστορική εμπειρία ανθρώπινου είδους), προσπάθεια επαγωγικής εξαγωγής ηθικών κανόνων μέσα από μελέτη κανονικοτήτων εμπειρικών πράξεων = δικαιολόγηση ανηθικότητας (έτσι είναι αφού έτσι κάνουν όλοι)
  • Δεοντολογική προσέγγιση: αυτονομία (συνείδηση υποταγμένη στην αυτογνωσία της)

1.11  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΗΘΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ
Έννοια ηθικώς ορθού:
  • όχι εμπειρικές καταβολές (αίτημα πρακτικού λόγου)
  • δεν καθορίζεται από φυσική νομοτέλεια και επιταγές σωματικότητας
  • γνώση ηθικού ενοικεί σε κάθε λογιζόμενο Εγώ (υπερεμπειρική διάσταση ύπαρξής του)
  • ο άνθρωπος ως «πράγμα καθαυτό» είναι αυτόνομος (ετεροκαθορίζεται μόνο ως προς τη βιολογική του διάσταση)
  • δυνατότητα υπέρβασης εξωτερικού καταναγκασμού= έλλογη αυτοσυνειδησία (αυτό που γνωρίζει ότι οφείλει, μπορεί και να το πράξει) – ηθικός καταλογισμός= αξίωμα πολιτισμένης ζωής
  • απόδειξη αντικειμενικής πραγματικότητας ηθικής συμπεριφοράς: α. αξιολογική συγκρότηση πολιτισμου, β. έμφυτη συναίσθηση λογικού ανθρώπου
  • υπερβατολογική συνθήκη πραγματικότητας: πρωτογενής ελευθερία= οντολογικό χαρακτηριστικό συνείδησης, μεταφυσικό θεμέλιο ηθικού βίου (εξήγηση ελευθερίας= φιλοσοφικό ερώτημα αναπάντητο)

1.12 ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΩΣ ΤΥΠΙΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΟΤΗΤΑΣ
Ηθικός αναστοχασμός δεν διδάσκει ηθική συμπεριφορά (καθήκον=γνωστό, ηθική συνείδηση= έμφυτη σε κάθε έλλογο ον)
Φιλοσοφία: τυπικές/υποκειμενικές προϋποθέσεις ηθικής πράξης και συγκρότησης κοινωνίας ηθικώς αυτοσυνείδητων όντων.
  • Πράξη σύμφωνα με επιταγή δέοντος= βάση αξιοπρέπειας/αυτοεκτίμησης
  • Το καθήκον υποχρεώνει αφεαυτού
  • Υποκειμενική διάθεση, φρόνημα= ηθικότητα πράττοντος
  • Πράξη ηθική= το να βούλεται κανείς να πράττει το καθήκον (άσχετα με εμπειρικά αποτελέσματα)

1.13 «ΚΑΤΗΓΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΓΗ» ΚΑΙ «ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ»: ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ
Αναγνώριση καθήκοντος= κατηγορική προσταγή εσωτερικής φωνής (δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, θέτει προσανατολισμό που προσδίδει νόημα στην ύπαρξή μας)

Η πιο γενική/αφηρημένη διατύπωση κατηγορικής προσταγής:
  • Αίτημα πράξης ώστε ατομική πρακτική επιλογή να μπορούσε να γενικευτεί με μορφή καθολικού νόμου (πράξη που δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κανόνας γενικής ισχύος χωρίς να αυτοαναιρείται= ανήθικη)
Αναδιατυπώσεις κατηγορικής προσταγής για πιο στενή συνάφεια με εμπειρία (οδηγός ζωής):
  • Ηθικότητα= μεταχείριση έλλογων όντων ως αυτοσκοπούς κι όχι ως μέσα για εξυπηρέτηση επιδιώξεων προσωπικής ευδαιμονίας (άνευ όρων σεβασμός ηθικής αυτοτέλειας και προσωπικής ακεραιότητας του άλλου)
  • Βασίλειο των τελών= ιδεατή κοινωνία τέλειας δικαιοσύνης, κοινότητα αυτοσυνείδητων όντων που αλληλοαναγνωρίζονται ως ισότιμα ηθικά υποκείμενα.
Πολιτική τάξη= δημοκρατία (αυτοκυβερνώμενοι πολίτες, ταυτόχρονα νομοθέτες και εκτελεστές). Πράξη ορθού από εσωτερική πεποίθηση (όχι ανάγκη καταναγκαστικής πολιτικής εξουσίας)= ιδανική αναρχία
Πραγμάτωση βασιλείου των τελών: παγκόσμια ειρήνη (ομοσπονδία ίσων και ελεύθερων εθνών)
  • Κοσμοπολιτισμός (ιδέα ταύτισης κάθε έλλογης συνείδησης με κάθε άλλη)= ύψιστη πραγμάτωση ηθικού μας πεπρωμένου


1.21 «ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΧΩΡΙΣ ΣΚΟΠΟ» ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ. ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΝΤΙΑΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
Καλαισθητική αξία έργου τέχνης= τέλεια συναρμογή μερών του (=ιδέα Αριστοτέλη: μίμηση, Καντ: αναφορά στο Εγώ)
Όρος «αισθητική»: φιλοσοφική επινόηση Διαφωτισμού (αναγωγή καλλιτεχνικής εμπειρίας σε ειδική λειτουργία αισθητικότητας: στροφή προς υποκείμενο που θεωρεί, ιδιαίτερη λειτουργία της συνείδησης)
Καλλιτεχνική εμπειρία= υποκειμενική απόλαυση + ειδικού τύπου αξιολόγηση (γενική ισχύ)
Καντ: ερμηνεία έργου τέχνης με αναφορά στο Εγώ που προσλαμβάνει καλλιτέχνημα
  • Συνένωση αιτημάτων ορθολογισμού (καθολικότητα) και εμπειρισμού (τέρψη)
  • Ικανοποίηση από καλλιτέχνημα χωρίς την «έννοια» (όχι υπαγωγή του σε επιστημονικές ή ηθικές κατηγορίες)
  • Απουσία κάθε εξωγενούς στοχοθεσίας. Μέθεξη ως αυτοσκοπός.
  • Σκοπός= εσωτερικός (σκοπιμότητα χωρίς σκοπό): το ίδιο το καλλιτέχνημα, επίτευξη μορφικής αρτιότητας, συνοχής επιμέρους στοιχείων σύμφωνα με αρχή οργανικότητας (δεν μπορεί να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι χωρίς σαν καταστρέψει αισθητική του αξία)
  • Κινητοποίηση δυνάμεων συνείδησης (φαντασία, διάνοια) κατά τρόπο ελεύθερο προς κάθε φυσική αναγκαιότητα: αρμονική αλληλουχία δυνάμεων συνείδησης= βιώνει εαυτό της κ κόσμο ως ολότητα.
  • Αισθητικές κρίσεις συνείδησης που διεκδικούν διϋποκειμενική ισχύ (καθολικότητα ή γενικότητα)
  • Εξήγηση γενικής ισχύος αισθητηριακής αντίληψης: «υπερβατολογικό επιχείρημα» Καντ: δομικό χαρακτηριστικό ανθρώπινης συνείδησης (κοινή αισθητήρια ικανότητα έλλογων όντων) – καταγωγή ιδέας κοινής αίσθησης από Hume: προσπάθεια Καντ να την αποκαθάρει από ψυχολογικό περιεχόμενο [ειδική αισθητική απόλαυση από έργα φύσης = υψηλόν: δέος με καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά= αναστοχασμός ασυμμετρίας πεπερασμένου-άπειρου και μετουσίωση σε αισθητική αξία]
  • Προσπάθεια ορισμού αυτόνομου ρόλου καλλιτέχνη ως παραγωγού καλαισθητικής αξίας: υπέρ ριζικής ελευθερίας καλλιτεχνικής φαντασίας. Καλλιτέχνης= κατεξοχήν αυτενεργό υποκείμενο (υπακούει σε εσωτερικές ενοράσεις), νομοθετεί στην τέχνη
  • Ιδέα εμπνευσμένου ποιητή + αναβάθμιση ιδέας φύσης ως έμψυχης ολότητας= έκρηξη ρομαντικής φαντασίας πρώιμου 19ου αιώνα
(θεωρητικός τροφοδότης: Καντ)




ΚΕΦ. 2ο ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ: ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ
2.13 ΝΕΑΡΟΣ HEGEL. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ SCHELLING
Hegel (1770-1831) 19ος
Πρώτες φιλοσοφικές αναζητήσεις Hegel: θεωρητική αποτίμηση χριστιανισμού.
Ιστορική μέθοδος ερμηνείας των πολιτιστικών φαινομένων
Διπολικό σχήμα εποχής του (μετακαντιανές ερμηνείες):
- Καντ+Jakobi+Fichte (αναστοχαστικός υποκειμενισμός: αποκοπή συνείδησης από κόσμο)
- Schelling (φιλοσοφία ταυτότητας: ενοποίηση συνείδησης/κόσμου)
Hegel: υπεράσπιση Schelling
  • Αναστοχαστική κριτικότητα= πολιτισμός διχασμών
  • Φιλοσοφία= αίτημα διαμεσολάβησης (σύνθεση αντιθέτων)
Διαφορές από Schelling
  • Όχι όρος «αδιαφορία», αλλά «ταυτότης εν διαφορά»
  • Απόλυτο= όχι κατάργηση αντιθέτων, αλλά περιέχονται σε λανθάνουσα μορφή
  • Εγγενής αντιφατικότητα: έξοδος σε φαινομενικότητα φύσης κ ιστορίας
  • Αναστοχασμός= αποκοπή= ανάγκη επανένωσης= όχι κατάργηση αντιθέσεων, αλλά υπέρβασή τους
  • Στροφη Hegel προς εννοιολογική συγκρότητη πραγματικού.

2.14 ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΚΥΡΙΟΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ
Φαινομενολογία, Hegel (πρότυπο: ιστορία συνείδησης Fichte): μυθιστορία (περιπέτειες έλλογου όντος μέχρι κατάκτηση αυτοσυνείδητης ελευθερίας του)
  • Το ανθρώπινο πνεύμα έτοιμο για την «απόλυτη γνώση» της πραγματικότητας (προϋπόθεση: εγκατάλειψη πλανημένες κατανοήσεις Απόλυτου κ αντίστοιχες μέθοδοι σκέπτεσθαι)
  • Υπέρβαση μαθηματικής ορθολογικότητας (Διαφωτισμού) και ανορθόλογης έκστασης (κατάλυση φιλοσοφίας)
  • Κατασκευή εννοιολογικού ικριώματος (όχι ενόραση)
  • Απόλυτο= Υποκείμενο (όχι Ουσία, Σπινόζα)
  • Προϋπόθεση γνώσης Απόλυτου: μελέτη μορφών ιστορικής του εμφάνισης
  • Αλήθεια= αποτέλεσμα+διαδικασία παραγωγής του (όχι δογματική κατάφαση)
  • Περιγραφή γνωστικών/ηθικών στάσεων συνείδησης απέναντι στον κόσμο, μέχρι να τον κάνει κατοικία της (κλίμακα: από παθητική πρόσληψη αισθητηριακών ερεθισμάτων μέχρι διασκεπτική διάνοια Καντ). Σκεπτικισμός= παροδική κατάσταση ορθολογικής σκέψης: σπατάλη (γνώση πραγματικότητας αποδεικνύεται από αποτελέσματα)
  • Ηθική σταδιοδρομία συνείδησης= απόκτηση αυτοσυνειδησίας (επιστροφή στον εαυτό της μετά από πρακτική εμπλοκή με τον άλλο)
  • Θεμέλιο ηθικότητας= αναγνώριση (ιδέα Fichte)
  • Συνάντηση Εγώ–μη Εγώ: πάλη για κυριαρχία επί του άλλου.
  • Ιστορία συνείδησης= σύγκρουση Κυρίων-Δούλων. Δυναμική: συνειδητοποίηση Δούλων ότι εργασία τους=προϋπόθεση κυριαρχίας Κυρίων (θεμέλιο κοινωνίας/πολιτισμού) Μετάβαση συνείδησης κ συνολικού πληθυσμού μέσα από αντιπαραθέσεις
Παρακμή Κυριών= συνειδησιακή αφύπνιση δούλων, συναίσθηση της αξίας τους ως ηθικές οντότητες
Πρώην δούλοι= νυν Κύριοι (υπό αδήριτο νόμο ιστορικής παρακμής και ανατροπής τους)
Αλήθεια αυθύπαρκτης συνείδησης= συνείδηση του Δούλου
  • Διαλεκτική της ιστορικής «αρνητικότητας» -Κυριών κ Δούλων- (αξιοποίησε ο Μαρξ προσθέτοντας οικονομικο-κοινωνική διάσταση): κύριο ερμηνευτικό κλειδί εγελιανής θεωρίας της συνείδησης με όρους υπαρξιακής κοινωνιολογίας (από εδώ αναδύεται και η Φιλοσοφία της Ιστορίας Hegel)
  • Κορύφωση ηθικής σταδιοδρομίας συνείδησης: καντιανή ηθική
  • Τελείωση συνείδησης: ένταξη σε έλλογο σύστημα συμπαντικής νομοτέλειας κ κοινωνικών θεσμών (σύστημα αντικειμενικότητας). Ενσωμάτωση σε Ολότητα που την υπερβαίνει
Πνεύμα= κοινωνική πραγμάτωση εννοιών/αξιών, κατασκευή κόσμου πολιτιστικών/πολιτικών θεσμών, μετουσίωση συνειδησιακών στάσεων σε μορφές συλλογικής ζωής
  • Πνευματικός άνθρωπος= κοινωνικός. Ύψιστος πνευματικός στόχος έλλογου υποκειμένου= κοινωνικότητα, κατάκτηση Απόλυτης Γνώσης (αποτυχίες μη κοινωνικού ατόμου= ώθηση προς συνείδηση)
  • Δεν περιγράφει μορφή πολιτικού συστήματος όπου μπορεί να πραγματωθεί τελείωση συνείδησης. Λειτουργικό πρότυπο: η Πόλις. Συμπλήρωση κενού με δημοσίευση Φιλοσοφίας του δικαίου.

2.15 «ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ» ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΛΟΓΙΚΗ, ΦΥΣΗ ΚΑΙ «ΑΠΟΛΥΤΟΣ» ΝΟΥΣ
Φαινομενολογία= εισαγωγή στο φιλοσοφικό έργο του Hegel
Μεθοδολογικό πρόγραμμα: συστηματικότητα (συναγωγή σ΄ ένα οργανικά δομημένο πλαίσιο του συνόλου της θεωρητικής γνώσης) κίνητρο εγελιανής διαλεκτικής: Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών= διάταξη θεμελιωδών αρχών στοχασμού σ΄ ένα όλο που αναπαριστά λογική δομή πραγματικότητας (όχι συρραφή γνώσεων):
  • α. Λογική: λογική ουσία κόσμου, καθαρή οντολογία, καθαρές μορφές δομών Είναι (όχι κανόνες συλλογισμού).
-1ο τμήμα Λογικής: Ιδέα του Είναι= ύπαρξη χωρίς προσδιορισμούς. 
Είναι= καθολικότερη και πιο κενή έννοια λογισμού, τίποτα, μη ον.
Γίγνεσθαι: μετάπτωση λογισμού από απόλυτη πληρότητα σε απόλυτη κενότητα (δυναμική έννοια)
Μορφή του Είναι: πεπερασμένη/καθορισμένη ύπαρξη (δυναμική κατάσταση)
-2ο τμήμα Λογικής: Θεωρία της Ουσίας
Κόσμος φαινομένων= εξωτερική εμφάνιση λογικού πυρήνα πραγματικότητας
(Δεν υπάρχει λογική κατηγορία που να μην εμφανίζεται ως υλική ύπαρξη.)
-3ο μέρος Λογικής: Θεωρία της Έννοιας
Ερμηνεία αριστοτελικών σχημάτων συλλογισμού ως ενοράσεις βαθιάς ενότητας υπαρκτού (κι όχι ως κανόνες τυπικής ορθότητας)
Μορφές Νοείν= δομές Είναι.
Νόηση= περιγραφή πραγματικότητας καθαυτής: ξεπερνιέται καντιανή αντίθεση, αποκαθίσταται ισχύς οντολογικού επιχειρήματος όχι όμως με τη στενή θεολογική σημασία, αλλά ως ενσωμάτωση πεπερασμένου Εγώ σε απειρία Κόσμου ( διαλεκτική ταυτότητα Εγώ-Κόσμου)
  • β. Φιλοσοφία της φύσης: φύση ως Ιδέα σε αλλοτρίωση προς εαυτό της
Φύση= Λόγος σε κατάσταση αδρανή/ασυνείδητη
Σκοπός Λόγου= επιστροφή στον εαυτό του
  • γ. Φιλοσοφία του πνεύματος: διαδικασία αυτοσυνείδητης ζωής
Υποκειμενικό πνεύμα: φιλοσοφική ψυχολογία τύπων αναστοχαστικότητας (αναφορά υποκειμένου στον εαυτό του) όπου εντάσσεται η ανάλυση της φαινομενολογίας
Αντικειμενικό πνεύμα: Φιλοσοφία της πολιτικής και της ιστορίας
Απόλυτο πνεύμα: τρόποι τελείωσης συνείδησης (νους=απόλυτος), ταύτιση με νου του Θεού. Αναβαθμοί: τέχνη, θρησκεία, φιλοσοφία.

Εγκυκλοπαίδεια Hegel: σύνοψη δυναμικού παλμού ζωής σε όλες τις διαστάσεις της, θεωρητικό όργανο για συνειδητή συμμετοχή στον πολιτισμό. Απόσταγμα από μελέτη ιστορίας ανθρώπινης συνείδησης.
Στόχος: επιστροφή φιλοσοφικού νου στην ιστορική πραγματικότητα και συμμετοχή στην οριστική πραγμάτωση σκοπών Λόγου.

  • Καντ: αποκοπή συνείδησης από ιστορικότητα
  • Φίχτε: ιστορία συνείδησης= χαρτογράφηση εσωτερικού της τοπίου κ ανάβαση
  • Hegel: συνείδηση ως ιστορία, κατανόηση ιστορικής ζωής ως τόπος πραγμάτωσης ιδεών

2.16 HEGEL ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΤΟ «ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ» ΚΑΙ ΤΟ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΝΕΥΜΑ»
  • Παραδοχή φιλοσοφίας που προσθέτει στην ιστορική γνώση= Λόγος
  • Καθήκον φιλοσοφίας: ανακαλύπτει τελολογική δυναμική ιστορικού γίγνεσθαι (πρόνοια=κρυφή νομοτέλεια πίσω από τυχαίτητες)= αναγκαία πορεία προς ένα τέλος: πραγμάτωση έλλογων ιδεωδών που αποκρυσταλλώνονται στη συλλογική συνείδηση
  • Πνευματική μοίρα ανθρώπου: μετατροπή κόσμου σε κατοικητήριο της συνείδησης, οικοδόμημα έλλογων θεσμών, πεπρωμένο πολιτιστικό/πολιτικό (όχι μακαριότητα σε άλλο κόσμο: θρησκείες)
Τέλος ιστορίας: εμμενές (όχι υπερβατικό), αιωνιότητα δυνατή στο παρόν
  • Υπεροχή φιλοσοφίας έναντι θρησκείας: ορθή κατανόηση παγκόσμιου σκοπού (ο Λόγος έρχεται στον εαυτό του όχι μέσα από καθαρή σκέψη, αλλά μέσα από συλλογική πράξη ιστορικής ζωής)
  • Εκ των προτέρων υπόθεση ορθολογικότητας ιστορικού γίγνεσθαι: θεωρητικώς αναγκαία, αλλιώς Λόγος=ανενεργός
  • Ιστορικότητα Λόγου, λογικότητα Ιστορίας= φάρκακο κατά ιστορικής απελπισίας
  • Έλλογο= πραγματικό. Πραγματικό= έλλογο.
  • Στόχος ανθρωπότητας: η θεσμική πραγμάτωση λογικών ιδεωδών ηθικής αυτονομίας κ κοινωνικής αμοιβαιότητας
  • Λόγος= γέννημα της Ιστορίας. Θεωρητική συνείδηση που εξάγει λογικά τέλη ανθρώπινου πάθους που νοηματοδοτούν συλλογικό υπαρξιακό Γολγοθά.
  • Ελευθερία= σύνολο κοινωνικοπολιτκών μορφών αιτήματος πρακτικής αυτονομίας (όχι υπεριστορική/ανιστορική κατάσταση)
  • Επιστήμη συνείδησης= επισκόπηση/ταξινόμηση εγχειρημάτων ανάβασης/παραγωγής δομών συλλογικού νου
  • Κάθε εποχή πολιτισμού: δική της ορθολογικότητα, οριστικός πίνακας κατηγοριών= τέλος ιστορίας (Ερμηνεία φιλοσοφίας εκ των υστέρων)

Ιστορισμός: ερμηνεία μορφών πολιτισμού μέσα από ιστορικό πλαίσιο, πρωτεργάτης ο Herder, παρακλάδι ρομαντισμού που ταυτίστηκε με εθνικό ιδεώδες.
  • Εκδοχή που απασχόλησε Hegel: «ιστορική σχολή δικαίου»: νομικοί θεσμοί/κανόνες τόπου= ηθικές αντιλήψεις κοινότητας + ιστορική μοναδικότητά της (όχι καθολικές έννοιες, αλλά πολιτιστική ταυτότητα/ιδιοπροσωπία)
  • Ιστορική ερμηνεία δικαίου= αντίθετη με πολιτική οικουμενικότητα ιδεών Γαλλικής Επανάστασης. Πρακτικά εξυπηρετούσε: α. βλέψεις φεουδαρχών, β. φυλετική εκδοχή ανερχόμενου εθνικού κινήματος
  • Κρίσιμη θεωρητική συνέπεια ιστορισμού: απόλυτη σχετικότητα αξιών

Ιστορισμός Hegel:
  • Πολέμιος πολιτιστικού/ηθικού σχετικισμού. Η πολιτιστική ιδιαιτερότητα δεν ακυρώνει πανανθρώπινα μελήματα (κοινές λογικές φιλοδοξίες/ιδεώδη πχ δικαιοσύνη)
  • Υπαρκτικός κανόνας ιστορικής ζωής= μείξη/σύνθεση αντιθέτων (όχι καθαρή εθνική ταυτότητα χωρίς ιστορική εμπειρία άλλων κοινωνιών)
  • Παγκοσμιότητα-εντοπιότητα= παραπληρωματικές καταστάσεις
  • Θεμελιώδης αρχή εγελιανισμού= ταυτότης εν τη διαφορά (συνεύρεση κ αλληλογονιμοποίηση αντιθέτων: κοινός παναθρώπινος πολιτισμός. Εγελιανή αντίληψη έθνους= πολιτιστική (όχι φυλετική)
  • Goethe: καθολική ποιητική, Hegel: καθολική ιστορία= πολιτιστικό επίτευμα λαού (πνεύμα λαού) μέσα σε συλλογική δουλειά ανθρωπότητας (παγκόσμιο πνεύμα). Συμφωνία με οικουμενικά αιτήματα Διαφωτισμού.
  • Αριστοκρατική/ευρωκεντρική θεώρηση ανέλιξης πολιτισμού= σε κάθε ιστορική φάση ένας και μόνο λαός υπερτερεί και σφραγίζει ανθρωπότητα (αντίθετο με δημοκρατική αντίληψη Herder)
Περιοδιοποίηση ιστορικής ανέλιξης. Φάσεις παγκόσμιας ιστορίας:
α. ανατολική, β. ελληνορωμαϊκή, γ. μεσαιωνική χριστιανική, δ. νεότερη με ορόσημα τη Γερμανική Διαμαρτύρηση/Γαλλικό Διαφωτισμό και ε. τευτονική προτεσταντική (εκπλήρωση πνευματικών βλέψεων ανθρωπότητας)

2.17 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ
Εγελιανή αντίληψη ιστορίας: καθαρά πολιτική.
Ελευθερία:
  • Άξονας ιστορικής εξέλιξης/λογικός σκοπός ιστορικού γίγνεσθαι (λόγος συγκρότησης κοινωνιών)= ορθή κατανόηση/πραγμάτωση ελευθερίας
  • Τέλεια ελευθερία= κτήμα όλων
  • Απόρριψη ωφελιμισμού (ατομική ευδαιμονία) και καντιανισμού (εσωτερικό φρόνημα αντί αποτελέσματος)
  • Ελευθερία= αποδοχή αντικειμενικής αναγκαιότητας που έχει ορθολογικότητα: εθελούσια υποταγή στη νομιμότητα (νομιμότητα= ενότητα/βούληση συνόλου)
  • Πολιτική: θεσμική πραγμάτωση θετικής ελευθερίας
  • Μετάβαση από μια σε άλλη μορφή ελευθερίας: δυνατή μόνο μετά την εξάντληση της πολιτιστικής της δυναμικής
  • Κάθε μορφή ελευθερίας συνιστά πολιτική/πολιτιστική πρόοδο.
  • Σχέση ιστορικού παρελθόντος και παρόντος= διαλεκτικός αλληλοκαθορισμός
  • Ιστορία= δράμα αφανισμού. Παγκόσμια Ιστορία= παγκόσμιο δικαστήριο
  • Ιστορικός θάνατος: πάντα παραγωγικός, αρχή νέας συλλογικής ζωής. Ανάσταση μετά το Γολγοθά: θεμέλιο ιστορικής ελπίδας.
  • Aufhebung= δυναμική ιστορικού γίγνεσθαι: ιστορικό παρελθόν= θεσμική πραγματικότητα παρόντος.

2.18 ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ HEGEL
Πραγμάτωση αληθινής ελευθερίας= τέλος ιστορίας (ίδρυση πολιτικών θεσμών που επιτρέπουν σε ανθρωπότητα τη συνέχιση πολιτιστικού έργου σε συνθήκες ενότητας)
  • Πολιτικό σύστημα= πλαίσιο κοινωνικής ηθικότητας που δίνει υπόσταση στην έννοια της θετικής ελευθερίας
  • Εγελιανή πολιτεία= οργανικό πλαίσιο νομιμότητας που υποτάσσει μεμονομένο άτομο σε συλλογική αναγκαιότητα + ιδιωτική ελευθερία
  • Ανθρώπινη βούληση: εξορθολογίζεται (ξεπερνάει ατομικό συμφέρον) και αντικειμενοποιείται (κοινωνική υπόσταση/αναγνώριση)
Αντικειμενοποίηση βούλησης:
-1ο στάδιο: ιδιοκτησία
-2ο στάδιο: Αναγνώριση από άλλους= έλλογη υπόσταση ιδιοκτησίας
Αμοιβαία αναγνώριση= συμβόλαιο (αφορά ατομική ιδιοκτησία κι όχι ίδρυση πολιτικής κοινωνίας): Διαλεκτική εισαγωγή έννοιας εγκλήματος και τιμωρίας: έννοια κακού. Υποκειμενική διάσταση έννοιας κακού: εξωτερικό αποτέλεσμα συνείδησης που δεν αναγνωρίζει το καθήκον της.
  • Καλλιέργεια ηθικής αυτοσυνειδησίας= ανώτερος βαθμός ελευθερίας
  • Συστηματικές ηθικές θεωρίες εποχής: α. «συνεπειοκρατική» (ωφελιμισμού), β. «δεοντοκρατική» (καντιανισμού) = ατελείς κατά Hegel
  • Hegel: θεωρία έννομης, αντικειμενικής ηθικότητας: θεσμοί που υποτάσσουν μεμονομένο υποκείμενο σε ολότητες
  • Κοινωνική ηθικότητα= οικοδόμημα ομόκεντρων σφαιρών,
  • Καθολική κοινωνία= πολλές μικρές κοινωνίες υποταγμένες στην ορθολογικότητά της (αριστοτελική ιδέα):
Τρεις ιεραρχικά διατεταγμένες συλλογικότητες:
οικογένεια (βιολογικές/ συναισθηματικές ανάγκες, υλικό υπόβαθρο: περιουσία),
αστική κοινωνία [οικονομική δραστηριότητα: εμβρυακές συλλογικότητες= συντεχνία (εργασία ως συνεισφορά σε συλλογική ωφέλεια: ηθικό καθήκον), αστυνομία(διόρθωση αυτοματισμού ανισότητας),
πολιτικό κράτος (τέλεια πραγμάτωση έλλογης βούλησης, «πορεία του Θεού επί γης»: μετατροπή του ατόμου σε πολίτη (υποταγή προσωπικού συμφέροντος στο συμφέρον της ολότητας)
  • Όχι κατάπνιξης ατομικότητας: ιδιοκτησία, οικογένεια, οικονομική δραστηριότητα υπό αυτοδύναμο, αυτοαναφορικό εγώ.
  • Θεσμική συγκρότηση κράτους: μοναρχία περιορισμένη συνταγματικά κατά το βρετανικό πρότυπο. Μονάρχης= σύμβολο οργανικής ενότητας κοινωνίας και ιστορικής της συνέχειας (όχι εκτελεστική εξουσία)
Νομοθετικό σώμα= εκφράζει γενική βούληση έθνους, εκλέγεται από πολίτες αλλά όχι μέσω ατομικής ψήφου. Πολίτης= μέλος συντεχνίας, τάξης (δάνειο Hegel από συνταγματική δομή φεουδαρχισμού: Άνω Βουλή (κατεξοχήν πολιτική τάξη= γαιοκτήμονες), Κάτω Βουλή (εκπρόσωποι αστικής κοινωνίας)
Εκτελεστική εξουσία= σώμα δημόσιας γραφειοκρατίας (τέλειος διαχωρισμός από προσωπική ωφέλεια), αποκρυστάλλωση καθολικής συνείδησης νόμου, ουσίας συντάγματος. Γραφειοκρατία= «καθολική τάξη» έθνους, συλλογικό ιδεώδες έναντι ατομικής ιδιοτέλειας
  • Συμμετοχή στην πολιτική ζωή= εξυπηρέτηση ηθικών/ιστορικών πεπρωμένων ολότητας (αντι-οικονομισμός Αριστοτέλη: αντιπρόσωπος δεν εκπροσωπεί οικονομικό συμφέρον, αλλά καθολική συνείδηση, εκλέγεται ως ο ικανότερος)

Πρωσικά χαρακτηριστικά θεωρίας Hegel:
-Μεγάλοι γεωκτήμονες ως κατεξοχήν πολιτική τάξη
-Γραφειοκρατία ως φορέας εθνικής συνείδησης
+ απέχθεια προς αρχή ατομικότητας = πρώιμη μορφή ολοκληρωτισμού

Σύνταγμα κατά Hegel: ιδέα αντιπροσωπευτικότητας, νομική αποτύπωση φιλοσοφικής ιδέας οργανικής ελευθερίας, γράφεται από ιστορικό λόγο (όχι από πολιτικούς και νομομαθείς)
Συνταγματική δομή: σύνδεση με βρετανική/γαλλική πολιτική εμπειρία
Γραφειοκράτες= θεματοφύλακες κοινής συνείδησης, ανιδιοτελείς υπηρέτες δημοσίου συμφέροντος (σύγχρονη εκδοχή φιλοσόφων-βασιλέων Πλάτωνα)

Εγελιανή πολιτική θεωρία ως μορφή συντηρητικού φιλελευθερισμού: αναγνωρίζει ως αναφαίρετο συστατικό πολιτικής τάξης την ελευθερία της δημοσιότητας
Τεκμήρια συλλογικής ελευθερίας: ελευθερία ατομικής συνείδησης και έκφρασής της
Κοινή γνώμη= καθρέφτης συλλογικής συνείδησης με ρολο στην κοινή ζωή. Αναγνωρίζει όμως διαστρεβλώσεις από δημαγωγία, εφήμερο γούστο, συμφέρον κλπ
Υπερ δικαιώματος ελευθερίας έκφρασης.


ΚΕΦ. 4ο
Η ΑΝΟΙΧΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟΥ: Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΤΟΥ KIERGEGAARD
4.1 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΥΛΙΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ
Κίρκεγκωρ (1813-1855, από τους πιο πρωτότυπους διανοητές 19ου αιώνα)
  • Πηγή έμπνευσης για φαινομενολογικό υπαρξισμό Μεσοπολέμου.
  • Σημείο αναφοράς: εγελιανό σύστημα. Αντίσταση σε κυρίαρχη φιλοσοφική ορθοδοξία. Υπερ αριστερών νέο-εγελιανών (+Μαρξ): επιστροφή στην καθημερινότητα (όχι λογικές σχηματοποιήσεις μεταφυσικής).
  • Συστατικό εγελιανής μεθοδολογίας στον Κίρκεγκωρ: Διαλεκτική
  • Διαλεκτική κατά Hegel: αντιθετικότητα γενικών δυνάμεων μέσα από τη σύγκρουση των οποίων εκλύεται ιστορική ενέργεια που ωθεί πολιτισμό
  • Διαλεκτική κατά Kierkegaard: όχι αυτοσκοπός η καθολική οπτική. Αντιθετικότητα ιστορικού κόσμου= βίωμα ως προσωπικό πεπρωμένο
  • Ιστορικότητα (ενδιαφέρει φιλοσοφία)= προσωπική διαδρομή αυτοσυνείδητου Εγώ, ατομικό δράμα δράμα μέσω του οποίου κερδίζεται η αυτοσυνειδησία
  • Καλλιέργεια/ανύψωση αυτοσυνειδησίας= βύθισμα στο εσωτερικό Εγώ (δεν χωράει σε καμιά καθολική κατηγορία).



4.2 Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ HEGEL
  • Υποκειμενική ιδιοποίηση ιστορικού λόγου= «κακή υποκειμενικότητα» κατά Hegel (αποκοπή από καθολικές μήτρες ζωής). Αναλυτική οπτική (εστίαση σε μεμονομένη καθημερινή οντότητα)= φιλοσοφικό ψεύδος
  • Αλήθεια= Όλον
  • Φιλοσοφική Οπτική παραμερίζει τυχαία βιολογικά/ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Ιστορικά πρόσωπα ως κοσμοϊστορικά υποκείμενα (όχι ως φυσικά άτομα)

Κίρκεγκωρ: μορφοποιεί εννοιολογικά το πρωτογενές βιωματικό υλικό που απορρίπτει ο εγελιανισμός (αλλιώς λογικό ικρίωμα φιλοσοφίας: χωρίς ανθρώπινο υπόβαθρο).
Η ιστορία υπάρχει για το ζωντανό Εγώ, όχι το Εγώ για την ιστορία.

4.3 ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Άλλο εγελιανό χαρακτηριστικό στον Κίρκεγκωρ: ενασχόληση με θεολογία και φιλοσοφική της ερμηνεία.
Όχι μετεξέλιξη ηθικού/μεταφυσικού περιεχομένου θεολογίας σε λογικές κατηγορίες, αλλά πώς γίνεται πράξη ζωής με μορφή εσωτερικής προσωπικής δέσμευσης.
Κίρκεγκωρ: μύστης (όπως Σωκράτης, Πασκάλ)
Υπέρλογο βίωμα πίστης: δημιουργία Θεού= ύπαρξη υποκειμένου πίστης, πραγματικού εαυτού (διαλεκτική: άπειρο+πεπερασμένο)
Φιλοδοξία Κίρκεγκωρ: «να φέρει ξανά το Χριστό στη χριστιανοσύνη».

4.4 Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ
Ύφος Κίρκεγκωρ: περιπαιχτική διάθεση/ειρωνεία, αφαίρεση προσωπείων
Χρησιμοποιεί ψευδώνυμα: τονίζει ότι η πράξη του ομιλείν αποκρύπτει τις εσωτερικές/αυθεντικές διαστάσεις του υποκειμένου, έκθεση στην «κοινή γνώμη», ένταξη/υπονόμευση συστήματος.
Κατά Χέγκελ: «πονηρία λόγου»= «παγκόσμιο πνεύμα» που επιτάσσει προφάσεις/φιλοδοξίες προσώπων για να φέρει εις πέρας μεγάλες πολιτιστικές μεταβολές που σφραγίζουν ιστορία. Επιβολή κοινότητας στα μέλη.
Κατά Κίρκεγκωρ: «πονηρία υποκειμενικού λόγου»= τρόπος γρηγορούσας συνείδησης που χρησιμοποιώντας θεσμούς/νοοτροπίες δημοσιότητας υποσκάπτει συμβάσεις. Υπαρξιακός άνθρωπος= αριστοτέχνης υπεκφυγής/διαφυγής.
Ειρωνεία= κύριο όπλο. Πραγμάτωση εγελιανού «ξεμασκαρέματος» μέσω λεπτής χρήσης λόγου.

4.5 «ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ»: ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΕΓΕΛΙΑΝΙΣΜΟΥ
Πρόβλημα ελεγιανής μεταφυσικής: οντολογική απαξία εμπειρικού Εγώ κ βιώματος= ανοίγει δρόμο για βίαιες ολιστικές αντιλήψεις, επιβολή πολιτικής εξουσίας
Διαλεκτική συνείδησης Κίρκεγκωρ:
  • Ανατροπή αιτημάτων εγελιανής φιλοσοφίας που θεωρεί ζωντανό υποκείμενο ως εξάρτημα ιστορικού λόγου.
  • Αδύνατο το εγελιανό σύστημα. Αλήθεια= υπαρκτική αυθορμησία ατομικής συνείδησης (ριζικά υποκειμενική εποπτεία πραγματικότητας)
  • Αντιστροφή στόχου καλλιέργειας συνείδησης: όχι διάλυση υποκειμένου σε αντικειμενικό σύστημα (Χέγκελ), αλλά στερέωση και βάθεμά του.



4.6 ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΑΣ: ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Δρόμος συνειδησιακής αυθορμησίας= τρεις αναβαθμοί:
  • Επίπεδο αισθητικότητας: βιοφυσική ικανοποίηση, πρώτη κατανόηση ελευθερίας: χρήση υλικών σωμάτων για προσωπική ωφέλεια
Υπαρκτική αξία αισθητικότητας: διαχωρισμός «πραγματικού εαυτού» από μηχανική επαναληπτικότητα (υπαρξιακός διπλασιασμός): (αν όχι τότε υποδούλωση στη σαρκικότητα ως εξωτερική ανάγκη)
Σαρκικός έρωτας ως πεδίο υποκειμενικής αυθορμησίας: συνθήκες απόλυτης εσωτερικής μοναξιάς, αδύνατη η φυσική ικανοποίηση
Περιεκτική διαλεκτική αισθητικής εμπειρίας: δοκιμή σωμάτων
Εξάντληση ερωτικού αισθησιασμού: βίωμα απελπισίας/τρόμου= κέρδος

4.7 Η «ΑΠΕΙΡΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ» ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (αυτοτιμωρία)
  • Διαφυγή από αδιέξοδο αισθητηριακής εμπειρίας= ηθική δέσμευση υπαρξιακού Εγώ σε υπέρτερο σκοπό έξω από φυσικό του εαυτό (πχ θεσμός γάμου= κοινός σκοπός, δέσμευση σε πατρίδα/κοινωνία/ανθρωπότητα)
Υπαρξιακά κρίσιμο στοιχείο: υποταγή σε γενικό νόμο όχι από εξωτερικό καταναγκασμό. Απόλυτα εσωτερική πράξη= θεμελιακή αυθορμησία
Ηθική εμπειρία καταλήγει σε απελπισία: άπειρη παραίτηση
Απόλυτη διάζευξη = ή αυτό ή εκείνο (μεταπήδηση από έναν σκοπό σε άλλο= αισχρή υποκρισία)
Ακρωτηριασμός πολυμέρειας εαυτού: φανατισμός= μετέωρη απανθρωπιά εμμονών αφού γνωρίζει ότι η δική του επιλογή δεν ήταν υποχρεωτική

4.8 Ο «ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ»
  • Διαφυγή από αδιέξοδο ηθικής εμπειρίας: έσχατη υπέρβαση (κρίνεται νόημα ζωής): θρησκευτική πίστη (διάσωση υποκειμενικότητας από συμβατικούς καθορισμούς, μυστική ουσία Θεού)
  • Απόλυτα προσωπική πλήρωση έξω από κύκλο πεπερασμένων πραγμάτων
  • Πίστη= τελολογική κατάργηση ηθικότητας (όχι αναζήτηση δέσμευση συνείδηση σε ιδεώδη, αναγνώριση υπέρτατου τέλους)
  • Θρησκευτική εμπειρία= εσωτερική περιπέτεια (όχι ανάγκη θεολογίας)
Ζώσα πίστη= προσωπική σχέση με Χριστό, άρρητο βίωμα, άλμα σε μυστικό επέκεινα (όχι πραγματικότητα, αλλά έσχατη οντολογική δυνατότητα: όχι στήριξη από αντικειμενική βεβαιότητα)
  • Ιππότης της πίστης= πρωταθλητής σιωπής (εμβάλλει και στις πιο τετριμμένες καταστάσεις ένα έξοχο πνευματικό νόημα)
  • Όχι εξάλειψη υπαρξιακού τρόμου. Μετατροπή του σε ασκητική ζωής
  • Μεταφορά έντασης σαρκικού έρωτα στο επίπεδο καθαρά πνευματικής εμπειρίας= ψυχική μυσταγωγία, συνειδησιακή περιπέτεια
  • Ανάβαση συνείδησης Κίρκεγκωρ: όχι προαποφασισμένη αναγκαιότητα (όπως Χέγκελ). Ελεύθερη επιλογή. Η παραμονή σε κάποια βαθμίδα έχει τίμημα.
  • Σκοπός κίνησης συνείδησης: βίωμα αυτεξουσιότητας και αυτοκαθορισμού, έξω από προδιαγεγραμμένη τελολογική ακολουθία εμπειριών (νομοτέλεια).
  • Ελευθερία: δυνατότητα να βρίσκεσαι εκτός κατεστημένου συστήματος(λάθε βιώσας;), διάζευξη από κάθετι που τείνει σε ρουτίνα
  • Υπαρξιακή οντολογία Κίρκεγκωρ: «είτε-είτε», είτε εγώ= αυθύπαρκτη οντότητα, είτε εγώ= άθυρμα αντικειμενικής αναγκαιότητας

ΚΕΦ. 7ο
ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΞΙΩΝ, ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΠΤΑΣΙΑ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΥ: ΧΑΡΩΠΟ ΜΕΝΟΣ ΤΟΥ NIETZSCHE
7.1 ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΪΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΝΤΛΗΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Ενσαρκώνει τιτάνιες ενοράσεις και ρωγμές μεταφυσικής παράδοσης.
Διαλυτική σκέψη: άνευ όρων/ορίων αρνητικότητα (φιλοσοφία 20ου)
Νίτσε: αρχετυπικός στοχαστής τέλους (αναγνώρισε ρηχή αισιοδοξία ωφελιμισμού)
  • Άξονας σκέψης του= λοξοδρόμηση δυτικού πολιτισμού από ορθή κατανόηση ανθρώπινης υπόστασης και σχέσης της με φυσικές δυνάμεις: αρχαιοελληνικός στοχασμός ομηρικής και προσωκρατικής περιόδου, τραγωδία Αισχύλου (ήρωας-φύση)
Τραγική εποχή Ελλήνων: φιλοσοφία σε επαφή με ωμό υπόστρωμα ζωής, πρωτόγονο ψυχισμό
Έλληνες= εφευρέτες αρχετύπων φιλοσοφικού στοχασμού (αφομίωση επιρροών Ανατολής και μετουσίωσή τους)
  • Προσωκρατικός άνθρωπος (αρχαϊκή εποχή): διονυσιακό μένος + απολλώνια αρμονία. Διόνυσος+Απόλλων (λόγος+άλογο στοιχείο ψυχής): απολλώνεια γαλήνη=διονυσιακό μετασχηματισμένο σε πνευματική καθαρότητα.

7.2 ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ ΙΗΣΟΥΣ: ΟΙ ΖΗΛΩΤΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Από 5ο π.Χ. αιώνα:
  • ζωή υπό σύστημα ηθικής πειθαρχίας.
  • Απαξίωση ανθρώπινης σωματικότητας (Σωκράτης: μέγιστο ατόπημα: ορισμός φιλοσοφίας ως «μελέτης θανάτου»= άρνηση ζωής)
  • Ενασχόληση πλατωνικών με αθανασία ψυχής= απώλεια φυσικής ευρωστίας, κατάπτωση σωματικών και διανοητικών δυνάμεων
  • Θρίαμβος πλατωνισμού= θάνατος τραγωδίας (ορθολογικότητα Ευριπίδη)
  • Ενίσχυση θανατόφιλου προσδιορισμού από Χριστιανισμό (μετεξέλιξη πλατωνικής μεταφυσικής): παρακμή (σύστημα αυτοτιμωρίας)
  • Νεότερος άνθρωπος= αγέλη ζώων, φαντασίωση μεταθανάτιων απολαύσεων
  • Λογική= πλέγμα καθαρών εννοιών (κατάργηση αληθινού κόσμου σαρκικού πάθους/φυσικής ορμής)
  • Συμμαχία ιερέων και φιλοσόφων «ιδεώδους κόσμου»= ξερίζωμα ελευθερίας

7.3 Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
Εκδοχές ανθρωπισμού 18ου αιώνα= εκκοσμικευμένες εκδοχές παραδοσιακής θρησκευτικότητας, δόγματα θανατόφιλα/υποδουλωτικά (όχι αναγνώριση προτεραιότητας φυσικής βούλησης, καθυπόταξη σε υπερβατική νομοτέλεια)
Θέση Θεού: Ανθρωπότητα, Κοινωνία, Έθνος, Λαϊκή Κυριαρχία (θυσία ατόμου για υπερβατικό σκοπό.)
Χριστιανικό υπόβαθρο ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Θεολογίες 19ου αιώνα: δημοκρατία, ωφελιμισμός, σοσιαλισμός, εθνικισμός, κράτος (υποκρισία η κατάργηση της παραδοσιακής θρησκείας)
Θεωρητικό θεμέλιο ιδεολογιών: έννοια ισότητας= ισοπέδωση όλων μπροστά καταναγκαστικής εξουσίας (κατά Νίτσε). Συνομωσία άρρωστου πλήθους κατά ξεχωριστών ατομικοτήτων.
Σοσιαλισμός: κωδικοποιεί ζηλοφθονία κοινωνικά ηττημένων.

7.4 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
  • Καθήκον ελεύθερου στοχασμού= νέα αρχή, επιστροφή στις ενοράσεις Ελλήνων (πριν σωκρατικό μικρόβιο)
  • Προϋπόθεση: δίδυμη ιδέα «θανάτου του θεού» και «θανάτου του ανθρώπου» (όπως διαπλάστηκε υπό επήρεια θεολογικής ερμηνείας ζωής)
  • Σάρωση όλων των ιδεολογιών ιστοριστικής/θετικιστικής μεταφυσικής 19ου αιώνα (επιστήμονας= αφοσίωση/θυσία στο συλλογικό: ιερέας με άλλα άμφια)
  • Ανάσυρση αρχέγονου πυρήνα βουλητικής ορμής= ανώτερες μορφές δημιουργικότητας και ζωτικής αυθορμησίας: καινούριο φυσικό πλάσμα
  • Καινούρια επιστήμη γεμάτη ασυγκράτητη ευθυμία, ανάταση πνεύματος (ποιητική έκσταση νου που κατανοεί εαυτό ως δαμαστή της πραγματικότητας)
  • Εργαλείο φιλοσόφου: σφυρί (όχι γραφίδα):
επαναξιολόγηση όλων των αξιών σε ζωαρχική σχέση με φυσικό παλμό, καταστροφή δεσμών/κανόνων αγελαίας κοινωνίας: εποχή «ευρωπαϊκού μηδενισμού»

7.5 Η ΕΚΡΗΞΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Αποδόμηση κυρίαρχης ηθικής= ανώτερη φάση ζωής
Προφήτης: Ζαρατούστρα, αναγγέλει Υπεράνθρωπο
Υπεράνθρωπος= διανοητικό κατασκεύασμα που συμβολίζει υπαρκτικό άλμα προς εποχή φυσικής ελευθερίας, καινοφανές φυσικό ον έξω από ηθικές παραδοχές ανθρώπινης περιόδου. Απόρριψη αρχών ευσπλαχνίας, αμοιβαιότητας, δημοκρατικής ισότητας, αναφορά μόνο σε ορμές/ορέξεις του. Οδηγός= επιθυμητικό (όχι όμως ως προς συντήρησή του, αλλά ως προς διάπλαση κόσμου). Απόλυτος, ανεξέλεγκτος ποιητής.  Ζει σύμφωνα με στοιχειακή αυθορμησία βούλησής του.
Ελευθερία= κατίσχυση πάνω στην αντίπαλη ορμή άλλων όντων, καθυπόταξή τους στον προσωπικό του λόγο
Αυτοέλεγχος= μέσο (όχι αυτοσκοπός)
Οντολογικό χαρακτηριστικό Υπεράνθρωπου: βούληση για δύναμη, θεϊκή δημιουργικότητα που την ιδιοποιείται το σώμα και ο νους του Εγώ
Νιτσεϊκή ατομικότητα= ορμή που κινεί σώμα, πλέγμα αισθήσεων, βούληση (όχι συνείδηση)
Επηρέασε φιλοσοφίες σωματικότητας πχ Μερλώ-Ποντύ, Φουκώ

7.6 NIETZSCHE, SCHOPENHAUER, WAGNER
Θεωρητικό θεμέλιο φιλοσοφίας βούλησης: Σοπενάουερ (αλλά μετά επανεισάγει παρακμιακή ιδέα ταπείνωσης/αυτομηδενισμού)
Έργο Βάγκνερ: διαπνέεται από ίδο όραμα βουλητικής αυθορμησίας (μετά όμως γλυκαίνει, κόσμος φυσικών ορμών περιγράφεται ως παγίδα ολέθρου)
Ο Νίτσε απογοητεύεται και από τους δύο.

7.7 Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ NIETZSCHE
Υπεράνθρωπος= μοναδικός θεματοφύλακας νέων αξιών, ισόθεη ύπαρξη σε πλήρη συντονισμό με παλμούς φυσικότητάς της. Λογοτεχνική δύναμη εικόνων. Λαμπρότητα ύφους, καλαισθητική αρτιότητα συλλήψεων όμοια με Πλάτωνα. Οξύτητα θεάσεων, στιλπνότητα μορφής.

7.8 Η ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Κορύφωση συστήματος Νίτσε: ιδέα «αιώνιας επιστροφής» (ανατολικές καταβολές)= ενσωμάτωση ανθρώπου (ένθεου δημιουργού) στην αιωνιότητα της φυσικής τάξης
Τελευταίο εμπόδιο ελεύθερης σκέψης: αν όλα επιστρέφουν τότε παρελθόν=μέλλον
Ύψιστη δοκιμασία βούλησης: αλλαγή του παρελθόντος (υπέρτατη εκδήλωση δύναμης)

7.9 Ο NIETZSCHE ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
Φιλοσοφία Υπερανθρώπου= αναβίωση ηθικής αρχαϊκού κόσμου (εγωκεντρικός παρορμητισμός ομηρικών ηρώων, διονυσιασμός ένθεου ποιητή, τόλμη ανθρώπου που υπακούει στη δική του μεγαλοσύνη): όχι ήθος μέσου, αλλά ήθος υπέροχου
Αριστοκρατική σύλληψη: σκέψη δεύτερης γενιάς σοφιστών 5ου π.Χ. αιώνα (Καλλικλής) Σοφιστικός άνθρωπος= εσωκίνητο ον που δημιουργεί
Τραγικός ορίζοντας ελευθερίας: θεώνεται ή συντρίβεται από συμπαντικές δυνάμεις
Νίτσε= αντιπλατωνιστής, υπέρ χαμένης διάστασης αρχαιοελληνικής κοινωνίας
Νιτσεϊκή οπτική: Λόγος= ιππεύει θηρίο άλογου πάθους. Λόγος= όψη πρωτόγονου ψυχισμού, εξαγνισμένη ποιητική ορμή ενστίκτου, στοιχειακή φυσικότητα
Αρχαία Ελλάδα: πολυσύνθετη ενότητα διανοητικών και κοινωνικοπολιτικών τρόπων/τύπων από το ένα ως το άλλο άκρο ανθρώπινης δυνατότητας, όχι μονόπλευρα λογοκεντρικός ο ελληνικός πολιτισμός

ΚΕΦ. 8ο
ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ & ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ: ΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
8.2 ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ. Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΩΣ Α-ΝΟΗΣΙΑ
  • Κρίσιμη μεθοδολογική παραδοχή αναλυτικής φιλοσοφίας: λογική δομή= γλώσσα (πίσω από απειρομορφή λεκτικών υλικών)
  • Πρωταρχικό λογικό καθήκον: πυρήνας νοήματος
  • Ανθρώπινη ομιλία: α. ρητορική επιφάνεια, β. νοηματικό βάθος (λογική)
  • Νόημα= αναπαράσταση με καθαρή λογική μορφή: ιστός ατομικών προτάσεων και διαδικασία μεταβάσεων από τη μια στην άλλη= διακρίβωση αλήθειας
  • Πρώτο κριτήριο εγκυρότητας αφηρημένης θεωρίας= γλωσσικό
Αναγκαία (όχι ικανή) προϋπόθεση αλήθειας θεωρίας= νόημα
  • Εφαρμογή κανόνα: κατάρρευση οικοδομημάτων βαθειάς μεταφυσικής.
  • «Γλωσσική στροφή» αναλυτικής φιλοσοφίας= προσπάθεια καθαρισμού ανθρώπινου λογικού από άχρηστα (μετά Καρτέσιο)
  • Πρότυπο νοηματικής καθαρότητας/συνειδησιακής αυτονομίας= πειραματική επιστήμη κ μαθηματική γλώσσα

8.3 ΛΟΓΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ FREGE
Θεμελιωτής σύγχρονης λογικής: Φρέγκε
Στόχος αναλυτικής φιλοσοφίας Φρέγκε: διαφύλαξη δυνατότητας κριτικού και ορθολογικού ελέγχου του φιλοσοφείν
Θεωρητική θεμελίωση μαθηματικών με αποφυγή αναγωγή σε ψυχολογισμό.
Απόρριψη προσπάθειας Mill: μαθηματική σχέση= συμπέρασμα επαγωγής, βεβαιότητα= άπειρο πλήθος εμπειρικών παραδειγμάτων
Φρέγκε: τα μαθηματικά έχουν καθαρό λογικό θεμέλιο.
Αριθμός= περιγράφει έκταση έννοιας
Νόημα έννοιας= θεμελιώδη γνωρίσματα πράγματος
Διάκριση ανάμεσα σε νόημα και έκταση έννοιας (κεντρική παραδοχή φρεγκιανής φιλοσοφίας):
  • Νόημα= καθορισμένος τρόπος σύλληψης πτυχής πραγματικότητας από νου
  • Έκταση νοητικής κατασκευής= αριθμός αντικειμένων με χαρακτηριστικά νοήματος.
  • Ίδιο νόημα, άλλη έκταση= όχι ταυτολογία (πληροφορία ισοδυναμίας)
  • Κανόνας «σωτηρίας της αλήθειας»= ορίζει συνθήκες συνωνυμίας ή νοηματικής ισοδυναμίας ανάμεσα σε προτάσεις
  • Γλώσσα= σύστημα νοηματικών συναρτήσεων (κατά το πρότυπο των μαθηματικών συναρτήσεων), λογική διαπλοκή νοημάτων
  • Νόημα+πεδίο εμπειρικής αναφοράς= συνθήκες αλήθειας
  • Πλατωνίζουσα διάσταση: θεωρητική έννοια= αυθύπαρκτη οντότητα (νοητό πράγμα που δεν πηγάζει από εμπειρία)
  • Καντιανή διάσταση: θεωρητική έννοια= εργαλείο σχέσης νου προς αισθητή πραγματικότητα (αλλιώς έννοια=κενή), ρύθμιση εμπειρίας με έννοιες νου
  • Ο Φρέγκε δεν αντιλαμβάνεται το νόημα ως υποκειμενική κατάσταση (διαφορά με Χούσσερλ: νόημα=περιεχόμενο υπερβατολογικής συνείδησης), αλλά ως σημασία που αποκρυσταλλώνεται σε δημόσιο χώρο μέσα από διαπροσωπικη επικοινωνία και συντηρείται μέσα στην κοινή γλώσσα.
  • Ζητούμενο θεωρίας νοήματος: απαλλαγή από λανθάνον υποκειμενισμό

8.4 ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΤΟΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ RUSSELL (1872-1970)
Principia Mathematica: εγχείρημα αναγωγής μαθηματικών στη λογική μέσω θεωρίας συνόλων (πχ αριθμός2= σύνολο όλων των δυνητικών ζευγών)
Ως προς γλώσσα:
  • Επεξεργάζεται διαχωρισμό γλωσσικής μορφής-λογικής δομής νοήματος (θαμμένη στα φραστικά υλικά), λογική κατασκευή πίσω από λογικό ένδυμα
  • Συμβατικός λόγος: λογικά απρόσεκτος. Προϋπόθεση αλήθειας= επαναφορά καθημερινού λόγου στη λογική τάξη.
  • Αίτημα ανάδειξης υποκείμενης λογικής δομής φραστικής κατασκευής: διάκριση σε ατομικές και σύνθετες (μοριακές) λογικές προτάσεις (καρδιά σύγχρονης μαθηματικής λογικής)= υπολογισμός αλήθειας πρότασης («αληθειακή αξία» ή «αληθοτιμή» ατομικών συστατικών της)= θεωρία «λογικού ατομισμού (αληθοπίνακες Βίτγκενστάιν)
  • Πρότυπο διόρθωσης καθημερινής γλώσσας= πρότυπο μαθηματικών (γλώσσα επιστήμης= ιδεώδες πρότυπο, νοηματική καθαρότητα+λογική δομή)
  • Σύναψη «λογικού ατομισμού» με «λογικό θετικισμό» (επικύρωση αλήθειας)
  • Επίμονος εμπειρισμός Ράσελ (Χιουμ, Μιλλ): έννοια υλικού αντικειμένου= επιστημονικώς αναγκαία. Θεωρητική χρήση γλώσσας= λογική κατασκευή = εκ των αισθητηριακών δεδομένων. Επαλήθευση στην εμπειρία.
  • Χωρίς άμεση εμπειρική εποπτεία: όχι επιστημονικότητα στις εξηγήσεις
  • Θεμέλιο θεωρίας για δομή πραγματικότητας= γνώση άμεσης εμπειρίας
  • Εμπειρική γνώση+γνώση θεμελιακών νόμων λογικής. Εκ των προτέρων γνώση καθολικών εννοιών κ σχέσεων. (Γνώση αγαθού: ψυχολογική εμπειρία)
  • Ιδιάζων πλατωνισμός Ράσελ: Επιστημολογικός εμπειρισμός= βάση αναλυτικής θεωρίας νοήματος. Λογική τακτοποίηση προτάσεων= προπαρασκευή για πειραματική τους επαλήθευση. Υποταγή λογικής μεθόδου σε επιστημονικη διαδικασία («αρχή επαληθευσιμότητας» λογικού θετικισμού)
  • Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας: κριτική αποτίμηση (ιδιαίτερα ιδεαλισμού) από σκοπιά μεθοδολογικών παραδοχών αναλυτικής θεωρίας (εξοντωτική κριτική Πλάτωνα, Χέγκελ)

8.8 Η «ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ» ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΟ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ WITTGENSTEIN (1889-1951)
Καταξίωση αναλυτικής μεθόδου ως κίνημα λογικής ανασυγκρότησης θεωρητικού στοχασμού από Βίτγκενστάιν.
Ανέπτυξε δύο αποκλίνουσες εκδοχές αναλυτικού προγράμματος:

Α. Tractatus: πρώιμη φάση γλωσσαναλυτικού προγράμματος
·         Θεωρητικός πυρήνας: «απεικονιστική θεωρία» νοήματος (δομική ισομορφία γλώσσας-κόσμου= ικανότητα γλώσσας να περιγράφει κόσμο)
·         Κόσμος= σύνολο «καταστάσεων πραγμάτων» που αληθεύουν
·         Κατάσταση πραγμάτων= δηλώνεται μέσω λεκτικής κατασκευής πρότασης (διάταξη συστατικών πρότασης= απεικόνιση διαπλοκής αντικειμένων).
·         Ύπαρξη κατάστασης πραγμάτων= ύπαρξη ατομικών πραγμάτων μέσα στο πλαίσιό τους. Αντιστοιχία με ονόματα (λέξεις) μέσα σε πρόταση.
·         Μονάδα νοήματος= πρόταση (όχι λέξη)
·         Πραγματικά γεγονότα= αυθύπαρκτα (τυχαίνουν παρατήρησης). Πραγματικότητα είναι όπως είναι και φιλοσοφία δεν έχει λόγο για δομή της. (Χιουμ)

8.9 ΟΙ ΑΛΗΘΟΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ WITTGENSTEIN
  • Λογικοί σύνδεσμοι γλωσσικών προτάσεων= σύμβολα λογικών πράξεων [καταγωγή ιδέας: από Φρέγκε (γλώσσα= σύστημα συναρτήσεων) και από Ράσελ (λογικός ατομισμός)]
  • Συνολική αλήθεια σύνθετων προτάσεων= συνάρτηση αλήθειας ή ψεύδους ατομικών συστατικών τους
  • Προτάσεις που αληθεύουν πάντα ανεξάρτητα από «αληθοτιμές» συστατικών τους= ταυτολογίες (είτε, είτε)
  • Προτάσεις που ψεύδονται πάντα: λογικές αντιφάσεις (και, και)
  • Αληθοπίνακες= περιγραφή όλων των εναλλακτικών αποτελεσμάτων μέσα από βασικούς λογικούς συνδέσμους. Καινοτομία: περιεκτική διάζευξη (ή Χ ή Ψ): αληθεύει μόνο όταν αληθεύουν και δύο ταυτοχρόνως (αντιβαίνει κοινό νου)
  • Γλωσσική αναγκαιότητα σε ενιαίο λογικό χώρο μέσα στη γλώσσα

8.10 Η ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΤΟ A PRIORI ΤΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ
Κρίσιμη παραδοχή που διαχωρίζει Wittgenstein από εμπειρισμό Ράσσελ και επαληθευσιμότητα λογικού θετικισμού:
  • Απεικονιστική παραλληλία γλώσσας-κόσμου= πρωτογενής ταυτότητα που τα αποτελέσματά της τα βρίσκουμε μέσα στην πράξη του ομιλείν (όχι σχέση εκ των υστέρων μέσα από διαδικασία επαγωγής)
  • Νόημα: σχηματίζεται μέσα στην ίδια τη γλωσσική περιοχή (κι όχι από αντιστοιχία πρότασης με εμπειρικά πράγματα)
  • Φαινόμενο γλώσσας= αντικείμενο φιλοσοφίας (ολοκλήρωση «γλωσσικής στροφής» που είχε αρχίσει ο Φρέγκε)

8.11 ΜΙΑ ΠΟΛΥΘΟΡΥΒΗ ΣΙΩΠΗ
  • Έννοια κόσμου= εκείνη που δίνεται μέσα από γλώσσα (Γλώσσα= κόσμος)
  • Γλώσσα: καθορίζει οπτικό πεδίο λογικού.
  • Ό,τι δεν δύναται να εκφραστεί ως κατάσταση πραγμάτων δεν χωράει στη γλώσσα (άρρητο) πχ αξίες ηθικές, καλαισθητικές= εκτός γλώσσας, άρρητα
[Τραγικό συμπέρασμα: τα πιο αξιόλογα έξω από γλωσσαναλυτικό λογισμό (νόημα κόσμου= έξω από τον κόσμο) Κόσμος: τυχαιότητα.]
  • Ηθική= υπερβατική= αισθητική: εκτός γλώσσας
  • Μεταφιλοσοφία της γλώσσας (αφηρημένος στοχασμός για «λογική δομή» ή μορφή προτάσεων και ισομορφία με κόσμο)= εκτός γλώσσας 
  • Αδύνατον να λεχθεί= αδύνατο να κατανοηθεί
  • Τα άρρητα δεν λέγονται, δείχνονται (το πώς είναι θέμα εκτός γλώσσας)
  • Ορθή μέθοδος φιλοσοφίας= σιωπή
  • Προτάσεις= διευκρινήσεις, α-νοησίες ως σκαλιά υπέρβασης των προτάσεων (πρέπει να ξεχαστούν αμέσως μόλις διατυπωθούν).
  • Τέρμα σε «μεγάλη» φιλοσοφία: παραβιάζει περιορισμούς γλώσσας= ζητά να χαράξει ανυπέρβλητο όριο θεωρητικού λογισμού, εδώ περιορίζει η γλώσσα κι όχι η εσωτερική δομή του νου (Καντ)
  • Πρακτικό αποτέλεσμα: απαξίωση κάθε ενορατικής, νοησιαρχικής, ολιστικής φιλοσοφίας. (τόπος α-νοησίας) Εστίαση σε λειτουργία γλώσσας ως αποκλειστικός φορέας νοήματος)

8.12 WITTGENSTEIN: ΕΠΙΚΡΙΤΗΣ ΤΟΥ «ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ»
Κρίσιμο χαρακτηριστικό γλωσσικής φιλοσοφίας του:
  • κατανόηση γλώσσας ως δημόσιο και αντικειμενικό σύστημα κανόνων. Τα υποκείμενα εντάσσονται σ΄ ένα λογικό πλέγμα που τα καθορίζει.
  • Υπαγωγή πρώτου προσώπου στο τρίτο. Υποκειμενικότητας στη διυποκειμενικότητα.
  • Καθοριστικό/πρωτεύον= η σχέση νοηματικής ανταλλαγής (όχι τα άτομα)
  • Διαποτισμός υποκειμενικής συνείδησης από παραδοχές κοινού λόγου.
Κρίσιμη μεθοδολογική παραδοχή Πραγματείας:
  • αίτημα σταθερότητας και οριστικότητας νοημάτων: λογική ανάλυση προτάσων/συνθηκών αλήθειας= νοηματική καθαρότητα: Κάθε πρόταση σημαίνει ένα και μόνο ένα πράγμα.
  • Γλώσσα ως εργαλείο επικοινωνίας λειτουργεί μόνο με κυριολεκτικές ή κανονικές σημασίες (πίσω από αυτά τα αιτήματα: «ιδεώδη γλώσσα» Ράσσελ)

Β. Φιλοσοφικές έρευνες: Δραστική τροποποίηση στη δεύτερη εκδοχή του:
  • Επικρίνει εαυτό του για παρανόηση σχετικά με καταγωγή και λειτουργία γλωσσικών νοημάτων: Νόημα= όχι απεικόνιση μιας και μοναδικής κατάστασης πραγμάτων δεδομένης και αμετάβλητης. Παράγεται σε συγκεκριμένα πλαίσια επικοινωνιακής πρακτικής που μεταβάλλονται ανάλογα με υπαρκτικούς προσανατολισμούς μετεχόντων.

8.13 ΜΟΡΦΕΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΑ ΠΑΙΓΝΙΑ
·        Υπάρχουν καθορισμένες «μορφές ζωής» για συγκροτημένες κοινότητες.
  • Κάθε υποσύστημα κοινωνικής δραστηριότητας («μορφή ζωής»)έχει την ιδιαίτερη γλωσσική του εμπειρία που εφάπτεται των άλλων χωρίς να ταυτίζεται= γλωσσικό παίγνιο.
  • Περιεχόμενα γλωσσικού παιγνίου= πλέγμα σημασιών κοινού λόγου ομάδας
  • Γλώσσα= όχι ομοιογενές σύστημα, αλλά φωλεά πολυποίκιλων επικοινωνιακών πρακτικών. Όχι κεντρική κανονικότητα υποχρεωτική για όλους.
  • Αποκρυστάλλωση νοημάτων κατά τόπους με στεφάνη συγγενών κ έκκεντρων νοημάτων προς γειτνιάζουσα μορφή ζωής
  • Ομοιότητες παιγνίων: οικογενειακές (χωρίς κρυφή ταύτιση ουσίας)
  • Διάφορες γλωσσικές πρακτικές= όχι εκφάνσεις μιας νοητής «γλώσσας καθαυτήν», αλλά αυθύπαρκτες πρακτικές καταστάσεις.
  • Λογική ουσία και γλώσσα καθαυτήν= θεωρητικές χίμαιρες (αντίθεση με Πλάτωνα)

8.14 ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΩΣ ΧΡΗΣΗ: ΚΑΤΑ ΤΗΣ «ΟΥΣΙΟΚΡΑΤΙΑΣ»
  • Κατάργηση αντίληψης κυριολεξίας. Γλώσσα= σμήνος «ανοικτών εννοιών».
  • Αέναη εξέλιξη γλώσσας
  • Κοινωνία: καλειδοσκοπική πλειάδα πρακτικών ενασχολήσεων. Πραγματικότητα κατακερματισμού αποτυπώνεται σε γλωσσική πρακτική.
  • Θεωρητικό επακόλουθο γλωσσαναλυτικής ύστερου Βίτγκεστάιν: αναίρεση «ουσιοκρατίας»
  • Τοπικές συνθήκες καθορίζουν περιεχόμενο έννοιας. [«Μην ερευνάτε για το νόημα, ερευνάτε για τη χρήση»]
  • Έννοια γλώσσας και παίγνιου παραπέμπουν σε ιδέα κανόνα, αλλά γλωσσική χρήση δεν εννοείται ως εμπειρική εφαρμογή δεδομένου εκ των προτέρων λογικού κανόνα. Κατανόηση κανόνα πάντα εκ των υστέρων.
  • Δεν υφίσταται συνείδηση έξω από κοινωνικές/επικοινωνιακές πράξεις ατόμων που λαμβάνουν χώρα μέσα σε δεδομένο πλέγμα σημασιών κ παραδοχών.

8.15 ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
  • Υποκείμενο γλωσσικής πράξης= εξάρτημα δημοσίου λόγου (κοινωνικού συστήματος νοημάτων)
  • Ομιλούν Εγώ: πραγματώνει μια συλλογική λογική.
  • Σύλλογος= τοπικό υποσύστημα επικοινωνιακής δράσης, όχι γλώσσα «καθόλου»
  • Επιχείρημα ιδιωτικής γλώσσας (απαγόρευση ιδιοποίησης γλώσσας από εσωτερική συνείδηση): κάθε έννοια αναστοχασμού= λογικώς ασυνάρτητη
  • Σημειακό Εγώ: δεν διαθέτει δική του γλώσσα, ή προνομιακή εποπτεία εσωτερικού του. Γλώσσα χωρίς τρίτο δεν γίνεται.
  • Μνήμη= αναξιόπιστη ψυχολογική διαδικασία που δεν εξασφαλίζει νοηματική σταθερότητα.
  • Γλώσσα= δημόσιο σύστημα που ενσωματώνει Εγώ σε πλέγμα λόγων
  • Υποκειμενικότητα= παράγωγο, δευτερεύον φαινόμενο
Αποπλανητική κρυπτικότητα στοχασμών Βίτγκενστάιν.
  • Λανθάνων πραγματισμός (η γλώσσα είναι αυτό που κάνει)
  • Στοιχεία συμπεριφορισμού (γλώσσα= επικοινωνιακή πρακτική που τεκμαίρεται από τρόπο που ο χρήστης διαθέτει τον εαυτό του)
  • Σχετικισμός (συνέπεια αντι-ουσιοκρατικής προβληματικής): το νόημα των εννοιών/προτάσεων μεταβάλλεται σύμφωνα με κοινωνικό/υπαρκτικό πλαίσιο
  • Όχι άνεση με εξάλειψη «εσωτερικού» συνείδησης: τρόπος που πραγματεύεται έννοια «κριτηρίου» νοήματος (δεν αναπτύσσεται εδώ)
  • Έργο Βίτγκεστάιν: χωρίς μορφή τελειωμένου συστήματος (θα αντέβαινε «ανοιχτή» λογική συγγραφέα.

8.16 Η ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟΝ WITTGENSTEIN: Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΜΟΥ
Γλώσσα κατά Βίτγκενστάιν: πεδίο φιλοσοφικής πρακτικής
Φιλοσοφία= διερεύνηση νοήματος εννοιών (όχι παραγωγή οντολογικής αλήθειας)
Α΄ ήμισυ 20ου αιώνα: πρότυπο= αρμονική συνεκτικότητα λογικών εννοιών
Β΄ ήμισυ 20ο αίωνα: συνείδηση= φυσικό σύστημα, πλέγμα συμπεριφορών
Η έννοια του νου, Ryle: έπαιξε ρόλο για αναγωγή συνείδησης στο συμπεριφορισμό
  • Ανασκευή ιδέας ότι υπάρχει «εσωτερικό» συνείδησης με πρόσβαση μόνο από το ατομικό υποκείμενο μέσω αναστοχασμού
  • Έννοιες γλώσσας= δηλώσεις προδιαθέσεων για πράξη (όχι περιγραφές μυστικού χώρου συνείδησης)
  • Νους= άθροισμα συμπεριφορών υλικού σώματος+προδιαθέσεις για μέλλον (ασύστατος ο καρτεσιανός διαχωρισμός νου-σώματος)
  • «Δεν υπάρχει φάντασμα μέσα στη μηχανή»= όχι ενιαίο νοητικό κέντρο (το αντίθετο (η ενιαία αρχή ολότητας) είναι «κατηγοριακό λάθος» της μεθοδολογίας της κλασικής φιλοσοφίας)
  • Ανθρώπινο υποκείμενο= σύνολο παρατηρήσιμων κινήσεών του
Ryle ωθεί μεθοδολογία Wittgenstein σε ακραίο συμπεριφορισμό
-Επιστήμη αρχίζει να κατανοεί εαυτό της ως κοινωνική πρακτική. Μορφή ζωής γύρω από δικό της γλωσσικό παίγνιο.
-Θεωρία παραδειγμάτων Κουν: αναμόρφωσε φιλοσοφία επιστήμης (συνάφειες προς προβληματική Βίτγκενστάιν): κατανόηση ανθρώπινης πράξης ως πολύπλοκο σύστημα διαπροσωπικών ανταλλαγών και συναινέσεων.
-Φιλοσοφικές έρευνες, Βίτγκενστάιν: έστρεψε προσοχή προς δομές καθημερινής εμπειρίας, προς νοήματα που διαμορφώνονται μέσα στο δημόσιο λόγο
-Μετά Βιτγκενστάιν:
  • μετεξέλιξη αναλυτικής φιλοσοφίας σε φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας +
  • πραγματιστική τάση στη γνωσιολογία Quine, Davidson (ζητούμενο: «φυσιοκεντρική αναγωγή επιστημολογίας»,
Στόχος φιλοσοφίας= όχι a priori κριτήρια λογικότητας, αλλά παρακολούθηση ανάπτυξης νοητικής και γλωσσικής ικανότητας βιολογικού οργανισμού και περιγραφή συνθηκών όπου τα υποκείμενα μπορούν να κατανοήσουν το ένα το άλλο, υπό συνθήκες «απροσδιοριστίας» (όχι ταύτιση σημασιών των όρων). Κανόνας επιστημολογικής «ευσπλαχνίας»: grosso modo (λειτουργική αντιστοιχία με περιθώρια απόκλισης, όχι απόλυτη σύμπτωση θεωρητικών κατηγοριών).



ΚΕΦ. 9ο
Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ «ΠΡΑΓΜΑΤΑ» ΤΗΣ, Ο ΖΩΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ
9.1 Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΑΓΩΓΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ HUSSERL
Φαινομενολογία: ιδιόμορφη τάση 20ου αιώνα.
Κυρίαρχη δυναμική εποχής= εξήγηση φαινομένου αυτοσυνειδησίας+λογικότητας με αποκλειστική αναφορά στο βιοφυσικό, κοινωνικό και ψυχολογικό υπόβαθρό τους.
Φαινομενολογία Χέγκελ: βαθμίδες αυτοσυνειδησίας συλλογικού πνεύματος ανθρωπότητας μέχρι «απόλυτη γνώση» νόμων ιστορικής ζωής (φαινομενα= θεσμοί, ηθικές αντιλήψεις, γενικές κοσμοθεωρίες που ενσαρκώνουν βαθμό ωριμότητας συνείδησης). Μεθοδολογικό χαρακτηριστικό: απομόνωση έννοιας που πραγματώνεται από κοινωνική δομή= αντικειμενικοποίηση ιδεωδών που καθοδηγούν συνείδηση.
Ξεχωριστή φιλοσοφική μεθοδολογία φαινομενολογίας από Χούσερλ:
  • Εγχείρημα: καθορισμός συνειδητότητας στην καθαρή της μορφή (ανεξάρτητα από εμπειρική πραγματικότητα)

-Κεντρικό ερώτημα φιλοσοφίας: τι σημαίνει συνείδηση ενός πράγματος;
Αφετηριακή της υπόθεση: αυτοδυναμία λογικού απέναντι στα πράγματα
Ο λόγος δράττεται των αντικειμένων και τα κάνει δικά του.
Αντικείμενο ως αντικείμενο γνώσης= δεδομένο στη συνείδηση (αξιωματική παραδοχή, αλλιώς δεν υπάρχει θεωρητικός στοχασμός)
-Αν συνείδηση ως εξάρτημα φυσικού ή κοινωνικού συστήματος (θετικισμός και πραγματισμός) τότε παύει να είναι συνείδηση (όχι δυνατότητα στοχαστικού αυτοκαθορισμού και πρακτική της αυτονομία= λειτουργίες λογικής ως αντανακλαστικές αντιδράσεις στον καταναγκασμό φυσικών δυνάμεων)

9.2 Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Κρίση= εγχείρημα «εκπραγμάτωσης» της ζωής (περιγραφή λογικού Εγώ ως άψυχο πράγμα): φαύλος εξορθολογισμός πανανθρώπινης πραγματικότητας (σκοπιά ποσοτικών μετρήσεων, ως έκφανση τυφλής υλικής πραγματικότητας)
  • Πρωτογενές βίωμα υποκειμενικού αναστοχασμού= ανύπαρκτο
  • Περιεχόμενο συνείδησης= απείκασμα δομών εξωτερικού Είναι (ευτελίζεται)
  • Φυσικοκρατική αναγωγή= καταστολή υποκειμενικής αυθορμησίας (καταστροφική κατά Χούσερλ)
  • Σε μια εποχή πολιτικού/διανοητικού ολοκληρωτισμού η φιλοσοφία Χούσερλ έκρυβε πολιτικό αίτημα απελευθερωτικής πράξης απείθειας απέναντι σε υλικό καταναγκασμό.

9.3 Η ΚΑΘΑΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΩΣ «ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ» ΤΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ
Αναγωγή συνείδησης στη φυσική ύλη= λανθασμένη επειδή αποκρύπτει θεωρητικές/πολιτισμικές προϋποθέσεις που την έκαναν ιστορικά δυνατή
Υλισμός= μια θεωρία ανάμεσα στις άλλες για έλεγχο κόσμου
-Πίσω από αναγωγικές εξηγήσεις κρύβεται πρωτογενής αυθορμησία συλλογικού υποκειμένου:
  • ύπαρξη «υπερβατολογικής συνείδησης» (υποκειμένου νόησης)= προϋπόθεση ύπαρξης κάθε θεωρίας
  • επιστήμη, θετικισμός και φυσιοκρατική θεώρηση συνείδησης= παράγωγα πρωτογενούς λογικότητας ανθρώπου (υποκειμένου νόησης)
  • επιστροφή σε βασικές ιδέες Καρτέσιου (οντολογική αποκόλληση νου από υλικά πράγματα, λογικού Εγώ από φυσική αναγκαιότητα)
Σκέψη Χούσερλ= πρωτότυπος «καρτεσιανός διαλογισμός»
  • Καρτεσιανή κατανόηση: προϋπόθεση ανεξαρτησίας συνείδησης= χωρισμός ιδέας-πράγματος
  • Ζήτημα Χούσερλ: αυτεξουσιότητα συνείδησης μετά από εμπλοκή της με φυσικό περιβάλλον (κατάλοιπο εγελιανής φιλοσοφίας)


9.4 ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ «ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΚΟΠΙΑΣ» ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Βασική επιδίωξη φαινομενολογίας: ανατροπή «φυσικής σκοπιάς»
Συνείδηση:
  • ανεξάρτητη από πράγματα
  • έχει αυτογενή δυναμισμό
  • έχει αναφορά στα πράγματα
Νόηση= νόηση πράγματος (έχει αντικειμενικό περιεχόμενο: Χέγκελ)
-Φιλοσοφία Χούσερλ= μεθοδική διερεύνηση αυτής της διαπλοκής
  • προτροπή φαινομενολογίας= «επιστροφή στα πράγματα του νου» (αντικειμενιστική γλώσσα Χούσσερλ: υποσκάπτει θεμέλια αναγωγισμού)
  • Αναγκαίο δέσιμο νου-κόσμου από σκοπιά λογικού υποκειμένου που δίνει μορφή και σχήμα στα πράγματα
  • Υπερβατολογικό Εγώ + επαφή με αντικείμενα= συγκρότηση εαυτού ως αυτενεργό σύστημα ζωής (εξωτερικα πράγματα= προϋποθέσεις για αυτογνωσία, αυτονομία, πραγμάτωση ως συνείδησης)
  • Κίνηση λογικού προς εξωτερικό κόσμο= κίνηση «προθετική»
  • Προθετικότητα= ουσία συνειδησιακού βιώματος (πυρήνας προθετικής ορμής)

9.5 ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΚΗ «ΕΠΟΧΗ»: Ο ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ «ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΓΚΥΛΕΣ»
  • Εξερεύνηση περιεχομένων υπερβατολογικού Εγώ (αντικειμενικότητά του): όχι εμπειρική/πειραματική επαφή με φυσική πραγματικότητα. Εμπειρικό υλικό: εντός αγκυλών
  • Φιλοσοφική σκοπιά: νοητική πράξη «εποχής» (δεν λαμβάνει υπόψη τα αισθητά όντα ως τέτοια)
  • «Εποχή» (όρος αρχαίων σκεπτικών)= αδυναμία νου που βασίζεται σε αισθητηριακές εντυπώσεις να αποφανθεί για πραγματική ύπαρξη/δομή πράγματος. Καταλήγει σε ριζική αμφιβολία. Δραματική ρήξη λογικού Εγώ με εμπειρικό κόσμο. Διατύπωση πιθανολογικών υποθέσεων μέσα από ψυχολογικούς συνειρμούς.
  • Φαινομενολογία: ζητά να καθαρίσει νόηση από ψυχολογισμούς
  • Εμπειρική πιθανολογία: χωρίς λογικό κύρος
  • Εμπειρικός κόσμος σε αγκύλες= αναδίπλωση υπερβατολογικής συνείδησης στον εαυτό της. Στοχασμός που δεν πηγάζει από εξωτερική παρατήρηση.
  • Πραγματικότητα-κόσμος= τίτλοι ενοτήτων νοήματος συνείδησης
  • Φαινομενολογική «εποχή»: όχι κρίσεις για χωρο/χρονική ύπαρξη πραγμάτων (εξωτερική εμπειρία). Αυτό δεν σημαίνει ότι τα εμπειρικά πράγματα δεν υπάρχουν, αλλά ότι για κατανόηση λειτουργίας συνείδησης δεν μας ενδιαφέρουν α. ποσοτικές περιγραφές και β. αιτιακές εξηγήσεις εμπειρικών επιστημών και κοινού νου.

9.6 Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ «ΝΟΗΜΑΤΑ» ΤΗΣ
  • Εστίαση σε νόημα πράγματος μέσα στη συνείδηση.
  • Νόημα= λογική οντότητα, καθαρή μορφή πράγματος: αντικείμενο συνείδησης (απομόνωση θεμελιακών γνωρισμάτων εσωτερικού βιώματος): νοητική αναπαράσταση= μεταποίηση σε συνειδησιακό φαινόμενο
  • Ψυχολογικές, ανθρωπολογικές, φυσικές πτυχές εννοιών= χωρίς σημασία για φαινομενολογική ανάλυση (καθαρή ενέργεια νου χωρίς αναφορά στις αισθητές διαστάσεις των πραγμάτων)
  • «Φαινόμενα» με τα οποία ασχολείται η συνείδηση= λογικές πραγματικότητες, νοήματα που συγκροτούν τον κόσμο όπως τον νοεί.
  • Εμπειρική πραγματικότητα: τελεί υπό θεωρητική αναστολή («εποχή»)

9.7 ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ. Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΩΣ «ΕΙΔΗΤΙΚΗ» ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Ένσταση: είναι δυνατή η νοητική αναπαράσταση ενός αντικειμένου χωρίς φυσική επαφή;
Χούσσερλ: αντίρρηση εκτός θέματος
  • Αδιάφορη η εμπειρική απαρχη μιας ιδέας
  • Κρίσιμο θέμα: η συνείδηση την αδράχνει και τη μετουσιώνει σε λογικό νόημα. Από τη στιγμή αυτή τη χειρίζεται ως αυθύπαρκτη λογική πραγματικότητα
  • Νους ως ψυχολογικό σύστημα: παθητικός (ανακλαστήρας εντυπώσεων)
  • Νους ως λογικό σύστημα: ενεργητικός (καθορίζει/ελέγχει περιεχόμενά του)
  • Φαινομενολογία: «ειδητική» επιστήμη: καταπιάνεται με λογικές μορφές (είδη) νου και νοητικό τους περιεχόμενο, όχι ενδιαφέρον για σύνδεση με εμπειρία
  • Έννοια «νοήματος»: δάνειο από Φρέγκε με τροποποίηση σημασίας του. Ερμηνεία όρου με απόλυτα νοησιαρχικό, υποκειμενιστικό τρόπο
  • Κατάλοιπο μαθηματικής προπαίδειας Χούσσερλ: φιλοδοξία μετατροπής φιλοσοφίας σε «αυστηρή επιστήμη» δια της «ειδητικής» οδού (λογικά κλειστή όπως και οι μαθηματικο-φυσικές επιστήμες: ακέραιο ήθος επιστημονικότητας μέσα σε μυστικιστικό ολοκληρωτισμό που μάστιζε την Ευρώπη).





Σημειώσεις της Γ.Α.Β. για την ΕΠΟ22-2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: