Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

ΕΛΠ 42 - Αρχαιολογία: Σημειώσεις Τόμος Α', Κεφ. 3

          Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ
                                                         ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α.3.

3.1. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ:
1.      Ο γενικός όρος που δίδεται στο σύνολο των αρχαιολογικών δεδομένων (ο «αρχαίος υλικός πολιτισμός»).
2.      Πρόκειται ουσιαστικά για τα υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης συμπεριφοράς μικρά ή μεγάλα τα οποία ανακαλύπτονται και καταγράφονται από τους αρχαιολόγους.
3.      Μετά την καταγραφή οι αρχαιολογικές μαρτυρίες μετατρέπονται σε αρχαιολογικά δεδομένα.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
1.      Τέχνεργα: Κινητά ευρήματα, όπως όπλα, αγγεία, αγάλματα.
2.      Κατασκευές: Μη κινητά ευρήματα, κατασκευασμένα ή τροποποιημένα από τον άνθρωπο, που δε μπορούν να αποσπασθούν από το έδαφος χωρίς τον κίνδυνο να καταστραφούν, όπως πηγάδια αυλάκια, βωμοί
3.      Κτίσματα: Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα όλων των ειδών.
4.      Οικοδεδομένα: Διάφορα οργανικά κατάλοιπα από το φυσικό περιβάλλον που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με την αρχαία πολιτισμική συμπεριφορά, όπως κατάλοιπα αρχαίας χλωρίδας και πανίδας (οστά ζώων, κοχύλια), εδάφη, ιζήματα και μεταλλεύματα.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

Ονομάζουμε τα μέρη όπου απαντώνται τα αρχαιολογικά δεδομένα σε υψηλές πυκνότητες. Οι αρχαιολογικές θέσεις διακρίνονται ως προς:
1.      Το περιεχόμενο τους καθώς περιλαμβάνουν είτε μία από τις βασικές κατηγορίες αρχαιολογικής μαρτυρίας είτε συνδυασμό αυτών.
2.      Τη λειτουργία τους αφού διακρίνονται σε οικισμούς, σπήλαια, καταυλισμούς, ναούς, ταφικές θέσεις και θέσεις με εξειδικευμένες λειτουργίες, όπως στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
3.      Το μέγεθος και τη μορφή τους καθώς μια αρχαιολογική θέση μπορεί να αντιπροσωπεύεται εξίσου από έναν ολόκληρο οικισμό, από ένα μεμονωμένο μνημείο, ή από μερικά αγγεία ή εργαλεία.
4.      Τη διάρκεια χρήσης τους αφού υπάρχουν θέσεις που χρησιμοποιήθηκαν για πολύ σύντομο χρονικά διάστημα, άλλες για πολλές γενιές και άλλες με μεσοδιαστήματα εγκατάλειψης.
è Μέχρι πρόσφατα οι αρχαιολογικές θέσεις αποτελούσαν τις βασικές μονάδες έρευνας.
è Τις τελευταίες όμως δεκαετίες έχει διαπιστωθεί έντονη τάση να μελετώνται ως μέρος του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκαν, με αποτέλεσμα να δίνεται έμφαση σε μεγαλύτερες και πιο περιεκτικές μονάδες έρευνας, τις αρχαιολογικές γεωγραφικές περιοχές.

Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
1.      Παλαιότερα ότι η φύση της αρχαιολογικής μαρτυρίας θεωρούνταν ότι είναι απλή και ότι αντικατοπτρίζει πιστά την αρχαία ανθρώπινη συμπεριφορά.
2.      Σήμερα πλέον, πιστεύεται ότι η αρχαιολογική μαρτυρία είναι πολυσύνθετη, πολλές φορές μάλιστα παραπλανητική, και δεν πρέπει ποτέ να εκλαμβάνεται με τη φαινομενική της αξία, καθώς πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων, που την επηρέασαν καθοριστικά σε διάφορα στάδια.

3.2.ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Στη διαμόρφωση της αρχαιολογικής μαρτυρίας συντελούν κάποιοι παράγοντες, που επιδρούν στην κατανόηση και ερμηνεία της αρχαίας ανθρώπινης συμπεριφοράς. Διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:
1.      τους παράγοντες διάπλασης και
2.      τους παράγοντες μετάπλασης


ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΠΛΑΣΗΣ:
1.      Ευθύνονται για την αρχική ή πρωτογενή απόθεση των αρχαίων υλικών καταλοίπων.
2.      Έχουν σχέση αποκλειστικά με την αρχαία ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία αφήνει τα σημάδια της στα αρχαία υλικά κατάλοιπα μέσα από μία ποικιλία δραστηριοτήτων, λειτουργικών αλλά και συμβολικών, όπως:
  1. Δραστηριότητες που σχετίζονται με τα τρία κύρια στάδια στον κύκλο ζωής των τεχνέργων, κατασκευών, κλπ: κατασκευή-χρήση-απόρριψη (π.χ. το κτήριο στο Λευκαντί Ευβοίας).
  2. Τελετουργικές δραστηριότητες, κατά τις οποίες τέχνεργα, κατασκευές κλπ αποτίθενται για τελετουργικούς σκοπούς, π.χ. ως μέρος της τελετής θεμελίωσης ενός κτηρίου ή ως αναθήματα σε ναούς.
  3. Δραστηριότητες απόκρυψης με σκοπό τη διασφάλιση πολύτιμων τεχνέργων ή οικολογικών καταλοίπων, π.χ. νομίσματα ή τρόφιμα.
  4. Δραστηριότητες ενταφιασμού νεκρών, που έχουν ως αποτέλεσμα την απόθεση ταφών ή καύσεων ή άλλων μορφών ταφής.
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕΤΑΠΛΑΣΗΣ:
1.      Ευθύνονται για την τελική μορφή της αρχαιολογικής μαρτυρίας.
2.      Επεμβαίνουν στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή της απόθεσης των αρχαίων υλικών καταλοίπων, έως τη στιγμή της ανακάλυψής τους από τους αρχαιολόγους, καθορίζοντας το βαθμό στον οποίο αυτά θα καταστραφούν ή θα αλλάξουν μορφή, περιεχόμενο, ακόμη και λειτουργία και θέση. Οι παράγοντες μετάπλασης διακρίνονται σε:

ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕΤΑΠΛΑΣΗΣ: Σχετίζονται με την ανθρώπινη λειτουργική ή και συμβολική συμπεριφορά και μπορούν να προκαλέσουν τη φθορά ή σπανιότερα, τη συντήρηση της αρχαιολογικής μαρτυρίας (π.χ. πολλά από τα αντικείμενα στο κτίριο της Τούμπας στο Λευκαντί είχαν χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα, είχαν δηλ. ζωή έως και χιλίων ετών πριν αποτεθούν εκεί)

è Παράγοντες φθοράς πολιτισμικών παραγόντων μετάπλασης: Αρχαίες ή σύγχρονες δραστηριότητες επαναχρησιμοποίησης ή διαταραχής των υλικών καταλοίπων στις πρωτογενείς αποθέσεις τους:
1.      Δραστηριότητες επαναχρησιμοποίησης: ολική ή μερική «ανακύκλωση» αρχαίων κτισμάτων, τεχνέργων, κατασκευών, οικοδεδομένων ή απορριμμάτων σε μια θέση, από τους ίδιους ή άλλους χρήστες, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, για λειτουργικούς ή συμβολικούς λόγους.
2.      Δραστηριότητες διαταραχής: επιφανειακή ή πλήρης διαταραχή κτισμάτων, τεχνέργων, κατασκευών, που προκαλείται από ποδοπάτημα, οικοδομικές δραστηριότητες, άροση, εκμετάλλευση ορυχείων και λατομείων, βιομηχανικές εργασίες, λαθρανασκαφές, πολεμικές καταστροφικές ή άλλες βίαιες ιστορικές πράξεις.

è Παράγοντες συντήρησης πολιτισμικών παραγόντων μετάπλασης:
1.      Μουμιοποίηση των νεκρών
2.      Εμπρησμοί, αφού η φωτιά ψήνει και επομένως συντηρεί οργανικές ύλες όπως ο ωμός πηλός.


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕΤΑΠΛΑΣΗΣ:.
1.      Τα αρχαιολογικά δεδομένα συνδέονται με το άμεσο περιβάλλον τους -είτε αυτό είναι φυσικής προέλευσης είτε είναι έμμεσο προϊόν της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αρχαίας ή σύγχρονης- και αλληλεπιδρούν με αυτό.
2.      Συνήθως, τα ανόργανα υλικά (λίθος, μέταλλα, ψημένος πηλός) είναι «άφθαρτα» και διασώζονται, ενώ τα οργανικά (οστά, μαλλιά, σπόροι, ξύλο, ύφασμα) είναι «φθαρτά» και έχουν χαμηλό έως μηδαμινό δείκτη επιβίωσης.
3.      Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μετάπλασης είναι και αυτοί όπως οι πολιτισμικοί παράγοντες φθοράς ή συντήρησης και μπορούν να προστατέψουν τα «φθαρτά» και να καταστρέψουν τα «άφθαρτα».


è ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΦΘΟΡΑΣ περιβαλλοντικών παραγόντων μετάπλασης: χημικοί, φυσικοί, βιολογικοί
è ΧΗΜΙΚΟΙ:
  1. Α. Νερό με τη μορφή υγρασίας ή βροχής σε συνδυασμό με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας: οξειδώνει το μέταλλο.
Β. Νερό σε συνδυασμό με χημικές ενώσεις της μολυσμένης ατμόσφαιρας: χημική καταστροφή και μεταβολή υλικών.
Γ. Νερό σε συνδυασμό με αλάτι, π.χ. θαλασσινό νερό: οξειδώνει μέταλλα.
  1. Ηλιακή ακτινοβολία: χημική φθορά υλικών καταλοίπων.
  2. Αλατούχα περιβάλλοντα: οξειδώνουν μέταλλα, διαβρώνουν λίθους, κεραμικά, τοιχογραφίες
  3. Όξινα περιβάλλοντα: οξειδώνουν μέταλλα, διαβρώνουν λίθους, κεραμικά, τοιχογραφίες, διαλύουν οστά, αποσυνθέτουν οργανικά υλικά
è ΦΥΣΙΚΟΙ
  1. Νερό εν κινήσει: διάβρωση θέσεων, επικάλυψη με ιζηματογενείς αποθέσεις, φθορά τεχνέργων.
  2. Ηλιακή θερμότητα: σήψη οργανικών καταλοίπων, θραύση υλικών λόγω διαστολής-συστολής, ρωγμές σε έδαφος που προκαλούν μετατόπιση θαμμένων αντικειμένων.
  3. Συχνή εναλλαγή υγρασίας-ξηρασίας: θραύση υλικών λόγω διαστολής-συστολής.
  4. Διαδοχική τήξη-πήξη πάγου: θραύση υλικών, μετατόπιση θαμμένων αντικειμένων.
  5. Δυνατός άνεμος (αιολική ενέργεια)-φυσικές καταστροφές: ριζικές μεταβολές στα αρχαία κατάλοιπα: διάβρωση, επικάλυψη με ιζηματογενείς αποθέσεις, θραύση και καύση.
è ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΙ
  1. Μικροοργανισμοί: σήψη ξύλου και γενικά οργανικών καταλοίπων μέσα σε υγρά εδάφη, καταστροφή ακόμα και λίθων και μετάλλων, τα ζώα προκαλούν διαταραχή αρχαίων αποθέσεων.

è ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ περιβαλλοντικών παραγόντων μετάπλασης: χημικοί, φυσικοί
è ΧΗΜΙΚΟΙ:
  1. Οξειδωμένος χαλκός και σίδηρος: τοξικά για μικροοργανισμούς, άρα συντηρούν οργανικά κατάλοιπα.
  2. Ασβεστολιθικά περιβάλλοντα: διατηρούν οστά και μέταλλα.
  3. Αλατούχα εδάφη: διατηρούν οργανικά κατάλοιπα.

è ΦΥΣΙΚΟΙ
  1. Φωτιά: ψήνει και απανθρακώνει φυτικές ύλες, συντηρώντας τις, καθώς τις κάνει άτρωτες σε παράγοντες βιολογικής αποσύνθεσης
  2. «Μικροπεριβάλλοντα» σπηλαίων ή βραχοσκεπών: προστατεύουν οργανικά κατάλοιπα από εξωτερικές κλιματικές επιδράσεις.
  3. Α. Ξηρά περιβάλλοντα όπως έρημοι: ελλείψει νερού ευνοούν τη συντήρηση οργανικών υλών και μετάλλων.
Β. Ψυχρά περιβάλλοντα όπως οι αρκτικές περιοχές της Γης π.χ. ο Άνθρωπος των Πάγων, ή τα σώματα με τατουάζ σε ταφικούς τύμβους νομάδων στη Ν. Σιβηρία: συντηρούν οργανικές ύλες.
Γ. Αναερόβια περιβάλλοντα, όπως εκτάσεις γης με στάσιμα ή λασπώδη νερά (ο Τάφος του Τουταγχαμών, η Πομπηία και η Ηράκλεια στην Κ. Ιταλία και Ακρωτήρι στη Θήρα που θάφτηκαν κάτω από παχύ στρώμα λάβας και στάχτης με αποτέλεσμα να διασωθούν σε εξαιρετική κατάσταση): εμποδίζουν την πρόσβαση μικροοργανισμών σε οξυγόνο ευνοώντας τη συντήρηση οργανικών υλών.




                  ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ
                                  ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

1.      ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΠΛΑΣΗΣ (αρχική απόθεση) ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ (πολιτισμικοί):
1.      Δραστηριότητες σχετικές με τα τρία κύρια στάδια στον κύκλο ζωής των τεχνέργων, κατασκευών κλπ: κατασκευή-χρήση-απόρριψη.
2.      Τελετουργικές δραστηριότητες.
3.      Δραστηριότητες απόκρυψης.
4.      Δραστηριότητες ενταφιασμού νεκρών

2.      ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕΤΑΠΛΑΣΗΣ (τελική μορφή) ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ:
è ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΙ:
1.      Παράγοντες φθοράς: δραστηριότητες επαναχρησιμοποίησης ή διαταραχής αρχαίων υλικών καταλοίπων
2.      Παράγοντες συντήρησης: μουμιοποίηση, εμπρησμός
è ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ:
1.      Παράγοντες φθοράς:
1.      Χημικοί: νερό και οξυγόνο, χημικές ενώσεις ατμόσφαιρας, αλάτι, ηλιακή ακτινοβολία, αλατούχα και όξινα περιβάλλοντα (4).
2.      Φυσικοί: νερό εν κινήσει, ηλιακή θερμότητα, εναλλαγή υγρασίας-ξηρασίας, τήξη-πήξη πάγου, αιολική ενέργεια (6).
3.      Βιολογικοί: μικροοργανισμοί (1).
2.      Παράγοντες συντήρησης:
1.      Χημικοί: οξειδωμένα μέταλλα, ασβεστολιθικά περιβάλλοντα, αλατούχα εδάφη (3)
2.      Φυσικοί: φωτιά, «μικροπεριβάλλοντα», ξηρά/ψυχρά/αναερόβια περιβάλλοντα (3).

  

3.3.- ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1.      Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες (ευρήματα) δεν υφίστανται ως μεμονωμένες, ανεξάρτητες μονάδες, εκτός τόπου και χρόνου, αλλά η κάθε μία απ’ αυτές εντάσσεται σε ένα αρχαιολογικό πλαίσιο.
2.      Αρχαιολογικό πλαίσιο:
  1. Η ακριβής θέση ενός αρχαιολογικού ευρήματος στον χώρο και στον χρόνο, μαζί με το άμεσο περιβάλλον του.
  2. Δημιουργείται με την επίδραση των παραγόντων διάπλασης ή μετάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ
1.      Η μελέτη του αρχαιολογικού πλαισίου είναι πρωταρχικής σημασίας.
2.      Η ίδια η ταυτότητα της Αρχαιολογίας προσδιορίζεται χάρη στο ενδιαφέρον της για το αρχαιολογικό πλαίσιο, και είναι αυτό ακριβώς που την διαφοροποιεί από τις «ψευδοαρχαιολογίες», τη θησαυροθηρία και τις λαθρανασκαφές.
3.      Τα μεμονωμένα ευρήματα που βρίσκονται «εκτός αρχαιολογικού πλαισίου» (αγορά τέχνης, μουσεία) μας δίνουν ορισμένες μόνο πληροφορίες, που αφορούν την τεχνολογία, τη χρήση τους ή την αξία τους ως έργων τέχνης, συνεπώς έχουν μηδαμινή πολιτισμική και αρχαιολογική αξία.
4.      Η μελέτη του αρχαιολογικού πλαισίου μπορεί να μας δώσει λεπτομερείς ενδείξεις σχετικά με το νόημα τους, συμβάλλοντας έτσι στην κατανόηση και ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και του αρχαίου υλικού πολιτισμού, που είναι το κύριο μέλημα της σύγχρονης Αρχαιολογίας.

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1.      Πρωτογενές αρχαιολογικό πλαίσιο: είναι το πλαίσιο ενός αρχαιολογικού ευρήματος, όπως αυτό δημιουργήθηκε από τους παράγοντες διάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας, δηλ. το προϊόν της πρωτογενούς απόθεσης του ευρήματος: π.χ. ασύλητοι αρχαίοι τάφοι
2.      Δευτερογενές αρχαιολογικό πλαίσιο: είναι το πλαίσιο ενός αρχαιολογικού ευρήματος του οποίου το πρωτογενές πλαίσιο κάποια στιγμή διαταράχθηκε από παράγοντες μετάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας, δηλ. είναι το προϊόν μιας δευτερογενούς απόθεσης του ευρήματος: αρχαίοι τάφοι που είτε επαναχρησιμοποιήθηκαν είτε συλήθηκαν από τυμβωρύχους: π.χ. ετρουσκικοί και αιγυπτιακοί, όπως ο Τάφος του Τουταγχαμών.
è Είναι εξαιρετικά σημαντικό να μπορούν οι αρχαιολόγοι να διακρίνουν μεταξύ του πρωτογενούς και του δευτερογενούς αρχαιολογικού πλαισίου ενός ευρήματος.
Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ που καταγράφονται προσεκτικά από τους αρχαιολόγους κατά την ανασκαφή:
1.      Το περίβλημα του ευρήματος:
1.      Πρόκειται για το υλικό (απόθεση ή στρώμα) που περικλείει και συγκρατεί τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα.
2.      Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για φυσικό υλικό (άμμος, λάσπη κλπ) μπορεί όμως να είναι και πολιτισμικό, το προϊόν μιας ανθρώπινης δραστηριότητας (π.χ. διάφορα οικοδομικά υλικά).
3.      Η χημική σύνθεση και τα φυσικά χαρακτηριστικά του περιβλήματος των αρχαιολογικών ευρημάτων αποτελούν συνήθως σημαντικές ενδείξεις για την κατανόηση των κινήτρων ή των αιτιών που οδήγησαν στην πρωτογενή ή δευτερογενή απόθεση τους.
è Παράδειγμα: Τανζανία, σε στρώσεις ηλικίας 1,8-2 εκ. χρόνων ανακαλύφθηκαν τα πρωιμότερα κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας στον κόσμο: οστά, εργαλεία κλπ δυο ανθρωπιδών. Διατηρήθηκαν στην αρχική τους θέση (in situ) χάρη στο περίβλημα τους, ένα στρώμα ψιλής άμμου, που τα κάλυψε μετά την άνοδο της στάθμης μιας λίμνης (που αργότερα αποξηράνθηκε). Η σύνθεση του περιβλήματος έδειξε ότι οι ανθρωπίδες αυτοί είχαν ζήσει κοντά σε λίμνη.
2.      Την προέλευσή του ευρήματος:
  1. Πρόκειται για την ακριβή οριζόντια και κάθετη θέση ενός αρχαιολογικού ευρήματος μέσα στο περίβλημα στο οποίο ανακαλύφθηκε και κατ' επέκταση, μέσα σε μία αρχαιολογική θέση.
  2.  Η καταγραφή της προέλευσης ενός ευρήματος, που γίνεται με βάση δυο οριζόντιες και μια κάθετη διάσταση, επιτρέπει στους αρχαιολόγους να καθορίσουν καλύτερα τη συσχέτιση του με άλλα παρακείμενα ευρήματα.
3.      Τη συσχέτιση του ευρήματος με άλλα ευρήματα:
  1. Η καταγραφή της προέλευσης ενός ευρήματος επιτρέπει να καθοριστεί η συσχέτιση, δηλαδή η σχέση του με άλλα παρακείμενα ευρήματα, συνήθως μέσα στο ίδιο περίβλημα: πρόκειται για την οριζόντια σχέση των ευρημάτων στον χώρο – χωρικό πλαίσιο.
  2. Επίσης επιτρέπει να καθοριστεί η σχέση του με άλλα ευρήματα, που βρίσκονται, στα στρώματα πάνω και κάτω από το δικό του στρώμα: δηλ. η κάθετη σχέση των ευρημάτων στον χρόνο – χρονικό πλαίσιο.


ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΑΛΛΗΛΙΑΣ
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗΣ
1.      Η οριζόντια σχέση χώρου (χωρικό πλαίσιο) που διατηρεί ένα αρχαιολογικό εύρημα με άλλα ευρήματα σε μια αρχαιολογική θέση βασίζεται στην αρχή της συσχέτισης.
2.      Σύμφωνα με την αρχή της συσχέτισης: ένα αρχαιολογικό εύρημα είναι σύγχρονο (δηλαδή κατασκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα) με άλλα ευρήματα που βρίσκονται στο ίδιο περίβλημα με αυτό.
3.      Παράδειγμα: σε σπήλαια στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη ανακαλύφθηκαν: αρχαία λίθινα πελεκημένα εργαλεία σε συσχέτιση με οστά ζώων που έχουν εκλείψει και με απολιθωμένα ανθρώπινα οστά και στάχτη ή οστά ζώων που έφεραν εγχάρακτες εγχαράξεις και κοφτερά εργαλεία. Η ανακάλυψη της συσχέτισης απέδειξε: συνύπαρξη μεγάλων εκλιπόντων ζώων και ανθρώπων, που είχαν τη γνωστική ικανότητα να κατασκευάζουν εργαλεία και ίσως να κυνηγούν μεγάλα ζώα.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΛΛΗΛΙΑΣ
1.      Η κάθετη σχέση χρόνου (χρονικό πλαίσιο) ενός αρχαιολογικού ευρήματος με άλλα αρχαιολογικά ευρήματα σε μια αρχαιολογική θέση -που για πρώτη φορά διατυπώνεται στα πλαίσια της γεωλογίας- στηρίζεται στην αρχή της επαλληλίας.
2.      Σύμφωνα με την αρχή της επαλληλίας τα στρώματα της Γης είναι διατεταγμένα το ένα πάνω το άλλο διαδοχικά, με τα κατώτερα στρώματα να έχουν αποτεθεί πριν από τα ανώτερα.
3.      Η αρχή της επαλληλίας είναι βασικότατη αρχή για την αρχαιολογική στρωματογραφία.

  

ΣΤΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ:
è Η μελέτη της επάλληλης διάταξης, της διαστρωμάτωσης, των αποθέσεων ή στρωμάτων σε μία αρχαιολογική θέση.
è Τα στρώματα σε μία αρχαιολογική θέση είναι συγχρόνως φυσικά (γεωλογικά) και πολιτισμικά, αλλά μπορεί να είναι και καθαρά γεωλογικά.
è Ανάλογα με τις πολιτισμικές ή φυσικές μεταβολές που συμβαίνουν σε μια θέση και τη διάρκεια τους, τα στρώματα ποικίλουν σε πάχος, σύσταση, χρώμα και περιεχόμενο.

Η ΒΑΣΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ
è Τα στρώματα διακρίνονται σε «κλειστά» και «διαταραγμένα»:
1.      Τα κλειστά στρώματα: είναι το αποτέλεσμα αδιατάρακτης «πρωτογενούς δραστηριότητας», δηλ. στρώματα τα οποία παρέμειναν άθικτα από τη στιγμή της αρχικής τους διάπλασης και είναι σαφώς διαχωρισμένα το ένα από το άλλο.
2.      Τα διαταραγμένα στρώματα: είναι το αποτέλεσμα «δευτερογενούς δραστηριότητας», δηλ. στρώματα τα οποία μετά από την αρχική τους διάπλαση υπέστησαν διαταραχές που προκλήθηκαν από ανθρώπινη ή φυσική δράση: π.χ. μεταγενέστερες «παραβιάσεις», όπως διάνοιξη τάφρων και πηγαδιών ή διαταραχές που προξενήθηκαν από το χώμα που αφαιρέθηκε για την εκσκαφή των τάφρων, ή από φυσικά φαινόμενα , όπως οι σεισμοί.
1.      Τα διαταραγμένα στρώματα είναι σύνηθες φαινόμενο σε σύνθετες θέσεις με βαθιά διαστρωμάτωση, με αποτέλεσμα η «ανάγνωση» της να είναι ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από τους αρχαιολόγους.
2.      Θεωρητικά, με βάση την αρχή της συσχέτισης, ένα στρώμα περιέχει πολιτισμικά και γεωλογικά κατάλοιπα που συσχετίζονται μεταξύ τους.
3.      Όμως, στην περίπτωση των διαταραγμένων στρωμάτων, υπάρχουν αποθέσεις που αποτελούν μία αυτοτελή στρωματογραφική ενότητα.
4.      Στην περίπτωση αυτή οι αρχαιολόγοι:
1.      αποχωρίζουν τις αποθέσεις αυτές από το υπόλοιπο στρώμα στο οποίο βρέθηκαν ή από το αμέσως υπερκείμενο ή το αμέσως υποκείμενο στρώμα
2.       και τις μελετούν χωριστά, ως ένα ενιαίο σύνολο,
3.      θεωρώντας ότι τα περιεχόμενα τους ανήκουν στο ίδιο αρχαιολογικό πλαίσιο
4.      και αποτελούν μια ομάδα.

è Το βάθος της διαστρωμάτωσης μιας θέσης είναι ανάλογο με τη φύση της θέσης και το χρονικό διάστημα της χρήσης της.
è Θέσεις που χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα για αιώνες ή χιλιετίες παρουσιάζουν πολύ βαθιά διαστρωμάτωση: π.χ. οι τούμπες.
è Σχετική χρονολόγηση των στρωμάτων και των περιεχομένων τους: παρέχεται από τη χρονική σχέση των στρωμάτων, αρχή της επαλληλίας, ποιο στρώμα είναι πάνω από ποιο.,
è Απόλυτη χρονολόγηση (terminus post quem) των στρωμάτων και των περιεχομένων τους: χρησιμοποιούνται τα ίδια τα περιεχόμενα αρκεί να προέρχονται από «κλειστό» στρώμα και να μην έχουν «παραβιαστεί» από υπερκείμενα στρώματα.

ΤΟ TERMINUS POST QUEM
1.      Είναι η απόλυτη χρονολογία κατά την οποία ή μετά από την οποία δημιουργήθηκε το εξεταζόμενο στρώμα.
2.      Συνεπώς σε ένα κλειστό στρώμα στο οποίο υπάρχει ένας αριθμός ευρημάτων διαφόρων χρονολογιών, το εύρημα με την πιο πρόσφατη χρονολογία είναι αυτό που παρέχει τελικά το terminus post quem του στρώματος: π.χ. η παρουσία ενός νομίσματος του Αυγούστου μέσα σε έναν «κλειστό» στρώμα παρέχει ένα terminus post quem του 1ου αι. μ.Χ. του στρώματος αυτού, δηλ. αποκλείεται να δημιουργήθηκε πριν από τον 1ο αι. μ.Χ.
3.      Όταν υλικά, ευρήματα ή στρώματα, τα οποία μπορούν να χρονολογηθούν, βρίσκονται επάνω από ένα στρώμα ή αποτελούν «παραβιάσεις» μέσα σε αυτό, τότε παρέχουν μια χρονολογία κατά την οποία ή πριν από την οποία το κατώτερο στρώμα πρέπει να είχε αποτεθεί, με άλλα λόγια ένα terminus ante quem (όριο πριν από το οποίο) για το στρώμα αυτό.





 (Αθηνάς Σαλούστρου)

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ΕΛΠ 42 - Σημειώσεις: Τόμος Α', Κεφάλαιο 2

                        ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ:
                                           ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
                                                              ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α.2.



Ο ΜΥΘΟΣ: ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ 2.1.

1.      Ρομαντική και συναρπαστική περιπέτεια: που διαδραματίζεται μόνο σε εξωτικά μέρη και οδηγεί πάντοτε σε θεαματικές ανακαλύψεις χάρη στον ηρωισμό και τη διορατικότητα χαρισματικών αρχαιολόγων. Αυτός είναι ένας μύθος που διαδόθηκε μέσω του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του μυθιστορήματος, π.χ. ο Indiana Jones
2.      Διάφορες «ψευδοαρχαιολογίες»: που έχουν κατακλίσει τα τελευταία χρόνια τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και τα ΜΜΕ και βρίσκουν μεγάλη απήχηση στο κοινό.
  1. Οι «ψευδοαρχαιολογίες» παραπλανούν, διότι διαστρεβλώνουν το παρελθόν, προσπαθώντας να το ερμηνεύσουν με μύθους.
  2. Μυστηριώδεις, μεταφυσικές θεωρίες προσπαθούν να εξηγήσουν τα μεγάλα επιτεύγματα προηγμένων πολιτισμών αποδίδοντας τα στην επίδραση δυνάμεων της φύσης ή άλλων πολιτισμών και πληθυσμών, πραγματικών ή φανταστικών, που είτε εξαφανίστηκαν μετά από «μυστηριώδεις» καταστροφές είτε είχαν προέλθει από άλλους πλανήτες.
  3. Π.χ. O Dainiken που «βλέπει» παντού εξωγήινα όντα ή «θεούς» από το διάστημα, ο χαμένος πολιτισμός της βυθισμένης Ατλαντίδας, Μάγια και Ατζέκοι απευθείας από την Αίγυπτο, ο Hitching (διά της «γήινης μαγείας» τα μεγαλιθικά μνημεία της Ευρώπη), η «Μαίρη Αθηνά».
  4. Οι θεωρίες αυτές υποτιμούν την ικανότητα των ανθρώπων να προσαρμόζονται σε μια μεγάλη ποικιλία από περιβάλλοντα και να δημιουργούν τον δικό τους πολιτισμό και ιστορία.
  5. Αγγίζουν τα όρια του ρατσισμού, όταν ισχυρίζονται ότι οι Μάγιας και οι Ατζέκοι έδρασαν κάτω από την επιρροή των Αιγυπτίων: εύκολα ξεγλιστράς σε φυλετική διάκριση εναντίον των Ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής.
  6. Οι «συγκλονιστικές αρχαιολογικές μαρτυρίες», που αποδεικνύουν τις «αδιάσειστες αλήθειες» για «ανεξήγητα μυστήρια του παρελθόντος» αποτελούν απλά κακή χρήση των αρχαιολογικών δεδομένων. Πρόκειται για μεμονωμένες μαρτυρίες που επιλέγονται τυχαία εκτός του πολιτισμικού πλαισίου που ανήκουν. Όλα αυτά τα μυστήρια μπορούν εύκολα να εξηγηθούν από την Αρχαιολογία χάρη σε επιστημονικές έρευνες (π.χ. οι Νήσοι του Πάσχα).

3.      Λαθρανασκαφές που διεξάγονται από ιδιώτες ή από επαγγελματίες αρχαιοκάπηλους:
  1. Πρόκειται για παράνομες και εξαιρετικά καταστροφικές για τους αρχαιολογικούς χώρους ανασκαφές, καθώς γίνονται χωρίς σύστημα και αφορούν το τυχαίο άνοιγμα μια σειράς ορυγμάτων.
  2. Μοναδικός σκοπός των λαθρανασκαφών είναι η ανακάλυψη αρχαίων έργων και αντικειμένων μεγάλης συλλεκτικής αξίας, κατά προτίμηση χρυσών, τα οποία καταλήγουν σε μεγάλες ιδιωτικές συλλογές και στο λαθρεμπόριο αρχαιοτήτων.
  3. Αποτέλεσμα: τα αντικείμενα αποσπώνται βίαια από το αρχικό τους περιβάλλον -το γενικότερο πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται- και χάνονται για πάντα οι πληροφορίες που θα μπορούσαν να μας δώσουν για την κοινωνία και τους ανθρώπους που τα κατασκεύασαν.
  4. Π.χ. τα περισσότερα από τα κυκλαδικά ειδώλια προέρχονται από λαθρανασκαφές με αποτέλεσμα σήμερα να είναι περισσότερο γνωστά για την τεράστια καλλιτεχνική τους αξία παρά για το ρόλο τους στην κοινωνία που τα φιλοτέχνησε. Αυτό δείχνει πόσο εχθρικές και καταστρεπτικές είναι για την Αρχαιολογία οι λαθρανασκαφές.
4.      Απλώς μια ανασκαφική δραστηριότητα και περισυλλογή ευρημάτων στην οποία επιδίδονται άνθρωποι περίεργοι, σχολαστικοί και μονομανείς, που αφιερώνουν τη ζωή τους στην ανασκαφή επιμέρους στοιχείων –σπανίων και μη- που συνθέτουν έναν αρχαίο πολιτισμό. Ο μύθος αυτός που θέλει την Αρχαιολογία συνώνυμη της ανασκαφής προβάλλεται από τα μυθιστορήματα, τα ΜΜΕ και τις γελοιογραφίες.



Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ 2.2.:Οι προκαταλήψεις και οι μύθοι που κυκλοφορούν για την Αρχαιολογία οφείλονται σε 3 λόγους:

1.      Στην Αρχαιολατρία ή Αρχαιογνωσία:  
1.      στην οποία έχει τις ρίζες της η Αρχαιολογία
2.      και η οποία γεννήθηκε λόγω του ενδιαφέροντος που έδειχναν οι Ευρωπαίοι ευγενείς κατά τον 16ο-18ο αι για το αρχαίο παρελθόν και τη συλλογή αρχαιοτήτων (ιδίως ελληνορωμαϊκών)
3.      Αυτό το ενδιαφέρον είχε ως συνέπεια τη συστηματική σύληση αρχαιολογικών χώρων, είτε από επαγγελματίες αρχαιοκάπηλους που διοχέτευαν τα έργα τέχνης στο εμπόριο αρχαιοτήτων, είτε σπανιότερα από τους ίδιους τους ευγενείς-συλλέκτες.
4.      Αυτοί οι τελευταίοι προέβαιναν στη σύληση είτε ορατών μνημείων της Αρχαιότητας, είτε «ανασκαφών» που εκτελούνταν υπό την αιγίδα τους.
5.      Στις «ανασκαφές» αυτές, οι οποίες ουσιαστικά ήταν απλά ανοίγματα ορυγμάτων και σηράγγων, δεν καταγράφονταν οι θέσεις εύρεσης των αντικειμένων ούτε η σχέση τους με το έδαφος που τα περιέβαλλε.
6.      Η βίαιη απόσπαση είχε ως συνέπεια τα υλική ευρήματα πρώτον να μην ενταχθούν στο πολιτισμικό τους πλαίσιο και δεύτερον να μην μελετηθούν ως προς τα υπόλοιπα ευρήματα.
7.      Π.χ. η παράνομη αφαίρεση των γλυπτών του Παρθενώνα και του γλυπτού διάκοσμου του «Θησαυρού του Ατρέα» στις Μυκήνες από τον Άγγλο συλλέκτη λόρδο Έλγιν. Επίσης η συστηματική σύληση των ετρουσκικών νεκροταφείων κατά τον 16ο αι., που περιείχαν μεγάλες ποσότητες αττικών κεραμικών αγγείων του 5ου π.Χ.

2.      Στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης:
1.      Επειδή προβάλλουν μόνο συγκλονιστικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις και την πιο «χειροπιαστή» πλευρά της Αρχαιολογίας, την ανασκαφή.
2.      Π.χ. 19ο αι.: ο ασσυριακός πολιτισμός (αρχαία Μεσοποταμία), αρχαία Τροία, ο μυκηναϊκός πολιτισμός (Μυκήνες και Τίρυνθα), 20ος αι: ο μινωικός πολιτισμός (Κνωσός), τάφος του Τουταγχαμών (Αίγυπτος), ο τάφος του Φιλίππου στη Βεργίνα, ο «Άνθρωπος των πάγων» στις Άλπεις

3.      Και στην ίδια την Αρχαιολογία οφείλονται οι εσφαλμένες εντυπώσεις του κοινού:
  1. Δεν το πληροφορεί επαρκώς για το ακριβές αντικείμενο του έργου της: Και όσο παραμένει ανενημέρωτο το κοινό, τόσο είναι εκτεθειμένο στους διάφορους μύθους, και μπορεί να την παρεξηγήσει.
  2. Οι δραστηριότητες των πρώτων αρχαιολόγων χαρακτηρίζονταν συχνά από ερασιτεχνισμό και τυχοδιωκτισμό: Μη διαθέτοντας τις σημερινές μεθόδους και τεχνικές, και έχοντας κίνητρα τελείως διαφορετικά από των σημερινών αρχαιολόγων, έκαναν ανασκαφές πρόχειρες και βιαστικές, δίνοντας έμφαση σε ορισμένα μόνο, πιο «προνομιούχα» και πιο «εντυπωσιακά» ευρήματα και σε συγκεκριμένες αρχαιολογικές περιόδους σε βάρος άλλων που καταστρέφονταν.
  3. Προκατάληψη, τάση για εντυπωσιασμό, μυθομανία με έντονα τα στοιχεία της περιπέτειας, του ηρωισμού και της φαντασίας από τους πρώτους αρχαιολόγους αλλά και κάποιους -ευτυχώς λίγους- σημερινού προκειμένου να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού:
1.      Ακόμα και στις μέρες μας δημοσιεύονται συχνά από αρχαιολόγους εντυπωσιακά χρονικά –με ό,τι αυτό συνεπάγεται επιστημονικά- προκειμένου να ικανοποιηθεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.
2.      Έτσι δημιουργούνται στη φαντασία του κοινού διάφοροι μύθοι για την Αρχαιολογία και τους αρχαίους πολιτισμούς.
3.      Π.χ. ο Evans ο οποίος επέβαλλε για τον μινωικό πολιτισμό μια εικόνα ειδυλλιακή και ρομαντική περί ενός «ειρηνικού» πολιτισμού: π.χ. έδωσε τα δικά του φανταστικά ονόματα σε διάφορους χώρους του ανακτόρου, προχώρησε –ακολουθώντας περισσότερο της Art Nouveau παρά μια αυστηρή επιστημονική μέθοδο- σε εκ βάθρων αναστήλωση του μέχρι ύψους τριών ορόφων, κάνοντας χρήση τσιμέντου και σιδηροδοκών και σε φανταχτερή αναπαράσταση των τοιχογραφιών, κάνοντας βασικά λάθη ερμηνείας. Τέλος στις δραματικές του περιγραφές σε ξένες εφημερίδες τόνιζε τις συνταρακτικές στιγμές της ανασκαφής, καθώς και γραφικές λεπτομέρειες από τη ζωή των αρχαιολόγων στην Κρήτη και παρέθετε εξωτικά τοπία του νησιού. Όλα με απώτερο σκοπό να εξάψει τη φαντασία του κοινού και να διεγείρει τον ενθουσιασμό του. Επίσης οι περιγραφές του Carter και του Ανδρόνικου. Ο Schliemann αυτοδίδακτος αρχαιολόγος που έφερε στο φως την Τροία πλάθοντας τον μύθο γύρω από το άτομο του ενός φτωχοί παιδιού που είχε κάνει όνειρο ζωής την ανακάλυψη της Τροίας.
4.      «Στρατευμένη αρχαιολογία» ή «αρχαιολογία του κασμά και της αξίνας», η Αρχαιολογία για τον Theodore Reinach το 1907, ο οποίος είπε πως είναι μια τέχνη που πρέπει κανείς να τη μάθει ή μια επιστήμη με δικούς της κανόνες. Επομένως ήταν «ευτύχημα που οι Έλληνες δεν συμμετείχαν σε πρόωρες και παρακινδυνευμένες επιχειρήσεις, ενώ το χώμα που σκεπάζει τα ερείπια είναι μια καλή ασπίδα».


Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ 2.3.:
1.      Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις που επικρατούν στο ευρύ κοινό για την Αρχαιολογία με κανέναν τρόπο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
2.      Τα ακόλουθα σημεία περιγράφουν συνοπτικά το τι είναι η σύγχρονη Αρχαιολογία.
3.      Όλα –εκτός από μέρος του 1ου- απορρέουν από το γεγονός ότι η σύγχρονη αρχαιολογία (τελευταίο τέταρτο 19ου αι. και εξής) διαφέρει ριζικά από την προγενέστερη της Αρχαιολογία, τόσο ως προς τα ενδιαφέροντα και τους κανόνες, όσο και ως προς τις αντιλήψεις και τη δομή της.

Τα κύρια σημεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της σύγχρονης Αρχαιολογίας:
1.      Οι μεγάλες αρχαιολογικές ανακαλύψεις είναι σπάνιες ενώ ένα μέρος μόνο των αρχαιολόγων αφιερώνουν τη ζωή τους ή τον περισσότερο χρόνο τους στην ανασκαφή, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχουν λίγο ή δεν συμμετέχουν καθόλου σε ανασκαφές και ασχολούνται με τη μελέτη των αρχαιολογικών δεδομένων ή την έρευνα.
2.      Μηδαμινά έως ανύπαρκτα είναι πλέον στις μέρες μας τα στοιχεία του ρομαντισμού, της περιπέτειας και του ηρωισμού. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη Αρχαιολογία έχει πάψει να είναι συναρπαστική και να μας επιφυλάσσει εκπλήξεις.
3.      Ο σύγχρονος αρχαιολόγος δεν ενδιαφέρεται πλέον αποκλειστικά για την ανακάλυψη ωραίων αντικειμένων και έργων τέχνης:
  1. Κατά την ανασκαφή λοιπόν εκείνο που τον ενδιαφέρει πλέον είναι το γενικό πλαίσιο όλων των ευρημάτων.
  2. Όλα τα ευρήματα τα θεωρεί υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας και σημαντικούς φορείς πληροφοριών τόσο για την κοινωνία και για τους ανθρώπους που τα κατασκεύασαν όσο και γενικότερα για την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου και των πολιτισμών και επομένως πραγματικά άξια μελέτης.
  3. Wheeler: «ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως όχι πράγματα αλλά ανθρώπους».
  4. Άρα η σύγχρονη Αρχαιολογία δεν είναι ένα κυνήγι θησαυρών ή μυστηρίων αλλά «η μελέτη των λειψάνων όλου του φάσματος του ανθρώπινου πολιτισμού»
4.      Η ανασκαφή -αναπόσπαστο μέρος της Αρχαιολογίας αλλά όχι πλέον η μόνη αρχαιολογική μέθοδος στο πεδίο- είναι μια νόμιμη δραστηριότητα και μια απαιτητική διαδικασία:
  1. Διέπεται από κανόνες και απαιτεί συστηματική, προσεκτική και λεπτομερή έρευνα εδάφους.
  2. Προχωρά με αργό ρυθμό και στρώμα με στρώμα.
  3. Οδηγεί σε ανακαλύψεις όχι χάρη στον ηρωισμό, την τύχη ή την έμπνευση ενός πολυμαθούς αρχαιολόγου αλλά χάρη στη μεθοδικότητα ενός επιτελείου ειδικευμένων αρχαιολόγων.
  4. Οι αρχαιολόγοι αυτοί ενεργούν με βάση ένα προκαθορισμένο και καλά οργανωμένο σχέδιο ή μια «στρατηγική» που περιλαμβάνει μια σειρά υποθέσεων εργασίας.
5.      Η σύγχρονη Αρχαιολογία απομακρύνεται από τη θησαυροθηρική αντίληψη, καθώς η ανασκαφή δεν θεωρείται πλέον η πεμπτουσία της Αρχαιολογίας. Η Αρχαιολογία πλέον στοχεύει:
  1. Στη μελέτη –ανάλυση και ερμηνεία- της αρχαιολογικής μαρτυρίας (καταλοίπων)
  2. Στην ανάπτυξη της αρχαιολογικής θεωρία.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ:

1.      Τη μέθοδο (ή πρακτική): οι τεχνικές και οι κανόνες μέσω των οποίων οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν και αναλύουν την υλική μαρτυρία.
2.      Τη θεωρία:
  1. Παρέχει το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εργάζονται οι αρχαιολόγοι.
  2. Προσδιορίζει την επιλογή μεθόδου, δίνοντας της ένα θεωρητικό υπόβαθρο.
  3. Η θεωρία είναι εκτός από χρήσιμη και απαραίτητη για τον έλεγχο της ερμηνείας της αρχαιολογικής μαρτυρίας.
  4. Μέθοδος και θεωρία βρίσκονται σε στενή σχέση αλληλεξάρτησης και διαρκούς αλληλεπίδρασης με αποτέλεσμα η Αρχαιολογία να είναι ένας διαρκής διάλογος μεταξύ τους.
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ: η συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή απώτατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου.  




Σημειώσεις Αθηνάς Σαλούστρου