Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΕΛΠ 42 - Αρχαιολογία: Σημειώσεις Τόμος Α', Κεφ. 1

             ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ
                                                                   ΕΥΡΩΠΗ
                                                              ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α.1.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΣΕΙΣ

Η επιστήμη της Αρχαιολογίας
1.      Μια ανθρωπιστική επιστήμη, με στόχο την ανασύνθεση και την κατανόηση του ανθρώπινου παρελθόντος (απώτερου και κοντινού)
2.      το οποίο ερευνά μέσα από τη μελέτη των υλικών καταλοίπων της ανθρώπινης δραστηριότητας, δηλαδή των κινητών και ακινήτων αντικειμένων που έχουν διασωθεί ή έρχονται στο φως με τις ανασκαφές.
3.      Στην ουσία επιχειρεί να ανασυνθέσει (μέσω των υλικών μαρτυριών) την ανθρώπινη συμπεριφορά και δημιουργία των ατόμων που έζησαν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και γεωγραφικό πλαίσιο και να κατανοήσει τη λειτουργία των αρχαίων πολιτισμών.

Οι απαρχές της επιστήμης της Αρχαιολογίας εντοπίζονται στα μέσα του 18ου αιώνα, κάτω από την επίδραση:
1.      του Διαφωτισμού
2.      του αυξανόμενου εθνικισμού και
3.      της συνεχούς ανάπτυξης του αρχαιογνωστικού ενδιαφέροντος της ανώτερης και της μεγαλοαστικής τάξης στην Ευρώπη.
è Αρχικά συνδέθηκε στενά με:
  1. την ιστορία και την αισθητική της αρχαίας τέχνης,
  2. την εντατικοποίηση των αρχαιογνωστικών σπουδών αλλά και
  3. το ενδιαφέρον των πρώτων εθνικών κρατών για την ιστορία τους.
è Ο όρος Αρχαιολογία για πρώτη φορά συναντάται κατά τα τέλη του 17ου αι. σε ένα αρχαιογνωστικό σύγγραμμα του Γάλλου γιατρού Jacques Spon, όπου του αποδίδεται η σημασία της σπουδής της Αρχαιότητας σε αντιδιαστολή με τον συνηθισμένο μέχρι τότε όρο της «τέχνης του αρχαιοδίφη».


Χαρακτηριστικά της επιστήμης της Αρχαιολογίας:
1.      Διακρίνεται στους εξής κλάδους: Προϊστορική, Κλασική και Μεσαιωνική αρχαιολογία,
2.      Μελετά συστηματικά τις διάφορες περιόδους της Αρχαιότητας
3.      Μέχρι και τις αρχές του 20ού αι. εστίαζε το ενδιαφέρον της στα μεμονωμένα μνημεία.
4.      Αργότερα αρχίζει να εξετάζει σφαιρικά τις ανθρώπινες κοινωνίες ως αυτόνομες οργανικές ενότητες και δίνει έμφαση στις λειτουργικές αλληλεξαρτήσεις των κοινωνικών-πολιτισμικών φαινομένων.
5.      Μετά το β’ μισό του 20ού αι. συνεργάζεται στενά με κλάδους άλλων επιστημών (τοπογράφους, αρχιτέκτονες, γεωλόγους, φυσικούς, χημικούς, ανθρωπολόγους, εθνολόγους κ.ά.) (διεπιστημονικότητα).

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΔΙΦΙΑΣ: ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΔΙΦΕΣ (15ος -17ος αι.

Στην κλασική Αρχαιολογία έπαιξε σημαντικό ρόλο το κίνημα της Αναγέννησης ως προς τις:
1.      Κοινωνικές εξελίξεις
2.      Οικονομικές εξελίξεις
3.      Σημαντικές αλλαγές στη νοοτροπία και στις αντιλήψεις των Ευρωπαίων.

15ος αι.: Ουμανιστές
1.      Εμφανίστηκαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κατά τον 15ο αι.
2.      Πρόκειται για μια τάξη μορφωμένων ανθρώπων με ευρεία ενδιαφέροντα και κριτικό πνεύμα
3.      Στράφηκαν στη μελέτη της κλασικής -ρωμαϊκής/λατινικής και αρχαίας ελληνικής- λογοτεχνίας και τέχνης
4.      Τι νέο προσέφεραν; Προχώρησαν συνειδητά στην κριτική αξιολόγηση των αρχαίων πηγών και μνημείων
5.      Συνέπεια της δράσης τους: Δημιουργήθηκαν νέοι αρχαιογνωστικοί τομείς -επιγραφική-νομισματική-ιστοριοδιφία-ιστορική τοπογραφία- οι οποίοι προστέθηκαν στα γνωστικά ενδιαφέροντα των λογίων της εποχής



16ος αι.: Τίθενται οι βάσεις για την συστηματική παρατήρηση των μνημείων
Η ενασχόληση με τις κλασικές (ρωμαϊκές) αρχαιότητες στην Ιταλία κατά τον 16ο αιώνα:
1.      Παίρνει διαστάσεις «επιδημίας»
2.      Η παπική Αυλή προσδίδει «συμβολικό περιεχόμενο» στις ρωμαϊκές αρχαιότητες, καθώς ο έλεγχος και η κατοχή τους θεωρήθηκε σημάδι δύναμης και κυριαρχίας του πάπα και των καρδιναλίων
3.      Μετά το β’ μισό του 16ου αι. τίθενται οι βάσεις για τη συστηματική παρατήρηση των μνημείων με σκοπό όχι μόνο την ταύτιση αλλά και τη συνολική αποτίμησή τους (σχεδίαση-μέτρηση-περιγραφή)
4.      Η κλασική παράδοση ανεξαρτητοποιείται από την κηδεμονία των μοναστηριών
5.      Συντελείται «εθνική αφύπνιση» ενώ τα μνημεία χρησιμοποιούνται από τις τοπικές κοινωνίες για να «γνωρίσουν» την ιστορία του τόπου τους.

Τέλη 16ου και 17ος αι.: Εμφανίζονται οι πρώτες συλλογές αρχαιοτήτων («θάλαμοι των θαυμάτων», Cabinets des curiosites, Wunderkammer) που περιλαμβάνουν:
1.      Προγονικά κειμήλια
2.      Εκκλησιαστική είδη
3.      Αξιοπερίεργα αντικείμενα
è Χαρακτηριστικό των αντικειμένων είναι πως προέρχονται από διάφορους πολιτισμούς και διαφορετικές περιοχές.
è  Συλλέκτες είναι ευγενείς ή πλούσιοι αστοί και κληρικοί.

17ος αι.: Αρχαιοδίφες
1.       Ερευνητές που ανήγαγαν το ενδιαφέρον τους για τις αρχαιότητες σε ξεχωριστή επιστήμη και ασχολήθηκαν επισταμένως με αυτές.
2.      Τι νέο προσέφεραν;
1.      Το ενδιαφέρον τους επικεντρώθηκε περισσότερο στην ερμηνεία των μνημείων παρά στην απλή τους παρουσίαση.
2.      Προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα από τη μελέτη των ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων και μελέτησαν τα λείψανα (υλικά κατάλοιπα) των κατά τόπους ευρωπαϊκών κοινωνιών του παρελθόντος εφόσον οι συγκεκριμένες κοινωνίες δεν είχαν αφήσει γραπτά κείμενα.
3.      Χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά συγκεκριμένη μεθοδολογία για τη μελέτη των αρχαίων υλικών μαρτυριών η οποία δεν υπήρχε μέχρι τότε.
è Η πρώτη συνειδητή ανασκαφή πραγματοποιήθηκε από τον Robert Le Prévôt στο Cocherel της Νορμανδίας το 1685.
è Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε ακόμα για συστηματική ανασκαφή, αφού στην πλειοψηφία τους οι ανασκαφικές προσπάθειες της εποχής ήταν τυχοδιωκτικές και αποσκοπούσαν στη συλλογή αντικειμένων και στην ανεύρεση θησαυρών.

ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ: Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ (1750-1820) - WINCKELMANN

è Το κέντρο εμπορίου και συγκέντρωσης των αρχαιόφιλων περιηγητών κατά τον 18ο αι. ήταν η Ρώμη, όπου μελετούσαν τις ρωμαϊκές αρχαιότητες.
è Περιορισμένα, έως τις αρχές του 18ου, επισκέπτονταν και την Ελλάδα και την Εγγύς Ανατολή, καθώς υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι αφού οι περιοχές αυτές ήταν υπό οθωμανική κυριαρχία.

Το «μεγάλο ηπειρωτικό ταξίδι» (Continental Grand Tour)
1.      Οι ελληνικές αρχαιότητες μαζί με ορισμένες αρχαιολογικές θέσεις της Ιταλίας περιλαμβάνονταν στους κύριους σταθμούς του «μεγάλου ηπειρωτικού ταξιδιού» (Continental Grand Tour)
2.      Πρόκειται για επιμορφωτικά ταξίδια που αποτελούσαν μέρος της παιδείας των γόνων της βρετανικής αριστοκρατίας και γενικότερα της εύπορης αστικής τάξης.
3.      Μέσω του ταξιδιού αυτού μυούνταν στους αρχαίους πολιτισμούς και μάλιστα κάποιοι από αυτούς δημιούργησαν αξιόλογες ιδιωτικές συλλογές με έργα της αρχαίας τέχνης.

Ο λόγος της γέννησης της κλασικής Αρχαιολογίας
è Η επιστήμη της κλασικής Αρχαιολογίας γεννήθηκε εξαιτίας του μεγάλου θαυμασμού και του τεράστιου ενδιαφέροντος (αρχαιολατρεία) που έτρεφαν τα μέλη της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, της αστικής τάξης, καθώς και οι εκπρόσωποι του πνεύματος στην Ευρώπη ήδη από την Αναγέννηση για τον αρχαίο ρωμαϊκό και ελληνικό πολιτισμό.


Τα πιο αξιόλογα αρχαιογνωστικά συγγράμματα για την Αρχαιολογία κατά τον 17ο-18ο αι. είναι:
1.      του Jacques Spon, όπου γίνεται για πρώτη φορά η εμφάνιση του όρου Αρχαιολογία με την έννοια της «σπουδής της Αρχαιότητας» και όχι της μέχρι τότε συνήθους έννοιας της «τέχνης του Αρχαιοδίφη» (Antiquaria)
2.      του Bernard de Montfaucon, ο οποίος επιχείρησε να παρουσιάσει την ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα μέσα από επιμέρους θεματικές ενότητες (π.χ. λατρείες, ταφικά έθιμα κλπ) και με πλούσια εικονογράφηση.
3.      το 7τομο έργο του κόμη Anne Claude Philippe de Caylus στο οποίο επιχειρείται για πρώτη φορά η τυπολογική παρουσίαση και η ερμηνεία των αντικειμένων της πλούσιας συλλογής του συγγραφέα με τη βοήθεια κριτηρίων όπως ο τόπος και ο χρόνος κατασκευής τους, η εικονογραφία, καθώς και η καλλιτεχνική τους ποιότητα. Θεωρήθηκε πρωτοπόρος στη μελέτη των λιγότερο εντυπωσιακών αρχαίων τεχνουργημάτων και για αυτό θεωρείται ως ένας από τους προδρόμους της αρχαιολογικής έρευνας.

Μέσα 18ου αι: Εμφάνιση νέων τάσεων και ιδεών στον χώρο των αρχαιολογικών σπουδών

è Χρόνος και τρόπος εμφάνισης της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής:
1.      Οι πρώτες απόπειρες μελέτης και σχεδίασης των αρχιτεκτονικών λειψάνων των αρχαίων ελληνικών μνημείων και των αρχαιοελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας, της Σικελίας και της Μ. Ασίας εμφανίζονται από τα μέσα του 18ου αι.
2.      Τα σχέδια και οι περιγραφές των μνημείων της Αθήνας, από τους James Stuart και Nicolas Revett, ενέπνευσαν τον σχεδιασμό σύγχρονων νεοκλασικών κτισμάτων βασισμένων στους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς της Αρχαιότητας (μνημειακές διαστάσεις-συμμετρικές αναλογίες κλπ) τα οποία χρησιμοποίησαν ως πρότυπα επηρεάζοντας την ευρωπαϊκή και την αμερικάνικη αρχιτεκτονική.
3.      Ο κλασικισμός του 18ου αι. θα σηματοδοτήσει την έναρξη της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής κυρίως των αρχών του 19ου αι.
4.      Τα κλασικιστικά στοιχεία δεν θα περιοριστούν στην αρχιτεκτονική αλλά θα επεκταθούν και σε άλλους τομείς της καλλιτεχνικής και βιοτεχνικής παραγωγής, καθώς και της πνευματικής και κοινωνικής ζωής.
5.      Π.χ. η πληθώρα των νέων ανακαλύψεων στην Ιταλία εισάγει νέες μόδες σε καθημερινά θέματα. Τα πήλινα αρχαιοελληνικά αγγεία που ανακαλύφθηκαν σε τάφους στην Ετρουρία, εκτός από αντικείμενα μελέτης των ειδικών έγιναν και αντικείμενα μίμησης για την κάλυψη σύγχρονων χρηστικών αναγκών.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα - σταθμοί της νεότερης αρχιτεκτονικής με ρίζες στον κλασικισμό του 18ου αι. είναι:
1.      Η Γλυπτοθήκη και τα Προπύλαια στην Konigplatz στο Μόναχο και η Βαλχάλα του αρχιτέκτονα Leo von Klenze
2.      Τα κτίρια του Κοινοβουλίου και του Βρετανικού Μουσείου, όπως και η εκκλησία του Αγίου Παγκρατίου στο Λονδίνο
3.      Η βασιλική της Madeleine στο Παρίσι
4.      Τα κτίρια της Ακαδημίας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Πανεπιστημίου στην Αθήνα
5.      Το Καπιτώλιο του Tennessee στις ΗΠΑ.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ (1.2.2.)
1.      Οι πρώτες μεγάλες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στο 1738 και το 1748 στο Ηράκλειον και την Πομπηία της Καμπανίας, δύο ρωμαϊκές πόλεις κοντά στη Νεάπολη που θάφτηκαν κάτω από τη λάβα του Βεζούβιου γι’ αυτό και διατηρήθηκαν σχεδόν ανέπαφες.
2.      Για την επιστημονική παρακολούθηση των εργασιών και τη δημοσίευση των πλούσιων ευρημάτων ιδρύθηκαν αρχαιολογικές εταιρίες με έδρα τη Νάπολι.
3.      Οι ανασκαφές ξεκίνησαν με την υποστήριξη του γαλλικού οίκου των Βουρβόνων και συνεχίστηκαν από Ιταλούς αρχαιολόγους.
4.      Τότε άρχισαν για πρώτη φορά να τηρούνται ακριβή ημερολόγια, όπου καταγράφονταν λεπτομερώς όλες οι ανασκαφικές εργασίες και σχεδιάζονταν τα ακίνητα και κινητά ευρήματα.
5.      Περίπου τότε παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους πολιτισμούς της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής ενώ οι κλασικές σπουδές αποτέλεσαν το πρότυπο για την έρευνα των πολιτισμών της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας με συνέπεια την ανάπτυξη νέων κλάδων της αρχαιολογικής επιστήμης, όπως η αιγυπτιολογία, η ασσυριολογία κ.ά.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
1.      Οι πρώτες αρχαιολογικές αποστολές πραγματοποιήθηκαν κατά τα μέσα του 18ου αι. με ενδιαφέρον για τους πολιτισμούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.
2.      Άγγλοι περιηγητές έφτασαν μέχρι τη Συρία όπου μελέτησαν και απεικόνισαν τα μνημεία της Παλμύρας και της Ηλιοπόλεως. Άλλοι ταξίδεψαν στην Περσία, την Αραβία και το Ιράκ.
3.      Επίσης, οι πρώτες αποστολές στην Αίγυπτο χρονολογούνται στα χρόνια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Π.χ. τον στρατηγό συνόδευαν ο αιγυπτιολόγος φιλόλογος Champollion που αποκρυπτογράφησε τα ιερογλυφικά και ο Denon που συνέγραψε την πρώτη «Περιγραφή της Αιγύπτου».
Η συμβολή του Johann Joachim Winckelmann (1.2.3.)

1.      Γερμανός, αυτοδίδακτος βιβλιοθηκάριος, θεολόγος και λαμπρός αρχαιογνώστης
2.      - θεωρείται ο «πατέρας της κλασικής Αρχαιολογίας» ως ανεξάρτητης επιστήμης, αυτονομημένης από τη μέχρι τότε καταδυνάστευση των φιλολογικών σπουδών.
3.      Για την ακρίβεια θεωρείται ο θεμελιωτής της επιστημονικής ενασχόλησης με την ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης (έναν από τους τομείς της αρχαιολογικής έρευνας).

Τα έργα του Winckelmann που επηρέασαν τις αισθητικές αντιλήψεις ολόκληρης της εποχής του ύστερου Διαφωτισμού και του κλασικισμού στην Ευρώπη:
1.      «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική» (1755)κείμενο στο οποίο αναφέρεται με ενθουσιασμό στην ανωτερότητα της αρχαίας ελληνικής τέχνης προτρέποντας τους καλλιτέχνες της εποχής τους να διδαχθούν από αυτήν και να τη μιμηθούν δημιουργικά και όχι μηχανικά.
2.      «Δοκίμιο για την ικανότητα αντίληψης του ωραίου στην τέχνη» (1763) έργο στο οποίο η θεώρηση του Winckelmann δεν διέφερε από εκείνη των μέχρι τότε αρχαιόφιλων.
3.      Μεγάλη αξία για την ιστορία της Αρχαιολογίας είχε η συνθετική μελέτη του για την «Ιστορία της τέχνης της Αρχαιότητας» (1764) στο οποίο ο Winckelmann καταπιάνεται με την τεχνοτροπική (στυλιστική) εξέλιξη των αρχαίων έργων τέχνης.

Πιο συγκεκριμένα ο Winckelmann προχώρησε στη διάκριση:
1.      του «αρχαίου» ή «αρχαϊκού» ύφους, δηλ. της λεγόμενης Αρχαϊκής περιόδου (7ος-6ος αι)
2.      του «υψηλού» ή «μεγαλοπρεπούς» ύφους της κλασικής τέχνης του 5ου αι. με βασικότερο εκπρόσωπό της τον Φειδία
3.      του «ωραίου» ύφους του 4ου αι με έμφαση στο έργο του Πραξιτέλη και
4.      του ύφους της «μίμησης» και της «παρακμής» της τέχνης που επήλθε με τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας.

è Τα δύο πρώτα συγγράμματα του Winckelman επηρέασαν τις αισθητικές αντιλήψεις ολόκληρης της εποχής του ύστερου Διαφωτισμού και του κλασικισμού στην Ευρώπη.



Τι νέο προσέφερε ο Winckelmann στην κλασική αρχαιολογική επιστήμη;
1.      Εισήγαγε τις έννοιες της τεχνοτροπίας («ύφους») και της καλλιτεχνικής εξέλιξης.
2.      Διατύπωσε το εξελικτικό σχήμα «γένεση, ανάπτυξη, ακμή και παρακμή» το οποίο εφάρμοσε στη στυλιστική ανάλυση της αρχαίας ελληνικής τέχνης
3.      Επηρέασε ακόμα και την πολιτική επικαιρότητα της εποχής του με τις σκέψεις περί του καθοριστικού ρόλου που έπαιξε το δημοκρατικό πολίτευμα των πόλεων- κρατών στην ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής.

ΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙ.: Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΥ

Η επίδραση του ρομαντισμού στην αρχαιολογική σκέψη (1.3.1.):
è Το κίνημα του ρομαντισμού αναπτύχθηκε σε αντιδιαστολή με τις κυρίαρχες νεοκλασικιστικές τάσεις και ως αντίδραση στον αυξανόμενο ακαδημαϊκό χαρακτήρα της κλασικιστικής παιδείας και των εφαρμογών της.
1.      Ζωγραφική: οι ρομαντικοί ζωγράφοι απεικονίζουν στα έργα τους ειδυλλιακά τοπία με ερείπια και αρχαία μνημεία που απέπνεαν αίσθηση νοσταλγίας για το παρελθόν, γεγονός το οποίο κίνησε το ενδιαφέρον για τις αρχαιότητες στους φιλότεχνους της εποχής, ευαισθητοποιώντας έτσι την κοινή γνώμη για το παρελθόν.
2.      Ποίηση και Λογοτεχνία: Επικράτηση του «εξωτισμού». Μεταφορά του αναγνώστη σε περασμένες εποχές ή μακρινούς («εξωτικούς») τόπους, άνθηση ενός νέου λογοτεχνικού είδους, του ιστορικού μυθιστορήματος.
3.      Στροφή στις ρίζες της ανθρωπότητας: σε συνδυασμό με την αναζήτηση των αρχέγονων δομών στη φύση και την κοινωνία.
4.      Οι κλασικοί αρχαιολόγοι του 19ου αι. ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των ελληνικών μύθων και τις συμβολικές τους προεκτάσεις στις μυστηριακές λατρείες και πανάρχαιες τελετουργίες.

Θετικές επιδράσεις του ρομαντισμού στην αρχαιολογική σκέψη:
1.      Η Αρχαιολογία στρέφεται στη μελέτη των απαρχών της ιστορίας και των αρχαίων κοινωνιών.
2.      Το ενδιαφέρον των ερευνητών μεταφέρεται από τη μελέτη των μεμονωμένων έργων τέχνης στη μελέτη των πολιτισμών ως συνόλου ποικίλων φαινομένων.
3.      Ανακαλύφθηκε η αρχαϊκή Ελλάδα και ερευνήθηκαν οι σχέσεις της με τον κόσμο της Ανατολής
4.      Η ενασχόληση με την αρχαιοελληνική θρησκεία οδήγησε στη διατύπωση νέων θεωριών, όπως την αρχή της μητριαρχίας στους αρχέγονους πολιτισμούς και τη συνύπαρξη του ορθολογιστικού «απολλώνειου» στοιχείου με το εξωλογικό «διονυσιακό» στην αρχαία λατρεία.

Αρνητικές επιδράσεις του ρομαντισμού στην αρχαιολογική σκέψη:
1.      Η προσπάθεια ορισμένων μελετητών να ερμηνεύσουν τις παραστάσεις των αγγείων και των ρωμαϊκών τοιχογραφιών με συμβολιστικές προεκτάσεις.
2.      Η λανθασμένη θεωρία του «πανιωνισμού», η οποία, επηρεασμένη από την ανεύρεση σημαντικών έργων της πλαστικής στις ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, προέτασσε την πρωτοπορία της ιωνικής τέχνης και την κυριαρχία της στην καλλιτεχνική παραγωγή έναντι του υπόλοιπου αρχαιοελληνικού κόσμου.

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ (1.3.2.)

è Αλλαγές σχετικές με τον ρόλο της Αρχαιολογίας κατά τον 19ο αι.:
1.      Εποχή εντατικοποίησης των αρχαιολογικών σπουδών σε πρακτικό και σε θεωρητικό επίπεδο.
2.      Η δημιουργία νέων κρατών στην Ευρώπη οδήγησε στη δημιουργία τοπικών αρχαιολογικών σχολών με εθνικιστικά ενδιαφέροντα.
3.      Στα νέα ευρωπαϊκά κράτη, η Αρχαιολογία απέκτησε ιδιαίτερη σημασία για την επανασύνδεση των ντόπιων κοινωνιών με τους προγόνους τους και την ανάδειξη των υλικών και πνευματικών επιτευγμάτων των τελευταίων.
4.       Στον τομέα της κλασικής Αρχαιολογίας διαμορφώθηκε μια καθαρά αρχαιογνωστική επιστήμη που στηριζόταν στα αρχαία κείμενα, διεξάγονται ανασκαφές και αυξάνεται η εξειδίκευση της έρευνας..
5.      Η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού γινόταν πλέον κατά εικαστικές κατηγορίες (αρχιτεκτονική, γλυπτική, κεραμική) ή κατά θεματικές ενότητες (ταφικά έθιμα, μυθολογικές σκηνές, δημόσιος ή ιδιωτικός βίος).


Η «μνημειακή φιλολογία»
1.      Με τον όρο «μνημειακή φιλολογία» εννοούμε τη μέθοδο συνδυασμού μνημείων και λογοτεχνικής παράδοσης με σκοπό την ταύτιση και απόδοση έργων της μεγάλης πλαστικής και ζωγραφικής σε γνωστούς δημιουργούς ή καλλιτεχνικές σχολές της Αρχαιότητας.
2.      Η «μνημειακή φιλολογία» καθιερώθηκε από τον Otto Jahn. Με την υιοθέτησή της θεμελιώθηκε η έρευνα της αρχαίας τέχνης, αποκτώντας επιστημονικό χαρακτήρα.

Στην ανάπτυξη και την εξειδίκευση της αρχαιολογικής έρευνας συνέβαλαν:
1.      Τα τότε πρωτοεκδιδόμενα αρχαιολογικά περιοδικά, όπου δημοσιεύονταν πορίσματα ανασκαφών και μελέτες σχετικές με σύνολα έργων τέχνης ή μεμονωμένα αντικείμενα.
2.      Οι κατάλογοι των νεοϊδρυμένων αρχαιολογικών μουσείων και των ιδιωτικών συλλογών, στους οποίους εξέχουσα θέση κατείχαν ακόμη τα έργα της μεγάλης πλαστικής.
3.      Οι επιστημονικές σειρές που είχαν στόχο τη συστηματική και πλήρη δημοσίευση των ανασκαφικών πορισμάτων ή και ολόκληρων κατηγοριών ομοειδών μνημείων, π.χ. σαρκοφάγων, επιτύμβιων στηλών, αγγείων κλπ.
4.      Τα κάθε λογής εγχειρίδια, είτε για επιμέρους εικαστικές κατηγορίες είτε το σύνολο της αρχαίας τέχνης.

Η επίδραση του θετικισμού στην αρχαιολογική σκέψη (1.3.3.):

1.      Οι μελετητές μελετούν εξονυχιστικά -στυλιστική ανάλυση- τα εξεταζόμενα έργα και τη γραπτή παράδοση που σχετιζόταν με αυτά, με σκοπό να ελέγξουν την ορθότητα των απόψεών τους και να καταλήξουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα ακολουθώντας μεθόδους που εφαρμόζονταν με επιτυχία στις πρακτικές (θετικές) επιστήμες.
2.      Η μέθοδος της ανασκαφής αποτελεί για τον αρχαιολόγο ό,τι και το πείραμα για τον θετικό επιστήμονα.
3.      Οι μελετητές στρέφονται στην αναλυτική μελέτη της τεχνοτροπίας –στυλ- των αρχαίων έργων τέχνης.
4.      Στη θεωρητική τεκμηρίωση της ερευνητικής τάσης εισάγονται οι έννοιες της «καλλιτεχνικής βούλησης» και του «καλλιτεχνικού γούστου» («Σχολή της Βιέννης») δίνοντας έμφαση στη καλλιτεχνική τους αξία χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλοι παράγοντες όπως η ιστορική ένταξη των έργων και η κοινωνική τους αποδοχή.
5.      Δημιουργήθηκαν συλλογές εκμαγείων από έργα της αρχαίας τέχνης που αποτέλεσαν πολύτιμα βοηθήματα και εργαλεία άσκησης για τους σπουδαστές της ιστορίας της αρχαίας τέχνης αλλά και για τους μελετητές εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα φωτογράφησης ή εύκολης πρόσβασης στα υπό μελέτη αντικείμενα.
6.      Αναπτύχθηκαν επιμέρους κλάδοι της αρχαιολογικής επιστήμης (π.χ. σπηλαιολογία, παλαιοντολογία, επιγραφική κ.ά.)
7.      Οι μελετητές έπαψαν πλέον να ενδιαφέρονται για τη μελέτη μεμονωμένων αντικειμένων ή/και μνημείων και οδηγήθηκαν στη μελέτη των αρχαίων πολιτισμών στο σύνολό τους (πνευματική, καλλιτεχνική και τεχνολογική δημιουργία).


Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ (1.4.): Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η εξελικτική οπτική
è Στον πρώιμο 19ο αι. αρχίζει η εννοιολογική διαμόρφωση της Αρχαιολογίας η οποία θα εδραιωθεί ως επιστήμη στα μέσα του ίδιου αιώνα και θα ακολουθήσει δύο πορείες που αλληλοσυμπληρώνονται υπό την επήρεια της νέας εξελικτικής οπτικής της ανθρώπινης πορείας και της οπτικής του παρελθόντος (κίνημα Διαφωτισμού, Βολταίρος, Τζον Λοκ, Νταίηβιντ Χιουμ κ.ά.):
1.      Η 1η πορεία ξεκίνησε από τη Δανία το 1816, με αντικείμενο τη μελέτη της πολιτισμικής εξέλιξης στη Νεολιθική, την Εποχή του Χαλκού και του Σιδήρου. Αυτή η προσέγγιση ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τα ίδια τα αρχαιολογικά δεδομένα.
2.      Η 2η πορεία ξεκίνησε 50 χρόνια αργότερα, στην Αγγλία και τη Γαλλία, και αναπτύχθηκε γύρω από τη μελέτη της Παλαιολιθικής, έχοντας ως βάση κυρίως τις θετικές επιστήμες και τη Γεωλογία.
è Και οι δύο πορείες βρίσκονταν κάτω από την επίδραση του Διαφωτισμού και στο πλαίσιο της αναπτυσσόμενης μεσαίας τάξης.


Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ (1.4.2.):
1.      Christian Jurgensen Thomsen: εισήγαγε το «σύστημα των τριών εποχών» που αποτελεί μέχρι και σήμερα τον κορμό για τη χρονολόγηση της ευρωπαϊκής προϊστορίας. Έθεσε τις βάσεις για την ταξινόμηση των αρχαιολογικών ευρημάτων ανάλογα με το υλικό τους, και τη συσχέτισή τους με τα άλλα ευρήματα μιας ανασκαφής.
2.      Jens Jacob Worsaae: έδωσε έμφαση στη σημασία των συνευρημάτων
3.      Oskar Montelius: ανέπτυξε την τυπολογική μέθοδο, με βάση την οποία μπορούσε να προσδιορίσει τη σχέση, τη χρονική ακολουθία, τη γεωγραφική διάδοση και την εξέλιξη ανάμεσα σε σειρές ομοειδών αντικειμένων. Επίσης, διαχώρισε τις επιμέρους φάσεις της Νεολιθικής και της εποχής του Χαλκού. Τέλος, η θεωρία του για τη «διάχυση» (diffusion) ως αιτία των πολιτιστικών αλλαγών επηρέασε την αρχαιολογική σκέψη για μεγάλο διάστημα.

Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ (1.4.3.):
è Βασικά σημεία για τη μελέτη της Παλαιολιθικής περιόδου στην Ευρώπη ήταν οι εξελίξεις:
1.      Στη νέα επιστήμη της Γεωλογίας: η μελέτη των πετρωμάτων και της διάταξής τους σε στρώματα (στρωματογραφία), οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας του ομοιομορφισμού, σύμφωνα με την οποία τα γεωλογικά φαινόμενα γίνονται κατανοητά μέσω της παρατήρησης σύγχρονων διεργασιών που έδρασαν και στο παρελθόν.
2.      Στο προσδιορισμό της αρχαιότητας της ανθρωπότητας: οι διαπιστώσεις της Γεωλογίας υπήρξαν βασικές όσον αφορά την απόδειξη της Αρχαιότητας μέσα από τη μελέτη της Παλαιολιθικής περιόδου.
1.      Στις αρχές του 19ου αι. οι πρωτοπόροι F.V de Jouannet και J. B. de Perthes ανασκάπτοντας σπήλαια, όπου βρέθηκαν ίχνη ανθρώπινων καταλοίπων, και συσχετίζοντας τα ανθρώπινα εργαλεία με τα οστά εξαφανισμένων ζώων απέδειξαν την ύπαρξη ανθρώπινης ζωής πολύ πριν το βιβλικό Κατακλυσμό καταρρίπτοντας τα μέχρι τότε επιχειρήματα της βιβλικής άποψης.
2.      Έτσι, δημιουργήθηκαν οι έννοιες των προϊστορικών περιόδων, των συνευρημάτων σε ένα κλειστό σύνολο και της τυπολογίας με αποτέλεσμα σταδιακά να αρχίσει να διαμορφώνεται η εννοιολογική βάση της Αρχαιολογίας.
3.      Σημαντική επίδραση στις φυσιογνωστικές επιστήμες και στις αρχαιολογικές έρευνες είχαν οι θεωρίες του Δαρβίνου που διατυπώθηκαν στα έργα του περί της Καταγωγής των ειδών (1859) και Καταγωγής του ανθρώπου (1871). Σε αυτά περιγράφεται ο μηχανισμός της φυσικής επιλογής των ειδών και της εξελικτικής τους προσαρμογής ενώ η έννοια της εξέλιξης θεωρείται ως η καλύτερη ερμηνεία και τεκμηρίωση για την προέλευση αλλά και την εξέλιξη φυτών και ζώων: η θεωρία του εξελικτισμού.
4.      Αποτέλεσμα της έντονης ανασκαφικής δραστηριότητα κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. ήταν αφενός η αποκάλυψη άγνωστων έως τότε πολιτισμών (κυκλαδικού, μινωικού, μυκηναϊκού, ασσυριακού, βαβυλωνιακού), και αφετέρου η αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για την Παλαιολιθική, Νεολιθική και Χαλκολιθική περίοδο.
5.      Σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις ήρθαν στο φως, όπως η αποκρυπτογράφηση της σουμεριακής σφηνοειδούς γραφής από τον Sir H. C. Rawlinson ενώ θα εμφανιστεί η Παλαιοεθνολογία (1865) με στόχο τη συγκριτική μελέτη των αρχαίων πολιτισμών.


ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙ.
Η ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1.5.1.:
1.      Οι ανασκαφές στην Ιταλία ξεκίνησαν μέσα του 18ου, συστηματοποιήθηκαν αρχές του 19ου.
2.      Ιταλία: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η συνέχιση των εργασιών στην Πομπηία από τον Giuseppe Fiorelli και οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στον Παλατίνο λόφο.
3.       Στην Ελλάδα των αρχών του 19ου αι. εντοπίζονται ξένοι περιηγητές και ανασκαφείς: οι πρώτες παράνομες ανασκαφές στην ελληνικό χώρο πριν την Επανάσταση του 1821 έγιναν από ομάδες Γερμανών και Άγγλων καλλιτεχνών και αρχαιολόγων στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα και του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες αντίστοιχα, από όπου λεηλατούνται πολλοί θησαυροί και καταλήγουν στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου και στο Βρετανικό Μουσείο.
4.      Οι λαθρανασκαφές και η παράνομη εξαγωγή ευρημάτων δε σταματούν.
5.      Υπό την εποπτεία της Αρχαιολογικής Εταιρίας, πραγματοποιήθηκαν οι περισσότερες ελληνικές ανασκαφές και εξασφαλίστηκε η αποκλειστικότητα στη δραστηριοποίηση της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών για την ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας.
6.      Οι αρχαιολόγοι της Αμερικανικής Σχολής ήταν μία από τις πρώτες αποστολές που ασχολήθηκαν και με την προϊστορία της περιοχής.
7.      Στην αρχαιολογική σκηνή διαμορφώθηκαν δύο κατηγορίες αρχαιολόγων:
  1. αυτοί που εργάζονταν σε πανεπιστήμια και μουσεία και
  2. αυτοί που αναζητούσαν νέο υλικό προς μελέτη και τεκμηρίωση των θεωριών.
8.      Με αυτόν τον τρόπο μεταβλήθηκαν οι αντιλήψεις για το ρόλο και την προσφορά της Αρχαιολογίας και διευρύνθηκε η συνεργασία των αρχαιολόγων με επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ 1.5.2.:

1.      Πολλές από τις πρώτες ανασκαφές δεν πραγματοποιούνταν με απόλυτα επιστημονικά κριτήρια, αφού κύριος στόχος ήταν η εύρεση μοναδικών θησαυρών και η μεταφορά τους στην ιδιαίτερη πατρίδα των ανασκαφέων.
2.      Αυτό ίσχυε κυρίως για τις επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και λιγότερο για την Ελλάδα και την Ιταλία, όπου για τις επίσημες τουλάχιστον ανασκαφές ίσχυαν αυστηροί νόμοι.
3.      Η οικονομική υποστήριξη και προώθηση των μακροχρόνιων αυτών ανασκαφών προέρχονταν από διάφορους συλλόγους στην Ευρώπη. Κυριότεροι είναι
  1. η αγγλική Εταιρεία για την εξερεύνηση της Αιγύπτου και
  2. η γερμανική Εταιρεία της Ανατολής με πρωτοστάτη τον Theodor Wiegand, που κυριαρχούσε στα αρχαιολογικά πράγματα της Γερμανίας εκείνη της εποχή.
4.      Την ανάθεση των αποστολών συχνά έκαναν οι κρατικές Ακαδημίες, τα Υπουργεία Εξωτερικών, οι Πρεσβείες ή μεγάλα μουσεία (π.χ. Βρετανικό).
5.      Υπήρξαν, όμως, και περιπτώσεις που οι ίδιοι οι ανασκαφείς χρηματοδότησαν τις αποστολές τους, όπως ο Σλήμαν στην Τροία, τις Μυκήνες και την Τίρυνθα και ο Evans στην Κνωσό.
6.      Στο β’ μισό του 19ου αι. ολόκληρα αρχαία μνημεία μεταφέρθηκαν και ξαναστήθηκαν στις αίθουσες των μεγάλων μουσείων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ελληνιστικό Βωμό της Περγάμου στο κρατικό Μουσείο του Βερολίνου.

ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 19ου  αι. 1.5.3.
1.      Η πολιτική των μεγάλων ανασκαφών και των μεγάλων μουσείων κατά τον 19ο αι. συσχετίζονταν αφού η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ίδρυση πολλών μουσείων στην Ευρώπη με κρατική πρωτοβουλία.
2.      Αντίθετα, στη Βόρεια Αμερική υπερίσχυσε η ιδιωτική πρωτοβουλία.
3.      Πολλές ιδιωτικές συλλογές αρχαιοτήτων στην Ιταλία (Castellani, Canino, Pourtales) και την Ελλάδα (Sabouroff, Σλήμαν) διαλύθηκαν και κατέληξαν σε διάφορα κρατικά μουσεία.
4.      Δημιουργήθηκαν μουσεία και σε επαρχιακές πόλεις όπου πραγματοποιούνταν ανασκαφές, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα μουσεία εθνολογικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος.
5.      Στο πλαίσιο τόνωσης του λαϊκού αισθήματος και της ενίσχυσης των δεσμών με το προγονικό στοιχείο ιδρύθηκαν στο β’ μισό του 19ου αι. τα εθνικά μουσεία της Ελλάδας και της Ιταλίας.
6.       Το 1870 ιδρύθηκαν στις ΗΠΑ το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης.
Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου αι. ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ: ΝΕΟΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΣΜΟΣ 1.6.

Οι εξελίξεις στις ανασκαφές στις αρχές του 20ου αι.

1.      Στις πρώτες δεκαετίας του 20ου αι. συνεχίζονται αμείωτες οι μεγάλες ανασκαφές, με χρηματοδότηση είτε από κρατικούς και ιδιωτικούς οργανισμούς είτε από πλούσιους ιδιώτες.
2.      Η βελτίωση των ανασκαφικών και εποπτικών μεθόδων -στρωματογραφική ανάλυση, χρήση τεχνολογικών μέσων, αεροφωτογραφία-, η υιοθέτηση νέων χρονολογικών τεχνικών –ραδιοχρονολόγηση- και η τυπολογική κατάταξη όλων των ευρημάτων έκαναν σταδιακά την εμφάνισή τους.
3.      Παράλληλα, βασική θέση στην άντληση των αρχαιολογικών πληροφοριών αποκτά και η προσεκτική εκτίμηση των συνευρημάτων (context) και των λοιπών δεδομένων της ανασκαφής ενώ αυξήθηκε το ενδιαφέρον για τα λιγότερο εντυπωσιακά ευρήματα.
4.      Στην καθιέρωση των προαναφερθέντων, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Petrie και Wheeler.

Οι εξελίξεις για την ιστορία της τέχνης τις αρχές του 20ου αιώνα

1.      Οι θεωρητικές αναζητήσεις των αρχαιολόγων και των ιστορικών της αρχαίας τέχνης εντάθηκαν.
2.      Οι μελετητές επεδίωκαν να εμβαθύνουν στα προβλήματα του αρχαίου κόσμου και των καλλιτεχνικών του εκφάνσεων και να κατανοήσουν την εσωτερικά αξία των έργων.
3.      Η ιστορία της τέχνης και το ιστορικό γίγνεσθαι εξετάζονταν ως αλληλένδετα φαινόμενα.

Η επίδραση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην αρχαιολογία:

1.      Η λήξη του Α΄ Π. Π. Πολέμου επέφερε βαθιά κρίση στις ανθρωπιστικές και ηθικές αξίες.
2.      Στο πνεύμα των καιρών για νέες αναζητήσεις εντάσσεται το θεωρητικό κίνημα του «τρίτου ουμανισμού» ή «νεοουμανισμού» με κύριο εκπρόσωπο τον φιλόλογο Werner Jaeger.
3.      Η σημασία του κινήματος αυτού έγκειται στο ότι τονίστηκε η διαχρονική αξία και η επικαιρότητα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.


Τα βασικά χαρακτηριστικά των θεωρητικών προσεγγίσεων στις αρχές του 20ου αι.:

1.      Εμφάνιση του θεωρητικού κινήματος του τρίτου ουμανισμού (σε αντιδιαστολή με τον «πρώτο ουμανισμό» της ρωμαϊκής περιόδου και τον «δεύτερο ουμανισμό» της Αναγέννησης 15ο αι).
2.      Στροφή σε λιγότερο γνωστές περιόδους στης αρχαιότητας, «μη υποδειγματικές».
3.      Έτσι εκδηλώθηκε το έντονο ενδιαφέρον για τις εικαστικές δημιουργίες και τα επιτεύγματα της αρχαϊκής και της πρώιμης κλασικής περιόδου καθώς και της ύστερης Αρχαιότητας.
4.      Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ερευνητές να στραφούν στην εντατική μελέτη των αρχαίων πρωτοτύπων αντί μόνο των αντιγράφων, όπως έκαναν έως τότε.
5.      Η Αρχαιολογία έπαιρνε πιο συστηματική μορφή ως επιστημονική απασχόληση και εργασία.
6.      Ενισχύθηκε ο κρατικός έλεγχος των ανασκαφικών δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα αφενός καλύτερη εποπτεία και αφετέρου την εμφάνιση της εθνοκεντρικής Αρχαιολογίας, όπως στη Γερμανία, για την ικανοποίηση πολιτικών επιδιώξεων.
7.      Οι αρχαιολογικές έρευνες ανεξαρτητοποιούνται από τη φιλολογική ερμηνεία, την κυριαρχία των γραπτών πηγών και των κλασσικών προτύπων.
8.      Ως προς τη μεθοδολογία, καθιερώνεται η μέθοδος της στρωματογραφίας, η προσεκτική περισυλλογή του συνόλου των ευρημάτων, ακόμα και των φαινομενικά ασήμαντων και γενικά η συστηματοποίηση των ανασκαφικών δεδομένων.
9.      Ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο, στην αρχαιολογική σκέψη του Μεσοπολέμου κυριάρχησε η πολιτιστική-ιστορική προσέγγιση με βασικό μεθοδολογικό εργαλείο το στοιχείο της διάδοσης των πολιτιστικών φαινομένων. (σ’ αυτή στηρίχθηκε η θεωρία της καθόδου των Δωριέων). Η θεωρία αυτή κατηγορήθηκε ότι βασίστηκε υπέρμετρα σε εμπειρικές παρατηρήσεις και κατέφυγε σε «κανόνες» (νόρμες) για να στηρίξει τα συμπεράσματά της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ερμηνεύσει τα βαθύτερα αίτια της πολιτισμικής μεταβολής.
10.  Στον τομέα της κλασσικής Αρχαιολογίας επικράτησε η γερμανική πολιτιστική-μορφολογική σχολή. Αυτή προσπαθούσε να εντάξει τα θεμελιώδη στοιχεία της ιστορίας και του αρχαίου πολιτισμού σε σταθερά συστήματα και προκαθορισμένες εξελικτικές τροχιές.



ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΑΠΟ ΤΟ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ 1.7.

1.      Ση μεταπολεμική Αρχαιολογία χαρακτηρίζεται από διαρκώς διευρυνόμενες διεπιστημονικές και θεωρητικές προοπτικές της έρευνας.
2.      Γενικά στα τέλη του 20ου αι. η μεταπολεμική Αρχαιολογία χαρακτηρίζεται από έναν ερμηνευτικό πλουραλισμό:
3.      Οι θεωρητικές κατευθύνσεις της αρχαιολογικής επιστήμης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Στα πολυσχιδή της ερευνητικά πεδία εκπροσωπούνται διάφορες τάσεις ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν:
  1. οι διαδικαστικές και μεταδιαδικαστικές θέσεις των Αγγλοσαξόνων,
  2. η στρουκτουραλιστική προσέγγιση των Γάλλων,
  3. η κοινωνιολογική-εθνοαρχαιολογική προσέγγιση των ερευνητών της παγκόσμιας προϊστορίας.
4.      Οι ερευνητικές κατευθύνσεις της αρχαιολογικής επιστήμης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο:

  1. Παράλληλα με τις περιορισμένες σε έκταση και διάρκεια ανασκαφές καθιερώθηκε η πρακτική των ερευνών επιφανείας.
  2. Οι αρχαιολόγοι χρησιμοποιούν διάφορες νέες τεχνολογικές εφαρμογές, όπως η αεροφωτογράφιση, η γεωμαγνητική διασκόπηση του εδάφους, η χρονολόγηση με τη μέθοδο του C14, η παλυνολογική εξέταση, δηλαδή η εξέταση της γύρης.



(Αθηνάς Σαλούστρου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: