Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

ΕΛΠ 20 - Δημόσιος, οικονομικός και κοινωνικός βίος των Βυζαντινών

Τόμος Β - Κεφ. 1

Πολιτειακοί και Πολιτικοί Θεσμοί της Βυζ. Αυτοκρατορίας

Το Ρωμαϊκό Υπόβαθρο της Νέας Αυτοκρατορίας : Οι Μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου (20)
Ο Διοκλητιανός σηματοδοτεί το τέλος της παρακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την αρχή της ανανέωσης και αποκατάστασης του ρωμαϊκού κράτους.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 2ο και 3ο αι. μ.Χ.
Με το θάνατο του Μάρκου Αυρηλίου επήλθε κρίση στο κράτος. Συχνές & βίαιες αλλαγές αυτοκρατόρων, συνωμοσίες, πραξικοπήματα, εμφύλιοι, ήττες, κοινωνικές ανισότητες, πολιτικοί και θρησκευτικοί διωγμοί, πληθωρισμός και φυσικές καταστροφές συνέβαλαν στην κρίση αυτή. Σημαντικότερη (21) επίπτωση ήταν η εξασθένιση του αυτοκρατορικού θεσμού. Από το 235 – 285 περισσότεροι από 30 ηγεμόνες είχαν αναγνωρισθεί επίσημα ως Αύγουστοι ή Καίσαρες.
Με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, το ρωμαϊκό κράτος μπόρεσε να ανακάμψει. Καθιερώθηκε το σύστημα της τετραρχίας για τη διακυβέρνηση του κράτους. Τα καθήκοντα μοιράστηκαν σε τέσσερις ηγεμόνες, οι οποίοι εκλέχτηκαν με αξιοκρατικά κριτήρια. Η πρώτη, με το Διοκλητιανό (για την ανατολή), το Μαξιμιανό (για τη δύση) το Γαλέριο και τον Κωνστάντιο Χλωρό, υπήρξε σταθερό πολιτικό σχήμα, που έφερε την τάξη στο εσωτερικό της χώρας, προστάτευσε την κυριαρχία της Ρώμης, αναβάθμισε και σταθεροποίησε το κύρος του αυτοκράτορα.
Οι επαρχίες διαιρέθηκαν επίσης σε μικρότερες, ενώ συνενώθηκαν σε μεγαλύτερες περιφερειακές διοικήσεις. Διαχωρίστηκε η πολιτική από τη στρατιωτική εξουσία, αυξήθηκε το στράτευμα και καταπολεμήθηκε ο πληθωρισμός. Έτσι οι επαρχίες μπορούσαν να ελεγχθούν καλύτερα, αυξήθηκε η αποδοτικότητα των κρατικών υπηρεσιών, η οικονομία ανέκαμψε, όπως και ο στρατός.

Μ. Κωνσταντίνος : συνέχισε το έργο του Διοκλητιανού και με ριζοσπαστικές λύσεις, εμφάνισε ένα νέο πολιτειακό και πολιτικό σχήμα που ήταν η απαρχή του βυζαντινού κόσμου και του ευρωπαϊκού αργότερα. Πέρα από αυτό, συμφιλίωσε το ρωμαϊκό κράτος με τη χριστιανική θρησκεία και μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τις διαμάχες που ξέσπασαν όταν ο Διοκλητιανός αποσύρθηκε, ο Μ. Κ. έμεινε μόνος αυτοκράτορας του αχανούς ρωμαϊκού κράτους.

Ο Αυτοκρατορικός Θεσμός του Ύστερου Ρωμαϊκού Κράτους (22)
Ο θεσμός κατέληξε σε συγκεντρωτική μοναρχία, όπου ο αναβαθμισμένος αυτοκράτορας είχε απεριόριστη εξουσία και θεία δύναμη. Η αίγλη του ενισχύθηκε από αυστηρή αυλική εθιμοτυπία καθώς και την υιοθέτηση της προσκύνησής του. (209).
Ο θείος και υπερβατικός χαρακτήρας του ενισχύθηκε από την αντίληψη της άμεσης θεϊκής προστασίας. Σε επιγραφή, ο Διοκλητιανός και ο Μάξιμος αναφέρονται ως γόνοι και δημιουργοί θεών. Εδώ δε δηλώνεται μόνο η θεία φύση αλλά και η θεϊκή εξουσιοδότηση της εξουσίας τους.
Ο Μ. Κ. αρχικά ήταν οπαδός του μιθριδαϊσμού, συνδέοντας το κύρος του με το θεό Ήλιο. Σταδιακά και συνειδητά όμως απομακρύνεται από τη θεοποίηση και τις ειδωλολατρικές θεότητες. Μετά το 324, τη θέση του αυτοκράτορα – θεού, πήρε ο ελέω θεού αυτοκράτωρ. (23) Η αλλαγή αυτή, συνδέεται άμεσα με το χριστιανισμό και απορρέει από την πολιτική του Κ. που ζητούσε τη στήριξη της χριστιανικής εκκλησίας  όπως και από την προσωπική του πίστη.

Η Θρησκευτική Πολιτική του Διοκλητιανού και του Μ.Κ.
Και οι δύο ενίσχυσαν τον υπερτονισμό του θείου και τον υπερβατικό χαρακτήρα του αυτοκράτορα. Πάντως η πολιτική τους διέφερε ριζικά.
Διοκλητιανός : συνδέθηκε με το μεγαλύτερο διωγμό που υπέστησαν οι χριστιανοί
Μ.Κ. : αναγνώρισε επίσημα τη χριστιανική θρησκεία
Και οι δύο όμως, επιδίωκαν μια ενιαία θρησκεία, που θα ενεργούσε ως εγγυητής της ασφάλειας και της ευημερίας του κράτους. Η ενοποίηση αυτή είχε ξεκινήσει από τον Αυρηλιανό, που ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το θεό Ήλιο, δημοφιλή θεό ανάμεσα στο στράτευμα (24)
Η διαφορά της πολιτικής των δύο, αφορούσε τον τρόπο ερμηνείας και προσέγγισης της ‘ενιαίας θρησκείας’. Ας δούμε συνοπτικά την εξέλιξη αυτής της πολιτικής.
Διοκλητιανός : καθόρισε τη θρησκευτική πολιτική του με βάση τη ρωμαϊκή θρησκεία. Προώθησε ιδιαίτερα τη λατρεία του Ηρακλή και του Δία που τις συνδύασε με τη θεϊκή κατοχύρωση της εξουσίας του. Εμφανίστηκε τότε η αυτοκρατορική λατρεία που εξασφάλιζε την αφοσίωση των υπηκόων στον αυτοκράτορα, καθώς και την πνευματική και πολιτική συνοχή. Οι ατομικές θρησκευτικές προτιμήσεις ενισχύθηκαν από την αντίληψη πως η λατρεία των παραδοσιακών θεών, ενίσχυε τις πράξεις των αυτοκρατόρων και συνέβαλλε στην ευτυχία του κράτους.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε μονοθεϊστική θρησκεία, που απέκλειε τη λατρεία των παραδοσιακών θεών, αποτελούσε πολιτικό κίνδυνο. Ο Διοκλητιανός αντιμετώπισε με αγριότητα τους χριστιανούς. Κατέστρεψε εκκλησίες, συνέλαβε μέλη του κλήρου και διέταξε την τέλεση ειδωλολατρικών θυσιών. Η ποινή για τους ανυπάκουους ήταν θάνατος ή ισόβια καταναγκαστικά έργα.
Οι διάδοχοί του συνέχισαν τους διωγμούς με εξαίρεση των Κωνστάντιο και το γιο του Κωνσταντίνο. Όσοι επέλεγαν τη σκληρή γραμμή καταλάβαιναν πως η βία απέναντι στους χριστιανούς δεν είχε αποτέλεσμα και οι διωγμοί απειλούσαν την εσωτερική κρατική τάξη. Ο Γαλέριος – ιδιαίτερα σκληρός – παύει τους διωγμούς το 311. Με διάταγμα νομιμοποίησε το χριστιανισμό ως ‘επιτρεπόμενη θρησκεία’. Παρόμοιο ήταν το διάταγμα του Μαξεντίου ενώ το 313, ο (25) Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος συναντήθηκαν στο Μεδιολάνο και  αποφάσισαν να συνεχίσουν την ίδια πολιτική. Κάποια στιγμή πήγε να κουνηθείο Λικίνιος, αλλά ο Κ. τον ανέτρεψε και η χριστιανική θρησκεία ελευθερώθηκε σε όλη την αυτοκρατορία.
Κωνσταντίνος : πέρασε από αρκετά στάδια. Η γενική, διαλλακτική του στάση μπορεί να ερμηνευτεί ως πολιτική σκοπιμότητα και χειρονομία καλής πίστης. Η θρησκευτική του μεταστροφή έγινε μετά τη νίκη του στη Μουλβία γέφυρα. Το προηγούμενο βράδυ είχε ονειρευτεί το σύμβολο του σταυρού και με αυτό κόσμησε τα αυτοκρατορικά λάβαρα, τα νομίσματα, ακόμα και την περικεφαλαία του. Από το 312 και μετά, καθιέρωσε την Κυριακή ως χριστιανική αργία, τοποθέτησε τους επισκόπους στην απονομή δικαιοσύνης και επέτρεψε τις δωρεές προς την εκκλησία. Μετά τη νίκη του επί του Λικίνιου, φάνηκε ακόμα πιο ριζοσπαστικός. Περιόρισε τις ειδωλολατρικές εορτές εξάλειψε ειδωλολατρικές θεότητες από τα νομίσματα, ανέγειρε εκκλησίες με δημόσιους πόρους και πρόσθεσε στο διάδημά του ένα καρφί από το σταυρό του Ιησού. Επιδίωξε την ενότητα της εκκλησίας καθώς θεώρησε πως η ρωμαϊκή ενότητα έπρεπε να προβάλλεται όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά.
Το όραμά του ήταν η ενότητα της πίστης και η ευημερία του κράτους και προσπάθησε να το πετύχει με επιστολές του σε ορθόδοξους και αιρετικούς, για να αποκαταστήσει την ενότητα στους κόλπους της εκκλησίας. Από το 316 εμφανίζεται ως διαιτητής στις επισκοπικές διαμάχες. Η παρουσία του υπήρξε καταλυτική στη σύνοδο της Νίκαιας όπου συζητήθηκε το Αρειανικό δόγμα, που αμφισβητούσε τη θεία φύση του Ιησού. Ο Άρειος εξορίστηκε αλλά ο Κωνσταντίνος κατάφερε να αποφευχθεί η διχόνοια στην (26) Εκκλησία. Η Σύνοδος αυτή, διαμόρφωσε το χριστιανικό δόγμα και θεμελίωσε την αρχή της ανάμιξης της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά θέματα. Ο ηγεμόνας  ήταν η κεφαλή του χριστιανικού κόσμου. Η χριστιανική εκκλησία έδωσε νέα υπόσταση στην ανανεωμένη ανατολική αυτοκρατορία.
Η μητέρα του Κ. Ελένη, βρήκε το Γολγοθά, ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό, και όλα τα λείψανα τα σχετικά με το Θείο Πάθος. Η ανακάλυψη αυτή έφερε αιώνια δόξα και στους δυο. Ο Κ. θεμελίωσε το ναό της Αναστάσεως, της Γέννησης και της Ανάληψης.
Η βάπτιση του Κ. λίγο πριν το θάνατό του, στη Νικομήδεια, επισφράγισε τη θρησκευτική πολιτική του. Πέθανε στις 22 Μαΐου του 337 και η σορός του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου τάφηκε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, ως ισαπόστολος. Αγιοποιήθηκε μαζί με τη μητέρα του.

Η Φυσιογνωμία της Β. Αυτοκρατορίας (27)
Η συνένωση ρωμαϊκού κράτους και χριστιανισμού ήταν η αφετηρία της Β.Α.
Βυζάντιο, ή Β. Αυτοκρατορία : το χριστιανικό κράτος της Ανατολής, που διαμορφώθηκε με την ίδρυση της Κων/λης το 324 και τελείωσε με την άλωσή της το 1453. θεωρείται συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όμως, μέσα από αλλαγές, μεταμορφώθηκε σε ελληνόφωνο χριστιανικό κράτος. Οι Βυζ. αποκαλούσαν το κράτος τους ρωμαϊκό ή Ρωμαίων κράτος, ή βασιλεία των Ρωμαίων. Ο όρος Βυζάντιον –ινός, χρησιμοποιήθηκε από τον Ιερόνυμο Wolf το 16ο αι. και δήλωνε την αρχαία μεγαρική αποικία, στη θέση της οποίας χτίστηκε η Κων/λη.
Η ίδρυσή της, ήταν μια ακόμα μεταρρύθμιση του Κ. που αναγνώρισε την ανάγκη νέας πρωτεύουσας. Η Ρώμη, μακριά από τα νευραλγικά σημεία της αυτοκρατορίες είχε πάψει να είναι το επίκεντρο της πολιτικής ζωής. Οι Αύγουστοι εμφανίζονταν εκεί για λόγους μόνον εθιμοτυπικούς. Μετά τη νίκη του επί του Λικίνιου, ο Κων/νος άρχισε να ψάχνει το μέρος για τη νέα του πρωτεύουσα. (28) Η εκλογή ήταν μεγαλοφυής. Σταυροδρόμι ανατολής – δύσης, πέρασμα εμπορικών δρόμων, κοντά και ταυτόχρονα μακριά από τις επικίνδυνες περιοχές. Με την ίδρυση της πόλης, ξεκινούσε ειρηνικά μια νέα πολιτική εξουσία. Η Νέα Ρώμη, η Πόλις του Κων/νου βρέθηκε ανάμεσα στον αρχαίο και το νέο τρόπο ζωής, εγκαινιάζοντας ένα οικουμενικό, πολιτικό και θρησκευτικό κράτος. Ήταν προϊόν πολιτικής έμπνευσης ή, όπως έλεγε ο Κ. ιδέα που υποβλήθηκε από το θεό. Η θεμελίωση, τα εγκαίνια και η τελική άλωσή της, έμειναν χαραγμένα στη μνήμη των λαών.
Ο κρατικός μηχανισμός της Κων/λης βασίστηκε στο ρωμαϊκό πρότυπο. Την ίδια στιγμή, η συγκεντρωτική άσκηση της διοίκησης, η ενίσχυση του αυτοκράτορα και η μονοκρατορία του Κων/νου εξέλιξαν τους ρωμαϊκούς θεσμούς. Η μεταφορά του κέντρου στην Ανατολή, έφερε στο προσκήνιο την ελληνική παιδεία και το χριστιανισμό.
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε το συνεκτικό στοιχείο εκατομμυρίων ανθρώπων από όλες τις φυλές, τάξεις και θρησκείες, εκφράζοντας τέλεια την πολιτική συνοχή.
Η εξάπλωση του χριστιανισμού ήταν μεγάλη. Τα εσχατολογικά της μηνύματα, ο συμβολισμός της, η έννοια της αλληλεγγύης, η αγάπη και η φιλανθρωπία της, γοήτευαν τους κατοίκους της Κων/λης. Το Βυζάντιο (29) είναι πολυεθνικό κράτος, σταυροδρόμι δοξασιών και τρόπων ζωής.
Η Constitutio Antoniana (διάταγμα του Καρακάλλα το 212 με το οποίο αποκτούσαν το δικαίωμα του ρωμαίου πολίτη όλοι οι ελεύθεροι πολίτες), ήταν η αφετηρία για τη συνοχή των υπηκόων. Το Βυζάντιο στηρίχθηκε στο ομόδοξο και το ομόγλωσσο, για να ενισχύσει αυτή τη συνοχή. Παγιώθηκε το ομότροπο, η συγκρότηση ενιαίας ανθρώπινης κοινότητας.

Το Βυζ. Πολιτειακό Σύστημα
Πολίτευμα ήταν η μοναρχία. Ο αυτοκράτορας ήταν ο απόλυτος ρυθμιστής των πάντων. Ο ρόλος του ήταν πολυδιάστατος.
-                      διόριζε και απέλυε υπαλλήλους, ενώ απένειμε τίτλους και αξιώματα
-                      είχε απόλυτο έλεγχο στις οικονομικές υποθέσεις
-                      εξέδιδε νόμους και επόπτευε την απονομή δικαιοσύνης
-                      ήταν αρχηγός όλων των στρατιωτικών δυνάμεων
-                      ασκούσε επιρροή στα εκκλησιαστικά πράγματα. Συγκαλούσε τις Οικουμενικές Συνόδους, ήταν διαιτητής στις δογματικές διαφορές, έλεγχε τους πατριάρχες.
Το πολίτευμα (30)  δεν υπέκειτο σε κοινοβουλευτικό έλεγχο ή συνταγματικούς περιορισμούς. Λόγω του χριστιανισμού όμως, είχε ηθικούς περιορισμούς. Ήταν κοινή συνείδηση για τον ηγεμόνα και τους υπηκόους του πως έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντά του με δικαιοσύνη, φιλανθρωπία και ευνομία.
Υπήρξαν όμως και πολιτικοί παράγοντες. Η Σύγκλητος, ο στρατός, οι δήμοι και η Εκκλησία. Όλοι κρατούσαν τα όρια που υπαγόρευαν οι αρχές της χριστιανικής θρησκείας, κυρίως ο αυτοκράτορας.

Η Προέλευση της Αυτοκρατορικής Εξουσίας
Η θεοποίηση του αυτοκράτορα ήταν μια σημαντική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού που διαφοροποιήθηκε στα χρόνια του Κ. Ο ‘αυτοκράτορας – θεός’ έγινε εκπρόσωπος του θεού και ‘αυτοκράτορας ελέω θεού’. Ταυτόχρονα επέζησαν οι αντιλήψεις που τον ήθελαν ‘άριστο’, εκλεκτό του λαού και του στρατού. Η δυαρχική αυτή αντίληψη, λειτούργησε καθ’ όλη τη βυζ. περίοδο. (31)
Ο αυτοκράτορας τυπικά εκλεγόταν από τη σύγκλητο, το στρατό και τους δήμους, ομάδες που αντιπροσώπευαν τη λαϊκή βούληση. Θεωρητικά, επρόκειτο για παρεμβολή του Αγ. Πνεύματος και της θείας θέλησης.
Βέβαια, δεν έλειψαν και οι ρωμαϊκές εκδηλώσεις λατρείας, όπως η προσκύνηση του αυτοκράτορα και των εικόνων του. Διευκρινίζεται πως η λατρεία αυτή δεν αναφέρεται στον αυτοκράτορα αλλά στα σύμβολά του. Σήμερα οι απόψεις διίστανται. Μερικοί υποστηρίζουν πως παρά το χριστιανισμό, εξακολουθούσαν – τουλάχιστον αρχικά – να υφίστανται οι ρωμαϊκές αντιλήψεις περί θεοποίησης του αυτοκράτορα. Άλλοι ερμηνεύουν την προσκύνηση ως καθαρά πολιτική πράξη υποταγής. Βασικά, ότι ήταν ο αυτοκράτορας για τους υπηκόους του, ήταν ο θεός για τον αυτοκράτορα. Στις εικόνες που σώζονται, ο αυτοκράτορας προσκυνά τον ένθρονο Ιησού.
Η μεταβολή της αυτοκρατορικής εξουσίας έφερε σημαντικές αλλαγές στην άσκησή της όπως και στο πρότυπο του αυτοκράτορα. Υπογραμμίζονται οι χριστιανικές αρχές της εξουσίας. Ο αυτοκράτορας ήταν εξ ορισμού εκλεκτός του θεού και φιλόχριστος.
Οι αρετές του πήγαζαν από την προσπάθεια μίμησης του θεού. Η εξουσία του (32) μεταβιβαζόταν σε διορισμένους άρχοντες στους οποίους οι υπήκοοι έπρεπε να υπακούουν. Ο κλήρος τόνιζε την ανάγκη αυτής της υπακοής για λόγους ευταξίας και σεβασμού. Ακόμη, ο αυτοκράτορας είχε το προνόμιο του κυβερνήτη του ορθόδοξου χριστιανικού κόσμου, αν όχι ολόκληρου. Επίσης, η μεταστροφή ειδωλολατρών προς το χριστιανισμό, θεωρούνταν ως de facto αναγνώριση της ανώτατης εξουσίας του βυζ. αυτοκράτορα.
Η ιδέα της μιας, μοναδικής, πραγματικής και νόμιμης αυτοκρατορίας παρέμεινε ζωντανή μέχρι το τέλος.

Η Αυτοκρατορική Κατοικία (33)
Μέγα Ιερόν ή Παλάτιον : η αυτοκρατορική κατοικία, ανάμεσα στον Ιππόδρομο και τα θαλάσσια τείχη. Πρόκειται για ακανόνιστο, ανομοιογενές σύνολο κτιρίων διαφορετικών χρονολογιών και χρήσεων. Πληροφορίες μας δίνουν τρία κείμενα :
-                      η Έκθεσις περί βασιλείου τάξεως του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου
-                      η Χρονογραφία του Θεοφάνη
-                      η μαρτυρία του Νικόλαου Μεσαρίτη, σκευοφύλακα της Εκκλησίας του Φάρου
(χάρτης 1).
-                      στην είσοδο των ανακτόρων (34) υπήρχε τεράστιος ψηφιδωτός πίνακας του αυτοκράτορα σε στάση δέησης.
-                      Η είσοδος του παλατιού, οδηγούσε στη Μέση και ονομαζόταν Χαλκή εξαιτίας των κεραμιδιών με μπρούτζινη επένδυση ή μπρούτζινες εξώθυρες. ( η Χάλκη ξαναφτιάχτηκε από τον Ιουστινιανό, μετά την καταστροφή της στη στάση του Νίκα, ο οποίος τη μετέτρεψε σε μουσείο τέχνης
-                      Στο μέτωπο της κεντρικής πόρτας υπήρχε ψηφιδωτή, ολόσωμη εικόνα του Ιησού και λεγόταν Χαλκίτης. Η εικόνα αυτή ταλαιπωρήθηκε στα χρόνια της εικονομαχίας.
Η Χαλκή υποβαθμίστηκε από το Νικηφόρο Φωκά. Μετά το 1200 δεν ξανακούμε για αυτή.
- Αίθουσα (35) των 19 ακκουβιτών : τραπεζαρία
- Δάφνη : πτέρυγα με κατοικίες
- Χρυσοτρίκλινος : η αίθουσα του αυτοκρατορικού θρόνου και των επίσημων τελετών. Την έχτισε ο Ιουστίνος Β και την επίπλωσε εξαιρετικά.
- Ιουστινιανός ή Τρίκλινος του Ιουστινιανού : μεγάλη αίθουσα υποδοχής. Θεωρείται πως καταστράφηκε από θυελλώδεις άνεμους.
- Τρίκογχο : ημικυκλική αίθουσα συνεδριάσεων με τρεις αψίδες. Χτίστηκε από το Θεόφιλο
- Σίγμα : ταράτσα σε σχήμα Σ
- Καμιλάς : η ιματιοθήκη της βασίλισσας
- Καινούριον : πολυτελείς κατοικίες που έχτισε ο Βασίλειος ο Α
Ακολουθούν διάφορες περιγραφές του παλατιού.. (36-37-38)
Το θέμα είναι πως ελάχιστα πράγματα σώζονται καθώς το παλάτι υπέστη φυσικές και ανθρώπινες καταστροφές.

Οι Παλατινές Λειτουργίες : Ιεραρχία και Τάξις (39)
Πολύτιμη πηγή είναι η Έκθεσις περί Βασιλείου Τάξεως του Κ. Πορφυρογέννητου που δίνει πληροφορίες για τις τελετές του παλατιού. Για κάθε σημαντική κρατική ή θρησκευτική υπόθεση υπήρχε και η ανάλογη τελετή. Οι περισσότερες γινόντουσαν εντός παλατιού και συμμετείχαν μέλη της αυλής, ευνοούμενοι πολίτες ή ξένοι προσκεκλημένοι. Υπήρχαν και δημόσιοι εορτασμοί στους δρόμους της πόλης στον Ιππόδρομο ή στις εκκλησίες. Η (40) συμμετοχή του αυτοκράτορα συνοδευόταν από πλήθος διαδικασιών. Ομιλίες, συνοδεία, ειδική ένδυση κα. Η έννοια της τάξεως ήταν σημείο αναφοράς και προσδιόριζε λεπτομερώς την ιεράρχηση των πράξεων και την τήρηση της εθιμοτυπίας. Έτσι, η παλατινή τελετουργία, αντανακλούσε με τη σειρά της την καθιέρωση και την τήρηση της τάξεως, στοιχεία της αυτοκρατορικής πολιτικής.

Όψεις της Δημόσιας Ζωής του Αυτοκράτορα
Η στέψη : το αποκορύφωμα της βυζ. παλατινής τελετουργίας που άλλαξε με το χρόνο. Αρχικά ήταν μια ενιαία τελετή με κύριο το στρατιωτικό στοιχείο. Στα μέσα του 5ου αι. εμφανίζονται η σύγκλητος, οι δήμοι και ο Πατριάρχης, ο οποίος συμπράττει κατά την τοποθέτηση του διαδήματος στο κεφάλι του αυτοκράτορα. Η θρησκεία έφερε καινοτομίες στην τελετή, όπως το διαχωρισμό αναγόρευσης – στέψης.
Άλλαξε επίσης ο χώρος. Στην αρχή λάμβανε χώρα στο Έβδομον (προάστιο της Πόλης) μετά γινόταν στον Ιππόδρομο και στα τέλη του 8ου αι, στην Αγία Σοφία.
Το ίδιο τελετουργικό υπήρχε και για το (41) συναυτοκράτορα, μόνο που εδώ τη στέψη (όπως και για την αυτοκράτειρα) την έκανε ο αυτοκράτορας. Φρόντιζαν επίσης ώστε οι στέψεις των συνβασιλέων να συμπίπτουν με μεγάλες χριστιανικές εορτές (Χριστούγεννα Πάσχα). Ακολουθεί περιγραφή από τον Κ. Πορφυρογέννητο.
Ακρόαση : (42) αυτή των ξένων απεσταλμένων ήταν η πιο εντυπωσιακή. Υπήρχε ειδικό ένδυμα, και η είσοδος στην αίθουσα ακροάσεων γινόταν με ιεραρχική σειρά. Οι αξιωματούχοι προσκυνούσαν τον αυτοκράτορα.
Δημόσιες εμφανίσεις : ανάλογα με την εκδήλωση υπήρχε και τελετουργικό. Η αναχώρηση για μάχη συνοδευόταν από παρακλητικές λειτουργίες. Η αναχώρηση για (43) ειρηνικούς σκοπούς συνοδευόταν από θεία λειτουργία και πανηγυρικούς. Η τελετή υποδοχής απαιτούσε αντιπροσωπία έξω από την πόλη, επευφημίες και πανηγυρικούς.
(περιγραφή του Θρίαμβου του αυτοκράτορα).
Χριστιανικές εορτές : ο αυτοκράτορας (44) συμμετείχε ενεργά, ειδικά το Πάσχα.
Αυτοκρατορικά συμπόσια : (45) συνήθως συνοδευόντουσαν από χορό και τραγούδι.
Ο αυτοκράτορας συμμετείχε επίσης σε επετειακές εορτές, σε υποδοχές αγίων λειψάνων. Με λίγα λόγια (46) η δημόσια ζωή του αυτοκράτορα ήταν ιδιαίτερα έντονη.

Όψεις της Ιδιωτικής Ζωής του Αυτοκράτορα
Η Έκθεσις δίνει πολλές σχετικές πληροφορίες.
Γέννηση διαδόχου : λάμβανε χώρα (47) σε ειδικό διαμέρισμα, την πορφύρα, που έβλεπε στο λιμάνι του Βουκολέοντος. Οι τοίχοι του έφεραν πορφυρές πλάκες, εξ ου και το όνομα Πορφυρογέννητος. Αν το παιδί ήταν αγόρι, οι αγγελιαφόροι έτρεχαν να το αναγγείλουν στην αυτοκρατορία. Ακολουθούσαν οι ευχές του Πατριάρχη, ιππικοί αγώνες και επευφημίες στον Ιππόδρομο. Την 8η μέρα το βρέφος πήγαινε στην εκκλησία όπου του διάβαζαν ευχές. Ακολουθούσε εθιμοτυπική επίσκεψη από τις κυρίες επί των τιμών που προσέφεραν ευχές και δώρα. Κατόπιν συνέχιζαν οι συγκλητικοί.
Τα γενέθλια του αυτοκράτορα : γιορτάζονταν στο παλάτι, με εξαιρετικό κέφι. Γινόταν επίσημο δείπνο με χορό.
Η βάπτιση : χωρίς ορισμένο χρόνο από τη γέννηση (48). Γιόρταζε όλη η πρωτεύουσα και οι δρόμοι στολίζονταν με λουλούδια, στους εξώστες κρεμούσαν πολύτιμα υφάσματα και οι κάτοικοι στολισμένοι, έβγαιναν στο δρόμο. Οι ανάδοχοι επιλέγονταν από το βασιλικό οίκο ή τους κύκλους των ανώτατων αξιωματούχων. Το μυστήριο γινόταν στην Αγία Σοφία. Μετά το βάπτισμα, το μωρό επέστρεφε με πομπή στο παλάτι.
Γάμος : είχε ιδιαίτερες διαδικασίες. Η νύφη έπρεπε να είναι ευγενικής καταγωγής, παρθένα και κυρίως, όμορφη. Η επιλογή της γινόταν με (49) ιδιότυπο τρόπο. Έμπιστοι αυλικοί επέλεγαν τις πιο όμορφες κοπέλες και τις έφερναν στο παλάτι. Εκεί, την επιλογή την έκανε ο αυτοκράτορας. Οι πριγκίπισσες παντρεύονταν συνήθως παιδιά ευγενών.
Επιγαμικοί δεσμοί : προτάσεις γάμου από ξένους ηγεμόνες με αποστολή γραμμάτων ή απεσταλμένων. Η βυζ. διπλωματία λειτουργούσε πάντα ανάλογα με το συμφέρον της.
Πολλοί γάμοι γινόταν σε μικρή ηλικία καθώς το νόμιμο ήταν 12 – 14 χρόνια για τα κορίτσια και 14 – 18 για τα αγόρια (50).
Βασιλικός γάμος : γινόταν συνήθως στην Αγ. Σοφία, αλλά και σε άλλους ναούς. Η γαμήλια τελετή ήταν μεγαλόπρεπη, ενώ (51) ακολουθούσε συμπόσιο.
Λουτρό της νύφης : αναπόσπαστη τελετή του γάμου, που γινόταν τρεις μέρες μετά το γάμο. Περιλάμβανε παρέλαση των λουτρικών με συνοδεία τραγουδιών και χορού καθώς και τις κυρίες των τιμών. Ο γάμος του αυτοκράτορα συνοδευόταν από δώρα του προς τους υπηκόους του. Άλλοτε χρηματικά, κι άλλοτε σε είδος, όπως τα διάφορα τραπέζια που στρώνονταν σε διάφορα μέρη της πρωτεύουσας.
Υπήρξαν και γάμοι κατά παράβαση εκκλησιαστικών κανόνων και θεσμών, όπως αυτός του Ηράκλειου με την ανιψιά του Μαρτίνα ή η τεταρτογαμία του Λέοντος Στ’ Σοφού.
Θάνατος και Ταφή του αυτοκράτορα : (53) ήταν ο επίλογος της επίγειας ζωής. Αν και τα ταφικά έθιμα δε διέφεραν πολύ από αυτά των λαϊκών, υπήρχε ιδιαίτερη εθιμοτυπία. (53-54). Οι περισσότερες ταφές γινόντουσαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων αλλά και αλλού. Όταν ο θάνατος ήταν βίαιος, η ταφή δεν τελούνταν σύμφωνα με το τυπικό.

Η Βυζαντινή Υπαλληλία (56)
Η οργάνωση της κρατικής μηχανής, βασιζόταν στον αυτοκράτορα ως πηγή κάθε εξουσίας. Κάτω απ’ αυτόν, υπήρχε μια περίπλοκη κρατική μηχανή, οργανωμένη με αυστηρά συγκεντρωτικό και ιεραρχικό σύστημα. Η σταδιοδρομία του υπαλλήλου ήταν ανοικτή σε μεγάλη μερίδα πολιτών, με βασική προϋπόθεση κάποιες γενικές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις (εκτός των γιατρών, των νομικών και των εκπαιδευτικών που έπρεπε να είναι πιο εξειδικευμένοι). Η πρόσβαση ήταν ανοικτή σε όλους τους υπηκόους. Αρκετοί επαρχιώτες κατάφεραν να φτάσουν σταδιακά σε υψηλά αξιώματα. (π.χ. Ψελλός). Όμως, από τον 11ο αι. και μετά (57) οι πλούσιες οικογένειες και μέλη του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος άρχισαν να αναλαμβάνουν τα υψηλά αξιώματα, δημιουργώντας μια κλειστή τάξη δημόσιων λειτουργών. Υπήρχαν πάντως και οι εξαιρέσεις. (Αλέξιος Απόκαυκος).
Το Βυζάντιο, αντίθετα με τη Δύση, απέκτησε συγκροτημένη κρατική μηχανή. Ο κλήρος είχε κάποιες σποραδικές εμφανίσεις σε αυτήν, κάτι που ενισχύθηκε την εποχή των Παλαιολόγων (58).
Υπήρχαν δύο ειδών θέσεις, στη διοίκηση και το στρατό, οι υψηλότερες και οι κατώτερες.
Υψηλότερες : δίνονταν από τον αυτοκράτορα σε άτομα που επέλεγε ο ίδιος. Τα διόριζε προφορικά, για 3 χρόνια. (αξίαι δια λόγου). Έφταναν τους 60 και χωρίζονταν σε επτά κύριες ομάδες, ενώ διεκπεραίωναν τις υποθέσεις του κράτους.
Κατώτερες : ονομάζονταν στρατείες, ήταν ισόβιες και μπορούσαν να αγοραστούν ή να πουληθούν από τους ενδιαφερόμενους.
Οι υπάλληλοι έδιναν όρκο (υπαλληλικής αξιοπιστίας) ο οποίος κατατίθετο στα αρχεία του παλατιού, σε ειδικό μητρώο. (59) Υπήρχαν πολύ αυστηροί νόμοι για τη σωστή άσκηση των καθηκόντων τους. Ο Ιουστινιανός μάλιστα, είχε ορίσει τους επισκόπους ως επόπτες των υπαλλήλων.
Αξίαι βραβείου : τιμητικά αξιώματα που έδινε ο αυτοκράτορας. Η απονομή τους γινόταν σε επίσημη τελετή, συνήθως με την ευκαιρία μιας εορτής, ή την Κυριακή. Ο αυτοκράτορας έδινε ένα βραβείο που συμβόλιζε το αξίωμα. Άλλοι έπαιρναν ειδικό ένδυμα, κόσμημα ή έγγραφο. Τα αξιώματα αυτά ήταν ισόβια, αλλά όχι κληρονομικά. Δίνονταν στην πλειονότητα των ανώτατων αυλικών. Επίσης, ήταν δυνατή η κατοχή θέσης χωρίς τίτλο (άπρατοι), όπως και κάτοχοι τίτλων χωρίς αξιώματα (λιτοί).
Το αξίωμα ήταν ανάλογο των προσωπικών σχέσεων με τον αυτοκράτορα. Ο βαθμός (60) του αξιώματος καθόριζε τη θέση του κατόχου στην ιεραρχία που ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. Σε κάθε τίτλο, αντιστοιχούσε ορισμένο αυλικό αξίωμα, συνδεδεμένο με την προσωπική υπηρεσία του αυτοκράτορα. (Πίνακας 1). Στο 2ο μισό του 10ου αι. (61) εμφανίστηκαν νέοι τιμητικοί τίτλοι, ενώ τον 11ο αι. τα αξιώματα αυξήθηκαν πάλι, λόγω της οικονομικής ανάπτυξης. Στα χρόνια των Κομνηνών, ήρθαν οι αλλαγές. Ο Αλέξιος άλλαξε τους παλαιούς τίτλους κι απένειμε αξιώματα σε δικά του άτομα.
Την ύστερη βυζ. περίοδο, το μονοπώλιο των σημαντικών αξιωμάτων κατείχαν τα μέλη μεγάλων και πλούσιων οικογενειών. Εξακολουθούσε όμως να υπάρχει η δυνατότητα – αν και περιορισμένη – για ορισμένους, η αναρρίχηση σε υψηλά αξιώματα μετά από θητεία σε κάποια άλλα.
Τα αξιώματα δια βραβείων συνοδεύονταν από τη ρόγα, ετήσιο μισθό. Το ένδυμα επίσης, έπαιζε μεγάλο ρόλο στο αξίωμα καθώς ήταν ανάλογό του (62). Οι τιμητικοί τίτλοι ήταν εξαγοράσιμοι (η τιμή του αξιώματος) αν και η αντίδραση των αυτοκρατόρων ως προς αυτό ήταν αντιφατική. Ο Ιουστινιανός το απαγόρευσε, ενώ ο Λέων ο Στ’ όρισε συγκεκριμένο ποσό.
Οι τιτλούχοι είχαν κοινωνικά και οικονομικά οφέλη (αλίμονο!)

Η Διοίκηση του Παλατιού (63)
Τα ανάκτορα είχαν δική τους υπηρεσία, που εξυπηρετούσε και προστάτευε τον αυτοκράτορα. Σημαντική θέση κατείχαν οι ευνούχοι γιατί ήταν ακίνδυνοι για τις γυναίκες και δε μπορούσαν λόγω αναπηρίας να διεκδικήσουν το θρόνο. Είχαν καθημερινή επαφή με τον αυτοκράτορα και μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν δύναμη και επιρροή. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, η υπηρεσία διαφοροποιείται.
Πρωτοβεστιάριος : διαχειριζόταν (64) την ιδιωτική περιουσία του αυτοκράτορα και την ιματιοθήκη του. Τον 11ο αι. ήταν το κύριο πρόσωπο του παλατιού.
Επί της τραπέζης του δεσπότου : υπεύθυνος για τα γεύματα του αυτοκράτορα
Επί της τραπέζης της αυγούστας : υπεύθυνος για τα γεύματα της αυτοκράτειρας.
Πιγκέρνης : οινοχόος
Παπίας : υπεύθυνος ασφάλειας και καθαριότητας του ανακτόρου καθώς και της προστασίας των πολύτιμων σκευών.
Πρωτοσπαθάριος : (65) προϊστάμενος των σωματοφυλάκων και των αγγελιαφόρων.
Πρωτοστράτορας : προϊστάμενος των αυτοκρατορικών ιπποκόμων
Αρμοφύλακες : αρμόδιοι για τα αυτοκρατορικά όπλα
Εταιρεία : η ανακτορική φρουρά (αρχηγός ο εταιρειάρχης, ιδιαίτερα σημαντική θέση).
Στα μέσα του 11ου αι. η ανακτορική υπαλληλία αλλάζει συνεχώς δομή. Επικρατεί ασάφεια και αβεβαιότητα
Ύστερη, βυζ. περίοδος : η ζωή στα ανάκτορα ρυθμιζόταν από ομάδα αυλικών αξιωματούχων. Υπήρχαν επίσης παλατοφύλακες, υπασπιστές και τα ειδικά σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς.
Παλαιολόγεια περίοδος : οι αυτοκρατορικές υπηρεσίες εξειδικεύονται ακόμα περισσότερο. Π.χ. το αξίωμα του παρακοιμώμενου, διχάστηκε. Ο παρακοιμώμενος του κοιτώνος διατήρησε τις προγενέστερες αρμοδιότητες ενώ ο παρακειμώμενος της σφενδόνης ήταν υπεύθυνος της αυτοκρατορικής σφραγίδας. Το αξίωμα αυτό δεν υπάρχει κατά το 15ο αι.
Παρακοιμώμενη : η προσωπική υπηρέτρια της αυτοκράτειρας.

Η Αυτοκρατορική Γραμματεία (67)
Ρύθμιζε τη διεκπεραίωση των αυτοκρατορικών υποχρεώσεων, κυρίως τη σύνταξη και την αποστολή εγγράφων και επιστολών, που αφορούσαν νόμους, αποφάσεις, νομικά ή φορολογικά θέματα και λοιπά. Με την πάροδο των ετών, υπέστη αλλαγές.
Πρώιμη περίοδος : ομάδα αποτελούμενη από τον κοιαίστωρ του ιερού παλατίου, τέσσερις αντιγραφείς και υπάλληλους του τμήματος υπογραφών.
Κοιαίστωρ : επεξεργαζόταν νομικά θέματα, αιτήματα ιδιωτών ή κρατικών υπηρεσιών. Ήταν ο ιεραρχικά ανώτερος και δε χρησιμοποιούσε μόνιμο προσωπικό.
Τέσσερις αντιγραφείς : επεξεργάζονταν τις σημειώσεις και παρατηρήσεις του αυτοκράτορα πάνω στα εισερχόμενα, διεκπεραίωναν τις απαντήσεις, συνέτασσαν ή μετέφραζαν στην ελληνική.
Πριμηκήριος των νοταρίων : Προϊστάμενος του τμήματος υπογραφών. Οι νοτάριοι είχαν χρέη γραφέων.
Σηκρητάριοι : κάνουν την εμφάνισή τους στα μέσα του 5ου αι. Κρατούσαν (68) τα απόρρητα πρακτικά του αυτοκρατορικού συμβουλίου. Επικεφαλής ήταν ο πρωτοασηκρήτης.

Μεσοβυζαντινή Περίοδος : αλλάζουν κάποια πράγματα στην αυτοκρατορική γραμματεία. Οι 4 αντιγραφείς περνούν στην αρμοδιότητα του κοιαίστορα, με ανεξάρτητο των επί των δεήσεων. Αργότερα, τα καθήκοντα του κοιαίστορα περνούν στο χώρο της δικαιοσύνης και τα νομικά στον πρωτοασηκρήτη. Ο τελευταίος κατέληξε ανώτατος δικαστικός, την εποχή των Παλαιολόγων.
Μυστικός : κρατούσε την απόρρητη και προσωπική αλληλογραφία του αυτοκράτορα.
Επί του κανικλείου : φρόντιζε το αυτοκρατορικό μελανοδοχείο και όλα τα μέσα με τα οποία υπέγραφε ο αυτοκράτορας. Παρευρισκόταν στις υπογραφές και ετοίμαζε τα διπλώματα των δια βραβείου αξιών.
Μέγας λογοθέτης : κατάληξη του λογοθέτη του δρόμου, ο οποίος εισηγούνταν στον αυτοκράτορα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Μετά το 2ο μισό του 12ου αι. τοποθετούνταν ως γραμματείς, άνθρωποι του αυτοκρατορικού (69) περιβάλλοντος, χωρίς υπαλληλική σχέση με το φορέα.
Ο όρος γραμματικός, αντικατέστησε αυτόν του ασηκρήτη με προϊστάμενο τον πρωτονοτάριο.

Η Διοίκηση της Κωνσταντινούπολης (70)
Ανήκε στον έπαρχο της πόλης.
Πρωτοβυζαντινή περίοδος : ο έπαρχος είχε υψηλά δικαστικά καθήκοντα και ποικίλες υπηρεσίες, όπως την ασφάλεια, τη νυκτερινή εγκληματικότητα, κάτι σαν σημερινός δήμαρχος, αρχηγός της αστυνομίας και διευθυντής αγορανομίας. Ήταν επίσης υπεύθυνος για την εξασφάλιση των ειδών διατροφής.
Μεσοβυζαντινή περίοδος : το κύρος και η επιρροή του έπαρχου συνοδευόταν από μεγαλόπρεπη τελετή. Αποκαλείται πατέρας της πόλης, ενώ ο Ψελλός τον τοποθετεί αμέσως μετά τον αυτοκράτορα.
Το αξίωμα άρχισε να υποβαθμίζεται από τα μέσα του 12ου αι. Δύο αιώνες μετά, την διοίκηση ασκούν δύο κεφαλατικεύοντες. (Δείτε τον πίνακα 3 στις σελ. 70-71).

Η Διοικητική Κρατική Μηχανή (72)
Πρωτοβυζαντινή περίοδος : η οργάνωση αφομοίωσε αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, ενώ ταυτόχρονα καινοτόμησε, δείχνοντας μια τάση απομάκρυνσης από το ρωμαϊκό πρότυπο. Από το Μ. Κωνσταντίνο και μετά, η διοικητική κρατική μηχανή απέκτησε νέο χαρακτήρα καθώς εμφανίστηκαν νέοι τίτλοι.
Ιερόν κονσιστώριον : το αυτοκρατορικό συμβούλιο, συμβουλευτικό όργανο του αυτοκράτορα. Οι συνεδριάσεις του ονομάζονταν σιλέντιον καθώς οι σύμβουλοι άκουγαν και επικροτούσαν τις αποφάσεις του αυτοκράτορα.
Μάγιστρος των θείων οφφικίων : η υπηρεσία αποτελούνταν από τους μαγιστριάνους ή διατρέχοντας που ήταν οι βασιλικοί ταχυδρόμοι και πληροφοριοδότες. Ο προϊστάμενός τους επόπτευε την ανακτορική γραμματεία και τη φρουρά, εξασφαλίζοντας έτσι την ασφάλεια του αυτοκράτορα. Ασκούσε έλεγχο στα εργαστήρια παραγωγής όπλων, επόπτευε τις αυλικές τελετές και προετοίμαζε την υποδοχή ξένων απεσταλμένων. Ο Μάγιστρος των οφφικίων συνεργαζόταν στενά με τον αυτοκράτορα κι απέκτησε μεγάλο κύρος.
Κόμης των θείων θησαυρών : (73) είχε τη γενική εποπτεία και διαχείριση των δημόσιων οικονομικών κι επόπτευε τη συλλογή φόρων δασμών και χορηγιών. Έλεγχε επίσης τα νομισματοκοπεία, τα μεταλλεία και τις δημόσιες αποθήκες.
Κόμης της ιδικής περιουσίας : μεριμνούσε για τα αυτοκρατορικά κτήματα. Ρύθμιζε την είσπραξη ενοικίων, δωρεών, κατασχέσεις και δημεύσεις υπέρ της αυτοκρατορικής περιουσίας. ( Ο Αναστάσιος Α έδωσε την αρμοδιότητα των κτημάτων στον κόμητα ιδικής κτήσεως, ενώ ο ιδικής περιουσίας έγινε δικαστής θεμάτων δημοσιονομικής φύσης.

Μεσοβυζαντινή περίοδος : ενιαίες υπηρεσίες διασπάστηκαν σε μικρότερες που είχαν άμεση εξάρτηση από τον αυτοκράτορα. Διασπάστηκαν οι υπηρεσίες του μαγίστρου και των κόμητων. Η πλειονότητα αυτών των υπηρεσιών είχε έντονο δημοσιονομικό χαρακτήρα με στόχο την αποδοτικότητα της είσπραξης φόρων.
Σακελλάριος : γενικός επόπτης των δημόσιων οικονομικών, στην κορυφή της ιεραρχίας. (Δείτε τον πίνακα στις σελίδες 74, 75, 76,77 και κλάψτε).
Οι κοινωνικές (77) αλλαγές του 11ου αι. έφεραν ρυθμιστικές ανακατατάξεις στο μηχανισμό της διοίκησης. Η εποχή χαρακτηρίζεται από θέσπιση νέων αξιωμάτων χωρίς όμως δραστικές αλλαγές στη δομή των υπηρεσιών.

Αλέξιος Κομνηνός : ήθελε την επιστροφή σε μια κεντρική εξουσία που επικράτησε και στον τομέα της διοίκησης. Θεσμοθετήθηκαν αξιώματα με συντονιστικό και καθοδηγητικό χαρακτήρα.
Λογοθέτης των σεκρέτων ( ή μέγας λογοθέτης) : είδος πρωθυπουργού
Μεσάζοντας : προσωπικός σύμβουλος του αυτοκράτορα.
Μέγας Λογαριαστής : γενικός συντονιστής και ελεγκτής των οικονομικών υπηρεσιών. Είδος υπουργού Οικονομικών.

Υστεροβυζαντινή Περίοδος : ελάχιστες αλλαγές που αφορούσαν την παρακμή του συστήματος των Κομνηνών, καθώς υπήρχαν σημαντικές κοινωνικές μεταβολές και φθορά στην αυτοκρατορία. Ο μεγάλος λογοθέτης υποβαθμίστηκε σταδιακά, μέχρι την πλήρη εξάλειψή του.

Η Διοίκηση των Επαρχιών (78)
Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδος : η δομή της επαρχιακής διοίκησης ήταν απότοκη του Διοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου. Κύριο χαρακτηριστικό της, ήταν ο διαχωρισμός πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας.
Υπαρχία : η μεγαλύτερη διοικητική ενότητα με συγκεκριμένο αριθμό περιφερειών. Επικεφαλής της υπαρχίας ήταν ο έπαρχος, πανίσχυρος και άμεσα εξαρτημένος από τον αυτοκράτορα.
Βικάριοι : Οι επικεφαλής των διοικήσεων.
Κόμητες : οι επικεφαλής της Ανατολής
Έπαρχος των πραιτορίων : πολιτικός άρχοντας με διοικητικές, (79) οικονομικές και δικαστικές αρμοδιότητες, υπεύθυνος για την πληρωμή και τον ανεφοδιασμό του στρατού με τρόφιμα.
Ο Ιουστινιανός προσπάθησε να καταπολεμήσει τη συσσώρευση πολλών αρμοδιοτήτων σε ένα πρόσωπο. Κατάργησε τους βικάριους, συγχώνευσε κάποιες επαρχίες και εγκαινίασε τη συγκέντρωση τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
Μεσοβυζαντινή περίοδος : στρατιωτικοποιείται η επαρχιακή διοίκηση και θεσπίζονται τα θέματα.
Θέμα : υπάρχει πρόβλημα στη χρονολόγηση του θεσμού και την ερμηνεία του όρου. Θεωρείται ότι αρχικά δήλωνε το στρατιωτικό κατάλογο με τους στρατιώτες μιας μονάδας κι όχι μιας γεωγραφικής και διοικητικής ενότητας.
Στρατηγός : διοικητής του θέματος, με τριετή ή τετραετή θητεία. Καθήκον του ήταν η στρατιωτική άμυνα μιας περιοχής και η πολιτική διοίκησή της. Τους στρατιώτες αποτελούσαν (80) οι αγρότες της περιοχής. Ο ρόλος του στρατηγού υποβαθμίστηκε τον 11ο αι. λόγω των νικών της Μακεδονικής δυναστείας.
Ο κριτής υπερσκέλισε το στρατηγό, η στρατιωτική θητεία έγινε προϊόν εξαγοράς και φορολογική υποχρέωση. Ο εθνικός στρατός παρακμάζει και η άμυνα παραδίνεται στους μισθοφόρους.
Κομνηνοί : αποκατάστησαν το σύστημα των θεμάτων.
Δούκες : διοικητές στρατιωτικών δυνάμεων και με πολιτικές αρμοδιότητες. Η εξουσία τους περιλάμβανε μια πόλη και την ευρύτερη περιοχή της. Σταδιακά οι πόλεις ενοποιήθηκαν και αποτέλεσαν νέα, μεγάλα θέματα. Το σύστημα αυτό, αν και υπέστη αρκετές μεταβολές, παρέμεινε μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας.

Η Στρατιωτική Διοίκηση (82)
Τις πληροφορίες μας τις δίνουν τα στρατηγικά ή τακτικά, πραγματείες στρατιωτικού περιεχομένου.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις
Ο Διοκλητιανός διέκρινε το στρατό σε
Α. προκάλυψης και ανάσχεσης και
Β. αντεπίθεσης και κρούσης
Πρώιμοι χρόνοι : η συνοριακή άμυνα είχε ανατεθεί στους λιμιτανέους που είχαν επικεφαλής ένα δούκα. Σε αντάλλαγμα για τη θητεία τους ελάμβαναν καλλιεργήσιμες παραμεθόριες εκτάσεις τις οποίες ταυτόχρονα προστάτευαν.
Κομιτατήσιοι : ήταν εγκατεστημένοι σε καίρια σημεία της ενδοχώρας και αποτελούσαν το στρατό ξηράς, δηλαδή αντεπίθεσης. Υπάγονταν στους στρατηλάτες. Ο Ιουστινιανός πολλαπλασίασε τους στρατηλάτες και δημιούργησε νέες στρατιές στη Θράκη και το Ιλλυρικό.
Στρατηλάται των πεζών (83) : αποτελούσαν τη γενική εφεδρεία και τον πυρήνα των δυνάμεων εκστρατείας.
Ο βυζαντινός στρατός ήταν ανομοιογενής τα πρώιμα χρόνια. Υπήρχαν υπήκοοι της αυτοκρατορίας, αλλοεθνείς (φοιδεράτοι) και μισθοφόροι (σύμμαχοι).
Μεσοβυζαντινή περίοδος :
Οι στρατιωτικές δυνάμεις αποτελούνταν από τον ταγματικό και τον θεματικό στρατό.
Θεματικός : έχει ήδη γίνει αναφορά στα θέματα. Καθήκοντα του στρατού αυτού ήταν η διαφύλαξη της ασφάλειας και η εύρυθμη διοίκηση της περιοχής τους. Κατά την ακμή των θεμάτων, η αυτοκρατορία είχε την καλύτερη ασφάλεια. Το στρατό αποτελούσαν ντόπιοι χωρικοί (στρατιώται). Στρατολογούνταν μέσω της στρατείας, ο ιδιοκτήτης δηλαδή κάποιων κτημάτων που χαρακτηρίζονταν στρατιωτικά, ήταν απαλλαγμένος από φόρους, έπρεπε όμως να συντηρεί πολεμικό ίππο και να συμμετέχει σε εκστρατείες χωρίς πληρωμή.
Τάγματα : συμπεριλάμβαναν το ιππικό κρούσης και το στόλο. Αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες, υπηκόους και μισθοφόρους. Συντηρούνταν από το κράτος. Οι αρχηγοί τους ονομάζονταν δομέστικοι ή δρουγγάριοι. Χωρίζονταν (84) σε τρεις κατηγορίες :
-                      τάγμα των σχολών με επικεφαλής το δομέστικο
-                      τους εξκουβίτορες με επικεφαλής τον κόμη
-                      το τάγμα των αριθμών ή της βίγλης με επικεφαλής τον δρουγγάριο
Τα τάγματα υπάκουαν στον αυτοκράτορα και αναλάμβαναν εμπιστευτικές αποστολές και τη φρούρηση του παλατιού.
Τάγμα των φοιδεράτων : επίλεκτο σώμα
Την ίδια περίοδο έγιναν αλλαγές και στην ανώτατη ηγεσία. Εάν δε συμμετείχε στην εκστρατεία, ο αυτοκράτορας όριζε αρχιστράτηγο το δομέστικο των σχολών. Αργότερα οι δομέστικοι έγιναν δύο (Ανατολής και Δύσης). Η ονομασία αργότερα του πρώτου ως μέγας δομέστικος, δείχνουν τη στρατιωτική σημασία της περιοχής.
Από τον 11ο αι. ο βυζαντινός στρατός παρακμάζει, χάνονταν τον αξιόμαχο χαρακτήρα του που οδήγησε στην ήττα του Ματζικέρτ. Οι Κομνηνοί επιχείρησαν δις να αναδιοργανώσουν το στρατό κάτω από ενιαίο φορέα. Προσπάθησαν επίσης να ενισχύσουν τη στρατολόγηση μέσω της
Πρόνοιας : παροχή γης σε παροίκους, με τον όρο των στρατιωτικών παροχών στο κράτος. Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός αντικατέστησε τους μισθούς με δωρεές παροίκων αυξάνοντας (85) την προσφορά αιτήσεων. Οι πολεμιστές αυτοί ενίσχυσαν προσωρινά την δύναμη της αυτοκρατορίας, τελικά όμως το σύστημα απέτυχε.
Η επιστροφή των Βυζαντινών στην Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση του 1204 συνοδεύτηκε από στρατιωτικές αποτυχίες που έπληξαν το γόητρό της και εξάντλησαν τα χρήματά της. Το στρατιωτικό επιτελείο αποτελούνταν από το μέγα δομέστικο και πολλούς υψηλόβαθμους, συγγενείς των Παλαιολόγων, που είχαν όλοι το διακριτικό μέγας, μπροστά από τον τίτλο τους.

Ο Στόλος (86)
Αν και αρχικά η Μεσόγειος ήταν ιδιαίτερα ασφαλής, η έλευση των Αράβων εξανάγκασε τους βυζαντινούς να οργανώσουν στόλο. Έτσι, δημιούργησαν ένα μεγάλο, τακτικό, μόνιμο στόλο με αρχηγό το Στρατηγό των Καράβων ή Καραβησιάνων, με πλοία ανοιχτής θάλασσας και ταχύπλοα που συντηρούσε το κράτος.
Ο στόλος εμπλέχτηκε σε συνωμοσίες και σφετερισμούς, αναγκάζονταν το Λέοντα Γ’ Ίσαυρο να αλλάξει τη ναυτική διοίκηση σύμφωνα με τα πρότυπα του στρατού ξηράς. Εμφανίστηκε και στη θάλασσα το Θέμα των Κιβυρραιωτών.
Τη διοίκηση των θεμάτων ασκούσαν στρατηγοί και δρουγγάριοι. Υιοθετήθηκε επίσης το σύστημα των στρατιωτικών κτημάτων σύμφωνα με το ηπειρωτικό θέμα, που διατηρήθηκε όλο το 10ο αι. Η (87) πρωτεύουσα είχε δικό της, ανεξάρτητο στόλο.
Το ναυτικό έφτασε στο απόγειό του το 10ο αι. για να παρακμάσει κι αυτό 50 χρόνια αργότερα.
Την περίοδο των Μακεδόνων, η ειρήνη και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας έφερε την εγκατάλειψη του στόλου, μέχρι την απειλή από τους Νορμανδούς, που ανάγκασε τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό στην ανεύρεση μόνιμων ναυτικών λύσεων. Ιδρύθηκε ενιαίος ανεξάρτητος στόλος που επανδρώθηκε  με Έλληνες επαγγελματίες ναύτες. Αρχηγός του ήταν ο Μέγας Δουξ. Το ναυτικό ανέκαμψε για λίγο.
Ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός προκειμένου να μειώσει τις κρατικές δαπάνες, κατέστρεψε το ναυτικό. Οι πειρατές με τις συνεχείς επιδρομές τους δημιούργησαν κλίμα τρόμου και αβεβαιότητας. Ο Μανουήλ Α’ ζήτησε τη ναυτική συνδρομή των Βενετών ενώ ταυτόχρονα κατασκεύαζε στόλο. Δυστυχώς όμως δεν κατάφερε πολλά πράγματα.
Την Παλαιολόγεια περίοδο, οι Γενουάτες και οι Βενετοί ελέγχουν το Αιγαίο (88). Έγιναν κάποιες προσπάθειες ανάκαμψης, που όμως δεν απέδωσαν καθώς το 14ο αι. οι Ιταλοί και οι Τούρκοι κυριαρχούν στη θάλασσα.

Πολεμικός Εξοπλισμός και Τέχνη του Πολέμου
Τον 4ο και τον 5ο αι. η δύναμη του βυζ. στρατού είναι 650.000 άνδρες, αριθμός που ολοένα και μειώνεται. Τον 5ο και 6ο αι. αλλάζει η φυσιογνωμία του σε σχέση με τον αμυντικό εξοπλισμό του. Το πεζικό υποβαθμίστηκε για χάρη του ιππικού, το οποίο επανδρώθηκε με τοξότες που έφεραν πανοπλία. Οι ιππείς αυτοί ήταν εξοικειωμένοι τόσο με το δόρυ όσο και με το τόξο, φορούσαν χιτώνες και τα άλογά τους προστατεύονταν από χοντρά καλύμματα. Σημαντική πηγή πληροφοριών είναι η Στρατηγική έκθεσις και σύνταξις Νικηφόρου Δεσπότου, πραγματεία 6 κεφαλαίων. Τη συνέγραψε ο Νικηφόρος Φωκάς.
Πεζικό :  (89) προστάτευε τα περάσματα, προφύλασσε τα στρατόπεδα και γενικά ο ρόλος του ήταν αμυντικός. Συνήθως παρατασσόταν σε ορθογώνιο παραλληλόγραμμο.
Ελαφρύ πεζικό : οπλισμένο με σφενδόνες και ακόντια
Κονταράτο : οπλισμένο με δόρυ, σπαθί, θώρακες και ασπίδες
Τοξότες : εύστοχοι, δυνατοί και ταχείς
Μεναύλατοι : οπλισμένοι με το βαρύ, ομώνυμο δόρυ.

Ιππικό : επιθετικού χαρακτήρα. Η πανοπλία τους ήταν από φολιδωτό ή αλυσιδωτό θώρακα, σιδερόπλεκτα γάντια, περικνημίδες και κράνη, οπλισμένοι με ρόπαλα και σπαθιά.

Οπλισμός του βυζ. στρατού : ευθύγραμμα και καμπυλόγραμμα ξίφη, μονής ή διπλής κόψης. Ακόντια. Κοντάρια με σιδερένιες αιχμές (ξιφάρια). Στην επίθεση οι στρατιώτες κράδαιναν ρόπαλα, τσεκούρια και σιδεροραβδιά. Την τελευταία περίοδό του, ο στρατός αποτελούνταν στην ουσία από μισθοφόρους που άλλαξαν κι εκείνοι κάποια πράγματα όπως τις ασπίδες.
Οχυρωματική τεχνική : πάνω στα ρωμαϊκά πρότυπα. Τα οχυρωματικά έργα περιελάμβαναν κάστρα, φρούρια και στρατό, ενώ οχυρωνόντουσαν και τα μεγάλα αστικά κέντρα (90).
Πολιορκίες : είχαν ενδιαφέρουσες τεχνικές και μεθόδους. Χρησιμοποιούσαν μηχανισμούς όπως καταπέλτες, μηχανές εκτόξευσης βελών, πολιορκητικούς κριούς.
Η προσωρινή στρατοπέδευση είχε οργανωμένη πρακτική, ενώ η τακτική στις ναυμαχίες ήταν να μένουν τα βαριά, ογκώδη πλοία στο κέντρο, με τα ελαφρότερα να πλέουν στις πτέρυγες. Χρησιμοποιούσαν επίσης το εξαιρετικό υγρό πυρ, τοξότες και βαλλιστικά όπλα.
Δρόμων και χελάνδιον : στρατιωτικά πλοία
Καματηρά : μεταγωγικά πλοία που μετέφεραν πολιορκητικές μηχανές
Δρομώνια, γαλέρες, κουμβάρια, ουσίες : ελαφρότερα πλοία.
(διαβάστε για το δρόμωνα και το υγρόν πυρ στις σελ. 90-91).

Ο στρατός είχε και θρησκευτικά καθήκοντα (91). Οι στρατιώτες παρακολουθούσαν την κυριακάτικη λειτουργία ενώ καθημερινά τους απασχολούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ψάλλονταν ο όρθρος και ο εσπερινός, ενώ οι στρατιώτες ζητούσαν μετάνοια. Η αποχή από τα καθήκοντα αυτά τιμωρούνταν αυστηρά και (92) πολλαπλασιάζονταν σε περίοδο πολέμου. Πριν από τις μάχες, οι στρατιώτες έλυναν τις διαφορές τους, νήστευαν εξομολογούνταν και κοινωνούσαν, έτσι ώστε να ενισχυθεί το ηθικό τους.

Η Απονομή Δικαιοσύνης (93)
Μοναδική πηγή δικαίου ήταν ο αυτοκράτορας που είχε και την ύψιστη δικαστική εξουσία.

Η σχέση του Αυτοκράτορα με τους νόμους
Ο νόμος ήταν ο πιο ισχυρός αν και αντιφατικός φραγμός στην απόλυτη εξουσία του αυτοκράτορα. Αν και ο αυτοκράτορας ήταν η πηγή των νόμων, ο νόμος παρέμενε ανώτερος.
Ο Ιουστινιανός νομοθέτησε πως ο αυτοκράτωρ εξαιρείται των νόμων, τον έκανε παντοδύναμο και του έδωσε το αποκλειστικό νομικό δικαίωμα. Ότι επιτάσσει ο αυτοκράτορας έχει ισχύ νόμου. Ο θεός όρισε τον αυτοκράτορα έμψυχο νόμο.
Ταυτόχρονα υπάρχουν σαφείς νύξεις για την συμμόρφωση στους νόμους και υποδηλώνουν την επιβολή της νομοθεσίας στον αυτοκράτορα. Αυτό προκύπτει από την ηθική υποχρέωσή του να υποτάσσεται στην ιερότητα των νόμων, να προσαρμόζει την εξουσία του κατά μίμηση του Θεού. Έτσι  ο αυτοκράτορας δεν είναι αυθαίρετος, αλλά με το παράδειγμά του διδάσκει το δίκαιο και περιφρουρεί την ευνομία. Η βασιλεία έχει το νόημα της εννόμου επιστασίας.
Ο αυτοκράτορας μπορούσε (94) να δικάζει σοβαρά εγκλήματα και επόπτευε όλα τα όργανα απονομής δικαιοσύνης. Οι τακτικοί δικαστές είχαν την ποινική δικαιοδοσία όπως  όλοι όσοι εκπροσωπούσαν τον αυτοκράτορα.
Έπαρχος της πόλεως (δικαστής της πρωτεύουσας), πραίτωρ των δήμων, κοιαίστωρ (θέματα οικογενειακού δικαίου, γνησιότητας ή πλαστογραφίας εγγράφων): είχαν ποινική δικαιοδοσία στην πρωτεύουσα.
Διοικητές των επαρχιών : δίκαζαν ποινικές ή αστικές υποθέσεις πρώτου βαθμού
Βικάριοι, ύπαρχοι : δίκαζαν ποινικές ή αστικές υποθέσεις δεύτερου βαθμού
Εφέσεις : οι δικαστικές αποφάσεις που υποβάλλονταν στον αυτοκράτορα και μπορούσαν να αλλαχθούν από αυτόν.
Δεητήριον έγγραφον, δέησιν, υπομνηστικόν : μορφή εφέσεων που κατέληγε στον επί των δεήσεων, που μελετούσε και υπέβαλλε εκθέσεις στο αυτοκρατορικό δικαστήριο.
Κριταί : μέλη των δικαστηρίων (95) της πρωτεύουσας που ορίζονταν επαρχιακοί δικαστές για συγκεκριμένο χρόνο.

Μεσοβυζαντινή περίοδος :
Κριταί του βήλου : ασχολούνταν με υποθέσεις του αυτοκρατορικού δικαστηρίου
Κριταί του Ιπποδρόμου : συμμετείχαν στο δικαστήριο του Ιπποδρόμου
Επί τον κρίσεων : δικαστήριο που ιδρύθηκε την εποχή του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου και έλεγχε τις αποφάσεις των επαρχιακών δικαστηρίων. Είχε τεράστιο ανθρωπιστικό αντίκτυπο και απάλλασσε τους φτωχούς υπηκόους από μια δαπανηρή μετάβαση στη Βασιλεύουσα. (ο Ρωμανός Α και άλλοι, είχαν χτίσει ειδικούς ξενώνες για διαδίκους).
Πραίτωρας : απέδιδε δικαιοσύνη στην επαρχία, σε αστικά θέματα
Στρατηγός του θέματος : απέδιδε δικαιοσύνη στην επαρχία, σε ποινικά ή πειθαρχικά αδικήματα
Δικηγόροι : σημαντικός ο ρόλος τους. Ανήκαν σε συντεχνίες κι έπρεπε να παρουσιάζουν πάντα εγγυήσεις ηλικίας, εντιμότητας και γνώσης.
Νοτάριοι ή ταβουλάριοι : συμβολαιογράφοι, που έπρεπε να έχουν ιδιαίτερα προσόντα.
(διαβάστε τη δοκιμασία τους)
Ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (96) αναδιοργάνωσε τη δικαιοσύνη. Εξέδωσε Νεαρά το 1166 που δίνει πληροφορίες για το δικαστικό σύστημα, την ισομερή κατανομή των αυτοκρατορικών δικαστηρίων και τη συχνότητα εκδίκασης υποθέσεων (3 φορές την εβδομάδα). Οι νομικοί διέθεταν εριστικό πνεύμα που καθυστερούσε  την εκδίκαση υποθέσεων. Η Νεαρά περιόρισε τις απεραντολογίες των συνηγόρων και καθιέρωσε τις αγορεύσεις χωρίς δευτερολογίες. Αν η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη επικρατούσε η πλειοψηφία και στις ισοψηφίες, η άποψη του προέδρου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των παραπάνω, οι νομικοί αποκλείονταν από την άσκηση του επαγγέλματος. Επίσης, ορίστηκε προθεσμία περάτωσης των υποθέσεων με σχετικές ποινές. (οι ποινικές υποθέσεις είχαν περιθώριο 2 ετών, ενώ οι αστικές 3) που βάραιναν τον υπεύθυνο. Ο Μανουήλ, με δεύτερη Νεαρά, καθόρισε τις ημέρες αργίας των δικαστηρίων (ολική ή μερική).
Δεν ξέρουμε πόσο και αν απέδωσαν τα μέτρα του Μανουήλ. Μετά τη λατινική κυριαρχία (97) η αστική δικαιοσύνη είχε παρακμάσει αναγκάζοντας τα θρησκευτικά δικαστήρια να εκδικάζουν και αστικές υποθέσεις. Ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος συνέστησε το 1296  ένα νέο ανώτατο 12μελές δικαστήριο που αρχικά είχε λαμπρά αποτελέσματα, στο τέλος όμως ατόνησε.
Ο Ανδρόνικος Γ’ προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει το κράτος μετά τον 7ετή εμφύλιο πόλεμο έφερε κι άλλες αλλαγές στο δικαστικό σύστημα. Δημιούργησε με τη σειρά του ανώτατο 4μελές δικαστήριο (2 κληρικοί, 2 λαϊκοί) γνωστοί ως καθολικοί κριταί των Ρωμαίων. Οι κρίσεις τους ήταν μη εφέσιμες και ήταν αρμόδιοι για όλη την αυτοκρατορία. Αν και οι πρώτοι τελικά κρίθηκαν ένοχοι κατάχρησης και εξορίστηκαν, ο θεσμός παρέμεινε μέχρι την άλωση.
Για λόγους χρόνου και αναγκαιότητας οι υποθέσεις εκδικάζονταν από έναν κριτή, στο όνομα όμως και των τεσσάρων. Σταδιακά εμφανίστηκαν και τοπικοί καθολικοί κριτές (Θεσσαλονίκη, Τραπεζούντα κ.α.) ενώ επεκτεινόταν η δικαστική αρμοδιότητα των επισκόπων. Συχνά, το δικαστήριο του Πατριαρχείου έπαιζε καθοριστικό ρόλο.
Με την έλευση των Τούρκων, τα θρησκευτικά δικαστήρια ήταν τόσο οργανωμένα που μπόρεσαν να αναλάβουν τις υποθέσεις του χριστιανικού πληθυσμού.

Οι Ποινές (98)
Σκοπός της ήταν η αποκατάσταση της διαταραγμένης έννομης τάξης. Στα γραπτά του επισκόπου Καισαρείας Βασιλείου, τονίζεται η αξία της ως μέσο γενικής και ειδικής πρόληψης. Αργότερα, στην Εκλογή του, ο Λέων Γ’ θεωρεί πως η ποινή περιλαμβάνει την κάθαρση, τη βελτίωση και τον εκφοβισμό. Αργότερα δόθηκε έμφαση στην ιδέα της ανταπόδοσης για εκείνους που εθίγησαν από το έγκλημα.
Βάση της ποινικής δίωξης ήταν η αρχή της υπαιτιότητας (η ψυχική σχέση του δράστη με την πράξη). Προβλήματα δημιουργούσε η ποινική δίωξη ανηλίκων. Συνήθως τα παιδιά απαλλάσσονταν από ποινές, δεν ξέρουμε όμως τον ακριβή προσδιορισμό της ηλικιακής απαλλαγής και υπάρχουν αρκετές αντιφάσεις πάνω στο θέμα.
Χαρακτηριστικές αξιόποινες πράξεις στο βυζ. δίκαιο, είναι η ληστεία, η απόκρυψη ληστών, η αρπαγή γυναικών, γης ή κινητών πραγμάτων, η αρπαγή (99) πραγμάτων από ναυάγιο ή άλλη καταστροφή, η αυτοδικία, η μαγεία και τα εγκλήματα περί τη γενετήσια ζωή (μοιχεία, βιασμός, αιμομιξία κ.α.). Εμφανίζονται ως ποινές, αυτή του θανάτου, σωματικές, εξορία, δήμευση περιουσίας κ.λ.π.).
Η θανατική ποινή ήταν κληρονομιά του ρωμαϊκού δίκαιου και ο χριστιανισμός δεν κατάφερε να εξαφανίσει τις φριχτές μεθόδους της. Ο τρόπος εκτέλεσης καθοριζόταν από το δικαστή, αν δεν υπήρχαν σαφείς αναφορές στο νόμο. Οι Ίσαυροι αντικατέστησαν τη θανατική ποινή με άλλες για αρκετά αδικήματα και κατάργησαν τους αποτρόπαιους τρόπους θανάτωσης εκτός από την περίπτωση εμπρησμού εκ προθέσεως και ληστείας μετά φόνου. Συχνά εμφανίζονται ποινές ακρωτηριασμών για διάφορα αδικήματα. Οι Μακεδόνες, διατήρησαν τον ακρωτηριασμό, αλλά σε μικρότερη κλίμακα από τους Ίσαυρους.
Ο ακρωτηριασμός ως ποινή και ο ‘εκβαρβαρισμός’ του ρωμαϊκού ποινικού δικαίου, απασχολούν ιδιαίτερα τους επιστήμονες. (διαβάστε το απόσπασμα της σελ.)
Ο σωματικός κολασμός (100) (μαστίγωμα κ.α.) συναντάται συχνά τόσο ως κύρια ποινή, όσο και ως παρεπόμενη της εξορίας ή του ακρωτηριασμού. Εφαρμοζόταν σε δούλους ή ελεύθερους χαμηλής τάξης (ευτελείς). Το κούρεμα επίσης ήταν ποινή, που αποσκοπούσε  σε ηθική μείωση του δράστη.
Η φυλάκιση μάλλον ήταν προσωρινό μέτρο και αφορούσε τη φύλαξη των υποδίκων και όχι τον κολασμό τους. Εξαιρέσεις παρατηρούνται μετά το 12ο αι. Υποκατάστατο της φυλάκισης, ήταν ο εγκλεισμός σε μοναστήρι για αναγκαστική μετάνοια. Καθώς απαγορευόταν η αποβολή του μοναστικού σχήματος, πολλοί αυτοκράτορες το χρησιμοποίησαν ως μέσο ‘εξαφάνισης’ των αντιπάλων τους. Άλλωστε η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή για εγκλήματα καθοσιώσεως (προδοσίας).
Η εξορία υιοθετούνταν ως ποινή για μέσα αδικήματα (101). Ισόβια, ή περιορισμένη ήταν αυτοτελής, αν και πολλές φορές συνοδευόταν από σωματικό κολασμό ή καταναγκαστικά έργα.
Η δήμευση της περιουσίας ήταν αρκετά διαδεδομένη κυρίως ανάμεσα στους υψηλόβαθμους κρατικούς υπαλλήλους.
Πέρα όμως από συγκεκριμένες ποινές, μια καταδίκη είχε δυσμενείς συνέπειες στην άσκηση αστικών πράξεων (σαν το δικό μας βεβαρημένο ποινικό μητρώο). Πάντως το βυζ. δίκαιο, επηρεασμένο από το χριστιανισμό συνήθως δεν προκαλούσε ηθικές μειώσεις αν και υπάρχουν παραδείγματα δημόσιου εξευτελισμού. Καταργήθηκε επίσης η απαγόρευση ταφής καταδικασμένου σε θάνατο. Η στέρηση αυτή, αφορούσε μόνο τους εν γνώσει τους αυτόχειρες.

Σύνοψη Ενότητας (102)
Ο Διοκλητιανός ενίσχυσε και αναβάθμισε τον αυτοκρατορικό θεσμό και τονίστηκε η θεία προέλευσή του. Η αυτοκρατορική λατρεία λειτουργεί ως εγγύηση πνευματικής και πολιτικής συνοχής.
Ο Μ. Κωνσταντίνος αντικατέστησε τον αυτοκράτορα – θεό με τον ελέω Θεού αυτοκράτορα. Η νέα αυτή πολιτική εξουσία παγιώθηκε με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη.
Η μεταφορά αυτή βοήθησε την εξέλιξη των ρωμαϊκών θεσμών. Η ελληνική γλώσσα και ο χριστιανισμός έδωσε νέο χαρακτήρα στη νεόκοπη Βυζ. Αυτοκρατορία.
Το πολίτευμά της ήταν η απόλυτη μοναρχία, με ηθικούς όμως περιορισμούς. Διάφοροι πολιτικοί παράγοντες (σύγκλητος, στρατός, δήμοι) και η εκκλησία περιόριζαν τον αυτοκρατορικό απολυταρχισμό.
Έδρα και κέντρο του αυτοκράτορα ήταν το Μέγα ή Ιερόν Παλάτιον με πολλές και πολυτελείς αίθουσες για την αυτοκρατορική οικογένεια, υποδοχή και ακρόαση, για τελετές κλπ. Τα κτίρια αντανακλούσαν την αίγλη της αυτοκρατορικής εξουσίας και τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες. Η ζωή εκεί συνδεόταν με πολυάριθμες τελετές, εντυπωσιακής εθιμοτυπίας. Η παλατινή τελετουργία είχε την αρχή της αυτοκρατορικής πολιτικής, δηλαδή την καθιέρωση και τήρηση της τάξεως σε όλους τους τομείς. Εκεί προσαρμόστηκε και η κρατική μηχανή. Ο χαρακτήρας της ήταν (103) αυστηρά συγκεντρωτικός και ιεραρχικός. Με την πάροδο των ετών πολλά πράγματα άλλαξαν αλλά πάντοτε οι δικαιοδοσίες ήταν σαφείς και λεπτομερείς. Οι διάφορες υπηρεσίες εξασφάλιζαν την εύρυθμη λειτουργία του κράτους. Οι κρατικοί λειτουργοί εκτός από τα λειτουργικά τους αξιώματα, έπαιρναν και τιμητικά. Αυτό δημιουργούσε οικειότητα μεταξύ του μονάρχη και των τιτλούχων. Η οργάνωση αυτή, ήταν κληρονομιά του Διοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου, η οποία αναπροσαρμοζόταν και συμπληρωνόταν για να ανταποκρίνεται στις εκάστοτε ανάγκες.

Η Πνευματική Συγκρότηση του Βυζαντινού Ανθρώπου (106)
Το θρησκευτικό αίσθημα ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Βοηθούσε το βυζαντινό να ξεπερνά τις καθημερινές δυσκολίες και να αντιμετωπίζει τη μέλλουσα ζωή. Η ευλάβεια είχε ιδιαίτερη σημασία. Επηρέαζε όλες τις δραστηριότητες και τις συμπεριφορές, ενώ υπήρχε πάντα η διάθεση για προσωπική και πρακτική επαφή με το θεό. Η ζωή του ήταν μια συνεχής δοξολόγηση. Θεωρούσε το θεό ποιητή – πλάστη των πάντων με ευταξία. Ο θεός επιθυμούσε να τηρούν κι οι άνθρωποι αυτήν την τάξη, τόσο κοινωνικά όσο και προσωπικά. Έτσι, ήταν έντονη η πεποίθηση πως κάθε άνθρωπος έπρεπε να υποτάσσεται στους ανωτέρους του, που είχαν άλλωστε την εξουσία από το θεό. Όποιος αντιτασσόταν στην εξουσία, αντιτασσόταν στις εντολές του θεού. Οι ανατροπείς είχαν τη γενική κατακραυγή.
Ηθικές αξίες : πηγές είναι τα αγιολογικά κείμενα που κυκλοφορούσαν ευρέως. Οι (107) δίκαιοι περιγράφονταν με φωτεινά πρόσωπα, ενώ οι αμαρτωλοί ρυπαροί και μολυσμένοι ανάλογα με την αμαρτία. Δίκαιοι θεωρούνταν οι απόστολοι, οι μάρτυρες, οι προφήτες, οι μετριόφρονες κλπ. Άδικοι ήταν οι άσωτοι, οι μάγοι, οι παιδεραστές, οι μοιχοί κλπ.
Δεν ξέρουμε κατά πόσον η ζωή των βυζ. ήταν σύννομη με τους ηθικούς αυτούς κανόνες. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έχει κάνει άσχημα σχόλια για τις πόλεις ενώ υπάρχουν και άλλες σκόρπιες σχετικές αναφορές.
Πάντως, καθώς η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως, από το συνεχές μπούρου μπούρου, τα εκκλησιαστικά μηνύματα επηρέασαν το μέσο πολίτη που θεωρούσε τους μοναχούς ως τους τέλειους χριστιανούς.

Εκφράσεις της Θρησκευτικότητας του Βυζαντινού Ανθρώπου
Τάση προς μοναχισμό : κύριο χαρακτηριστικό, τα μοναστήρια ήταν γεμάτα. Άλλοι αποσύρονταν εκεί, μετά από έντονη ζωή. Τα χαρακτηριστικά (108) του μοναχικού βίου, αποτελούσαν χαρακτηριστικά της τελειότητας.
Λατρεία ιερών λειψάνων : κληρονομιά από τους πρώτους χριστιανούς. Περιλάμβανε λείψανα μαρτύρων. Μετά τον 4ο αι. παρατηρείται έξαρση της λατρείας, καθώς η Αγία Ελένη ανακάλυψε το Σταυρό του Μαρτυρίου κι έστειλε κομμάτι του στην Κων/λη. Η αναζήτηση κι άλλων λειψάνων υπήρξε αδιάκοπη και η Βασιλεύουσα έγινε μουσείο τους.
Οι Κωνσταντινοπολίτες τα θεωρούσαν θαυματουργά. Η φήμη για τις θαυματουργικές παρεμβάσεις τους ήταν άμεση και γινόταν δεκτή ανεπιφύλακτα. Η λατρεία αυτή θεωρούνταν πως εξασφάλιζε (109) εγγύτητα με το θείο και έφτανε στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας.
Τοπικές λατρείες : εξασφάλιζαν τη μεγαλύτερη και αμεσότερη προσέγγιση με το θείο. Οι Θεσσαλονικείς για παράδειγμα, θεωρούσαν πως ο Άγιος Δημήτριος μεριμνούσε για την πόλη τους και τους ίδιους.

Ο Φόβος του Αγνώστου και το Μέλλον της Ανθρωπότητας για τους Βυζαντινούς (111).
Η μέριμνα για το μέλλον ήταν συνεχής κι επηρέαζε την πνευματική και κοινωνική συμπεριφορά των βυζαντινών. Οι προφητείες για τη συντέλεια του κόσμου γνώριζαν μεγάλη εξάπλωση παρ’ όλες τις αναβολές της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη θρησκευτικότητά του, ο βυζαντινός κατέφευγε στη μαντική που περιελάμβανε πολλούς τρόπους πρόβλεψης. Ενδιαφέρουσες είναι οι πληροφορίες της Άννας Κομνηνής για μαντικά φαινόμενα και αστρολόγους.
Η Εκκλησία (112) αν και αρνητική, ασχολήθηκε σε ένα σημείο με τη μαντική (Όσιος Λουκάς ο Νέος).
Η αβεβαιότητα για το μέλλον και η ανθρώπινη αναζήτηση έδωσαν ξεχωριστή θέση στη μαγεία. Ο Λέων Γ’ Ίσαυρος αφιέρωσε τρεις διατάξεις στην καταπολέμησή της. Ο Λέων Στ’ ο Σοφός τη χαρακτηρίζει ολέθρια και απαγόρευσε κάθε μαγική πράξη, ακόμα και τις θεραπευτικές.
Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στη μαγεία ήταν εχθρική, αν και υπήρχαν πρόσωπα που ερμήνευαν ή κατείχαν υπερφυσικές δυνάμεις. Ο διαχωρισμός σατανικής δύναμης και θεόπνευστης βοήθειας (113) ήταν σαφής.
Ορισμός της μαγείας : η μαγεία και οι πρακτικές των ειδωλολατρών ήταν δαιμονικές, έργο ασώματων όντων που υπηρετούσαν το διάβολο. Ήταν πάντοτε κακή.
Στους μάγους κατέφευγαν για ερωτικές ή ανταγωνιστικές υποθέσεις. Η παρέμβαση των αγίων αφορούσε θεραπείες, αποφυγή ή καταστολή φυσικών καταστροφών κ.α.
Παρ’ όλη την ποινικοποίηση οι άνθρωποι συνέχισαν να ενδιαφέρονται για τη μαγεία που είχε στόχο την υγεία, την ευτυχία και την εκπλήρωση επιθυμιών. Πρακτικά και διαδικαστικά αυτό είχε τις ρίζες του στον παγανισμό που εμπλουτίστηκε ή αλλοιώθηκε από το χριστιανισμό. Ο αποτροπαϊκός χαρακτήρας του σταυρού, των αναφωνήσεων, των επικλήσεων, τα φυλαχτά, ήταν προχριστιανικές συνήθειες. Η τάση προς τη μαγεία, φαίνεται από μαγικά κείμενα, (114) γητείες ή εξορκισμούς. Η Εκκλησία τηρούσε αρνητική στάση, ακόμα κι όταν γίνονταν προσπάθειες εναρμόνισης με τη θρησκεία. Τέτοια κείμενα βρίσκουμε και σε ιατροσοφικούς κώδικες, πράγμα που δείχνει πως οι συντάκτες τους τα θεωρούσαν βοηθήματα. Πάντως, οι γιατροί του βυζ. ήταν απόλυτα κάθετοι σε αυτές τις πρακτικές.
Οι θεολογικοί και λαϊκοί κύκλοι συνέδεαν τους μάντεις με τους δαίμονες. Οι βυζ. πίστευαν πως (115) οι δαίμονες ήταν έκπτωτοι άγγελοι κάτι που πιστοποιείται από πλήθος πηγών. Οι ορδές τους θεωρούνταν αναρίθμητες, πανταχού παρούσες, έτοιμες να προκαλέσουν διαταραχές. Σύμφωνα με τις πηγές, οι δαιμονιζόμενοι ήταν ψυχικά νοσούντες άνθρωποι τους οποίους θεράπευαν μόνον κάποια ιερά πρόσωπα.
Η δαιμονολογία αυτή, είχε προχριστιανικές επιδράσεις όμως, η ύπαρξη δαιμόνων προσλαμβάνονταν από τους βυζ. ως αντίθεση προς τη θεϊκή επουράνια πολιτεία ενώ θεωρούσαν τη ζωή τους ως αέναη πάλη του καλού με το κακό.

Η Βυζαντινή Κοινωνία
Ο βυζ. αντιμετώπιζε την καθημερινότητα με διάθεση ερμηνείας (116) και αιτιολόγησης των υπερβατικών και ανθρώπινων φαινομένων. Δημιούργησε έτσι μια ιδιότυπη φυσιογνωμία που διατηρήθηκε μέχρι τέλους. Αφομοίωσε τους κανόνες της πολιτείας και επηρεάστηκε κοινωνικά από τις εκάστοτε ρυθμίσεις.
Πίστευε πως ήταν περισσότερο υπήκοος του ανώτερου άρχοντα, παρά μέλος ενός γένους ή κρίκος σε μια ιεραρχική αλυσίδα. Η κοινωνία του Βυζαντίου ήταν έντονα κινητική και ρευστή παρά την ιεραρχία της. Δεν υπήρχαν κληρονομικά ή ταξικά εμπόδια μεταξύ των ομάδων και οποιοσδήποτε μπορούσε να αποκτήσει πλούτο ή υψηλή κοινωνική θέση. Η κινητικότητα αυτή, επηρέαζε και το θρόνο. Γνώρισε βέβαια αρκετές ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις.
Οι Βυζαντινοί κατέτασσαν την κοινωνία τους φραστικά. Μεγάλοι και μικροί, δυνατοί και πένητες και καμιά φορά, μεσαίοι. Κάποιες φορές η ταξινόμηση γίνεται ανάλογα με το επάγγελμα ή λειτούργημα (συγκλητικοί, μοναχοί, αστικός πληθυσμός, γεωργοί).
Κάτω από την αδιαφιλονίκητη κορυφή – τον αυτοκράτορα, η κοινωνία στηριζόταν θεωρητικά στην τάξη. Η κοινωνική ομάδα που βρισκόταν ακριβώς κάτω από αυτόν επηρεαζόταν άμεσα. Ήταν ένα αυτοκρατορικό επιτελείο, με εσωτερική εθιμοτυπική ιεραρχία και διέθετε έντονη κινητικότητα. Οι σύγχρονοι όροι που το χαρακτηρίζουν (117) είναι αυτοί της ‘ανώτερης’ ή ‘άρχουσας’ τάξης. Κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η ευγενική καταγωγή, η περιουσία, η άσκηση ανώτατων λειτουργημάτων και η προσωπική αξία. Δεν προσδιοριζόταν από κληρονομική κατοχύρωση, αλλά από κοινωνική κινητικότητα και ρευστότητα. Η εκχώρηση ενός ξαφνικού τίτλου, οι ανατροπές είχαν επιπτώσεις στα μέλη της. Αυτές οι ανατροπές, εμπόδισαν τη συγκρότηση κλειστής ‘αριστοκρατικής’ κοινότητας. Οι αλλαγές αυτές έγιναν πιο αισθητές από το 10ο αι. και προέκυψαν από μια σειρά εξελίξεων.
Αναφέρουμε ενδεικτικά τη δημιουργία μιας πιο κλειστής, ή παγιωμένης ‘άρχουσας’ τάξης κατά τη διάρκεια της Μακεδονικής δυναστείας. Κι εκεί όμως παρατηρήθηκε ασυνέχεια (118). Την ανώτερη τάξη αποτελούσαν :
-                      Συγκλητικοί : είχαν αριστοκρατική καταγωγή και σημαντική περιουσία. Από τον 7ο έως τον 9ο αι. δεν έχουμε μαρτυρία οικογενειών με μακρόχρονη παράδοση, κάτι που πιθανόν οφείλεται στους αυτοκράτορες. Τον 11ο αι. η τάξη αναβαθμίζεται και τη διέπει κινητικότητα, καθώς περιλαμβάνει εμπόρους και τεχνίτες.
-                      Στρατιωτικοί αξιωματούχοι : επαρχιακές οικογένειες που μονοπωλούσαν τα μεγάλα στρατιωτικά αξιώματα. Με ενδογαμίες και γαιοκτησία, παγίωσαν μια ‘στρατιωτική αριστοκρατία’ που εκτιμούσε την αρχαία καταγωγή τόσο, που να κατασκευάζει φανταστικές γενεαλογίες. Κατάγονταν κυρίως από παραμεθόριες περιοχές και διατηρούσαν τους δεσμούς τους ακόμη κι όταν μετακόμιζαν στη Βασιλεύουσα.
-                      Πολιτική αριστοκρατία : υψηλόβαθμοι αυλικοί ή κρατικοί λειτουργοί και αξιωματούχοι. Παγιώθηκε από τα μέλη των οικογενειών που υπηρετούσαν τον αυτοκράτορα. Κατάγονταν από την Πόλη, την Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τα παράλια της Μ. Ασίας. Διέθεταν όμορφα σπίτια και αυτοκρατορικές παραχωρήσεις – προνόμια (119). Ήταν επινοητικοί, υπάκουοι και είχαν ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες. Η θέση τους ήταν ιδιαίτερα επισφαλής, κατά τα γούστα του αυτοκράτορα.
-                      Μεσαία τάξη : καλλιεργητές, κατώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι. Ήταν εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα. Η ανάπτυξη της οικονομίας ανέδειξε πλούσιους βιοτέχνες και εμπόρους. Τα μέλη της ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες ή αδελφότητες.
-                      Κατώτερη τάξη, όχλος : οι φτωχοί που άγγιζαν την εξαθλίωση. Ψαράδες, εργάτες ηθοποιοί, ζητιάνοι κ.α. Πολλοί από αυτούς ζούσαν από την κρατική πρόνοια. Στην ίδια τάξη ανήκαν και οι δούλοι, που λόγω του χριστιανισμού είχαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η τιμή τους ήταν υψηλή και προέρχονταν από δούλους γονείς, αγορά ή αιχμαλωσία. Ασχολούνταν με τα οικιακά σε πλούσια σπίτια. Πολλές πηγές αναφέρουν ψυχική επαφή των δούλων με την οικογένεια κάτι που δημιουργούσε ιεραρχία μεταξύ του προσωπικού. Η νομοθεσία προέβλεπε την απελευθέρωσή τους και ήταν συχνό φαινόμενο η απελευθέρωση ζεύγους δούλων με οικονομική υποστήριξη.

Κοινωνικές Δομές κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο
Πρόκειται για μεταβατική περίοδο, όπου το βασικό χαρακτηριστικό ήταν η αυστηρή κοινωνική ιεράρχηση, νομοθετημένη από το κράτος. Εμφανίστηκαν όμως πρακτικά εμπόδια.
Την πρώτη θέση κατείχαν οι Συγκλητικοί. Στην αριστοκρατική καταγωγή και την περιουσία προστέθηκε η προσωπική αξία και η δόκιμη κρατική υπηρεσία, που διεύρυναν την τάξη. Η παλαιά ρωμαϊκή τάξη των ιππέων συγχωνεύτηκε με τους Συγκλητικούς. Όλα αυτά διεύρυναν τα μέλη της. Η διεύρυνση αυτή όμως, προκάλεσε την παρέμβαση του αυτοκράτορα. Για να περιφρουρηθεί το κύρος του θεσμού, η τάξη διαστρωματώθηκε εσωτερικά. Δικαίωμα συμμετοχής στη Σύγκλητο είχαν οι ιλλούστριοι. Τα ενεργά μέλη έμεναν στην Κωνσταντινούπολη ενώ τα υπόλοιπα, στην επαρχία. Θεωρητικά το αξίωμα δεν ήταν κληρονομικό, όμως κάποια παιδιά συγκλητικών λάμβαναν έναν κατώτερο τίτλο. Τα μέλη της Συγκλήτου ανήκαν στην κατηγορία honestiores (εντιμότεροι) μαζί με τον ανώτατο και ανώτερο κλήρο. Όλοι μαζί αποτελούσαν μια προνομιούχο κατηγορία με δικαστικά και φορολογικά προνόμια.
Humiliores (ταπεινότεροι), ονομάζονταν οι αγρότες, που αποτελούσαν σημαντική, ενιαία ομάδα και ο αστικός πληθυσμός που ήταν ιδιαίτερα ευκίνητος. Από τους αστούς, τα μέλη των συντεχνιών ήταν ανώτερα και απολάμβαναν οικονομικά (122) προνόμια. Μπορούσαν να μεταπηδήσουν στις κατώτερες βαθμίδες των  honestiores. Οι ελεύθεροι εργάτες και όσοι είχαν ευκαιριακές ασχολίες, ανήκαν στην κατώτερη βαθμίδα, όπου υπήρχε ελάχιστη κινητικότητα και αυστηρή πειθαρχία στη διαστρωμάτωση.
Οι δούλοι βρίσκονταν στην τελευταία βαθμίδα.

Συμπέρασμα :
Α) το κοινωνικό σύστημα του πρώιμου βυζαντίου νομοθετήθηκε από το κράτος
Β) αυτό είχε αποτέλεσμα την έλλειψη κινητικότητας
Γ) η προσπάθεια για κλειστή κοινωνία τα βρήκε μπαστούνια και αρκετοί εύποροι ανέβηκαν βαθμίδα.

Αλλαγές στις Κοινωνικές Δομές κατά τη Μέση και Ύστερη Βυζαντινή Περίοδο
Σταδιακά, η οικονομία επέβαλλε τους δικούς της όρους. Τον 9ο αι. εμφανίστηκαν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, ο ισχυρότερος φορέας της μεσοβυζαντινής περιόδου. Βαθμιαία απέκτησαν (123) μεγάλη δύναμη κι ενισχύθηκαν από συγγενικούς δεσμούς και την άσκηση κρατικών λειτουργημάτων. Ενέπνεαν κύρος στον πληθυσμό κι ήταν αποφασιστικοί παράγοντες στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.
Δυνατοί : σταδιακά μονοπώλησαν τα ανώτερα και ανώτατα αξιώματα και αντικατέστησαν τους ‘αξιοσέβαστους’. Ο Ρωμανός Α’ Λακαπηνός, περιγράφει σε Νεαρά του τους άρχοντες – δυνατούς : αξιωματούχοι και ανώτατοι λειτουργοί, οι συγκλητικοί, μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, ηγούμενοι μονών και οι διαχειριστές ευαγών ιδρυμάτων.
Από τις αρχές του 10ου έως τις αρχές του 11ου αι. υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τους γαιοκτήμονες. Η προσπάθεια των αυτοκρατόρων να κρατήσουν πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες οδήγησε στη θέσπιση νομοθετικών μέτρων μέσα από διάφορες Νεαρές.
Μετά τον 11ο αι. σταμάτησε η πολιτική εναντίον των δυνατών. Οι αυτοκράτορες στηρίχθηκαν στη μεσαία αστική τάξη, που συνδέθηκε με την ανάπτυξη της οικονομίας και την είσοδο στον κρατικό μηχανισμό προσώπων που δεν ανήκαν σε μεγάλες οικογένειες και πλούτη, διέθεταν όμως προσωπικές ικανότητες. Η δεύτερη αυτή ομάδα που απέκτησε πρόσβαση στη σύγκλητο και στα ανώτερα αξιώματα, βρέθηκε πολλές φορές σε αντίθεση με την παλαιότερη τάξη. Στο δεύτερο μισό του 11ου, οι αυτοκρατορικές προσπάθειες για κοινωνική και πολιτική ισορροπία, απέτυχαν μπροστά στην αντίδραση των γαιοκτημόνων, που καταλαμβάνουν τον έλεγχο του κράτους όταν ανεβαίνει στο θρόνο ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός.
Οι Κομνηνοί (124) εκπροσωπούν μια κληρονομική, επαρχιακή αριστοκρατία και αναδιοργανώνουν την ιεραρχία στα μέτρα τους. Το 12ο αι. δημιουργείται μια κλειστή ομάδα οικογενειών, που συνδέονται με την οικογένεια των Κομνηνών μέσω γάμων. Εκτός από περιουσία, κατείχαν υψηλούς τίτλους και τα σημαντικότερα κρατικά λειτουργήματα.
Σημαντικό ρόλο στην αποδυνάμωση των Κομνηνών  έπαιξε η αστική μεσαία τάξη και στα τέλη του 12ου αι. η επιρροή της ενισχύεται. Μετά το 1204 πολλά μέλη της κατέφυγαν στη Νίκαια, όπου συμμετείχαν στη διοίκηση και το στρατό. Ακόμα και όταν οι Παλαιολόγοι προσπάθησαν να επαναφέρουν την αριστοκρατία, δεν έχασαν την εξουσία τους καθώς το κράτος είχε άμεση ανάγκη την οικονομική τους ενίσχυση. Στα χρόνια αυτά, η ‘άρχουσα’ τάξη απέκτησε κλειστό και συμπαγή χαρακτήρα. Οι ισχυρές οικογένειες που την αποτελούσαν δημιούργησαν κέντρα εξουσίας εκτός Κωνσταντινούπολης, που οδήγησε στην ανεξαρτησία τους από την κεντρική εξουσία.

Οι Κάτοικοι της Β. Αυτοκρατορίας.
Ονόμαζαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους, ή χριστιανούς. Βυζάντιος, ονομαζόταν αυτός που είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, που είχε χτιστεί σε αυτή τη θέση. Μπορούμε (125) να πούμε πως Βυζαντινοί ήταν οι χριστιανοί απόγονοι των Ρωμαίων στην Ανατολή όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα και η ελληνιστική παράδοση.

Ο χαρακτήρας της Β. Αυτοκρατορίας
Εξωτερικά παρουσιάζεται ως η συνέχεια της Ρωμαϊκής, ειδικά στο διοικητικό σύστημα, και τη διοίκηση του στρατού. Εσωτερικά όμως, είναι συνέχεια των ελληνιστικών κρατών (εσωτερικές δομές και θεσμοί). Επίσης, η οικονομική και κοινωνική ζωή οργανώνεται γύρω από τα αστικά κέντρα, χαρακτηριστικό κληροδότημα του ελληνιστικού κόσμου. (Σβορώνος, 1991).
Η αντίληψη των βυζ. ήταν η προσκόλληση στη ρωμαϊκή άποψη περί ‘οικουμενικότητας’ της αυτοκρατορίας. Η ενωτική ιδεολογία που αναπτύχθηκε βασίστηκε σε 4 παράγοντες :
- στο ομότροπον : συγκεντρωτικό και μοναρχικό πολίτευμα, με αρχή τον αυτοκράτορα και την πίστη θεοπρόβλητης και θεοστήρικτης αυτοκρατορικής εξουσίας.
- στο ομόγλωσσον : η κοινή ελληνική γλώσσα
- στο ομόδοξον : η χριστιανική θρησκεία
- στην πίστη για τα ρωμαϊκά πάτρια : εκεί στηρίχθηκε η οργάνωση της διοικητικής μηχανής
Οι παράγοντες αυτοί, δε μπόρεσαν να ισοπεδώσουν το ανθρώπινο μωσαϊκό, κυρίως ιδεολογικά. Ο πληθυσμός ήταν ετερόκλητος, με διαφορετικές γλώσσες, αντιλήψεις, κοινωνική και πολιτισμική αντίληψη. Αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στα πρώιμα χρόνια πριν συρρικνωθεί η αυτοκρατορία, αλλά και μετά τις κατακτήσεις των Μακεδόνων στρατηγών – αυτοκρατόρων. Η πολιτεία έλαβε (126) αρκετά μέτρα για να γεφυρώσει αυτές τις διαφορές, όπως οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, που προέκυπταν από τα δημογραφικά προβλήματα, τις φυσικές καταστροφές ή τις πολεμικές επιχειρήσεις. Καμιά φορά, οι μετακινήσεις γίνονταν για να αποτραπούν κινήματα ανεξαρτησίας.  Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αυτοκράτορες κατέφυγαν στη διπλωματία και τη θρησκεία. Αλλοδαποί ευγενείς αφομοιώνονταν στο στρατό και την πολιτική διοίκηση, με αντάλλαγμα την πίστη τους στο χριστιανισμό και τον αυτοκράτορα. Στις πολυπληθέστερες κοινωνικά χαμηλές ομάδες, χρησιμοποιούσαν τον εκχριστιανισμό και τον εξελληνισμό.
Για να δούμε αν οι προσπάθειες της κεντρικής εξουσίας για ενότητα απέδωσαν, πρέπει να δούμε λεπτομερώς τι συνέβη.
Π.χ. η τέχνη και η αρχιτεκτονική, είναι ενδεικτικά στοιχεία μιας κοινής καλλιτεχνικής έκφρασης, εξάρτησης από το κέντρο και κυκλοφορίας ανθρώπων και ιδεών. Το Βυζάντιο κατέληξε πολυεθνικό, με έντονους πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς. Επίσης, η συμβολή του χριστιανισμού ως προς την οικουμενικότητα, πρόσφερε οργάνωση και συγκρότηση σε αρκετές χώρες. Η ιστορία (127) σλαβικών λαών, ή της ιταλικής χερσονήσου έχουν άμεση σχέση με το Βυζάντιο καθώς οι ιδιαιτερότητές τους εντάχθηκαν στο υπόβαθρο της αυτοκρατορίας.

Η Γλώσσα των Βυζαντινών
Πρώιμη περίοδος : πολύγλωσση κοινωνία. Τα λατινικά στο δυτικό τμήμα ήταν η επίσημη γλώσσα της διοίκησης. Στο ανατολικό τα πράγματα ήταν περίπλοκα. Στη διοίκηση, το στρατό και οι δυτικοί έποικοι μιλούσαν λατινικά. Στην επικοινωνία όμως και την επαρχιακή διοίκηση κυριαρχούσαν τα ελληνικά. Η Συρία κρατούσε τα συριακά, η Μεσοποταμία και η Παλαιστίνη τα συριακά, τα αραμαϊκά και τα αραβικά. Στην Αλεξάνδρεια μιλούσαν κοπτικά αν και τον 6ο αι. η διοίκηση είχε τα ελληνικά ως επίσημη γλώσσα. Στις παραμεθόριες περιοχές, μιλούσαν τις τοπικές γλώσσες.
Τον 7ο αι. τα ελληνικά έγιναν η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας. Στα μέσα του ίδιου αι. οι αραβικές κατακτήσεις απομάκρυναν τους πληθυσμούς εκείνους που μιλούσαν συριακά, αραβικά και κοπτικά. Η αυτοκρατορία περιορίστηκε σε αμιγώς ελληνόφωνες περιοχές. Πάντως η γλωσσική πολυμορφία παρέμεινε στο Βυζάντιο.
Η ελληνική γλώσσα άλλαξε αρκετά μέσα στο χρόνο. Θεωρούμε σήμερα πως τα βυζαντινά ελληνικά ήταν πιο κοντά στα σημερινά από τα αρχαία. Δυστυχώς, τα σχετικά κείμενα που έχουν σωθεί είναι ελάχιστα.
Παράλληλα με την απλή καθομιλουμένη, διατηρήθηκαν κάποια αρχαία γλωσσικά ιδιώματα όπως η αττική διάλεκτος των ρωμαίων αττικιστών. Χρησιμοποιήθηκε σε λογοτεχνικά κείμενα, περιορισμένου κοινού. Η στάση της Εκκλησίας σε αυτήν τη γλώσσα ήταν αρνητική (μέλι στα χείλη της πόρνης). (Διαβάστε τα σχόλια του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, σελ. 129).
Η ελληνιστική κοινή υιοθετήθηκε από την εκκλησία στην Αγία Γραφή και τα λειτουργικά βιβλία. Αυτό αποδεικνύει πως ήταν κατανοητή από σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.

Οι Πόλεις των Βυζαντινών
Η αυτοκρατορία παρέμενε πάντα κράτος της Αρχαιότητας με επίκεντρο την πόλη. Η ζωή εκεί όμως, γνώρισε αρκετές εξελίξεις που τη διαμόρφωσαν ανάλογα.

Η Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδος (130)
Ο οικιστικός χαρακτήρας ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοιος με αυτόν της Αρχαιότητας κατά τους ρωμαϊκούς και ελληνιστικούς χρόνους. Οι βυζ. πρώιμες πόλεις συνέχισαν το αρχαίο παρελθόν τους. Η νομιμοποίηση και η καθιέρωση του χριστιανισμού, συνέβαλε βαθμιαία στην αναδιάταξη των πολεοδομικών δομών. Οι λίγες καινούριες πόλεις που ιδρύθηκαν όμως, διαφοροποιούνται, με μια νέα πολεοδομική νοοτροπία. Οι ανασκαφές δίνουν αρκετά στοιχεία.
Ο σχεδιασμός της Κωνσταντινούπολης, μπορεί να θεωρηθεί δείγμα της πρώιμης βυζ. πόλης. Χτίστηκε (131) σε ιδανικό στρατηγικό σημείο, η έκτασή της αυξήθηκε τέσσερις με πέντε φορές μαζί με τον πληθυσμό της. Ο λαός απολάμβανε δωρεάν άρτο και θεάματα (όπως στη Ρώμη), και η ανώτερη τάξη αποκτούσαν πολυτελή παλάτια (όπως στη Ρώμη).
Βασικός παράγοντας πολεοδομίας ήταν η ελληνιστική παράδοση. Η Κωνσταντινούπολη είχε φαρδιές λεωφόρους με δευτερεύοντες δρόμους κυκλοφορίας και ήταν στολισμένη με έργα τέχνης. Ο Ιππόδρομος διευρύνθηκε και έγινε κέντρο δημόσιας ψυχαγωγίας, συνδεδεμένο με τις αυτοκρατορικές τελετές. Δίπλα χτίστηκε το παλάτι της Δάφνης, με την πλατεία του Αυγουσταίου (προς τιμήν της μητέρας του Κωνσταντίνου, Ελένης). Επίσης κατασκευάστηκε το κτίριο της Συγκλήτου και διατηρήθηκαν τα λουτρά του Ζευξίππου. Η Μέση, η κεντρική λεωφόρος οδηγούσε στο Forum (Αγορά) του Μ. Κωνσταντίνου, ο ομφαλός της πόλης. Εκεί στήθηκε το μεγαλόπρεπο ορειχάλκινο άγαλμά του.
Αν και όχι αποκλειστικά, ο Κωνσταντίνος έδωσε χριστιανικό χαρακτήρα στην πρωτεύουσά του με αρκετές εκκλησίες, που κατέλαβαν εξέχουσα θέση στην πόλη χωρίς (132) όμως να καταστρέψει τους ειδωλολατρικούς ναούς ή τα εθνικά κτίρια.
Αν και καμιά άλλη πόλη δε μοιάζει με την Κωνσταντινούπολη στο σύνολό της, αρκετές από τις αρχές της συναντώνται και σε άλλες πόλεις. Αρκετές διέθεταν τείχη και οργανωμένο σύστημα δρόμων με φαρδιές λεωφόρους που περικλείονταν από σκεπαστές, διακοσμημένες στοές. Διατηρήθηκαν επίσης τα θέατρα, τα δημόσια λουτρά και τα γυμναστήρια, οι αγορές και ο ιππόδρομος. Υπήρχαν σιταποθήκες, υδραγωγεία και δεξαμενές. Έξω από τα τείχη βρισκόντουσαν τα νεκροταφεία, τα περιβόλια και οι επαύλεις ή αν υπήρχε, η εβραϊκή συνοικία και Συναγωγή.
Έχουμε ξαναπεί πως ο χριστιανισμός έφερε αλλαγές. Προστέθηκε η κεντρική εκκλησία μαζί με τα διοικητικά της κτίρια. Πολλαπλασιάστηκαν οι εκκλησίες, ενώ πολλά ειδωλολατρικά μνημεία εγκαταλείφθηκαν. Άλλοτε μετατράπηκαν και άλλοτε γκρεμίστηκαν. Πολλές πρωτοβυζαντινές εκκλησίες χτίστηκαν πάνω σε εθνικά μνημεία (βασιλική του Αγ. Δημητρίου).    (133)
Η διοικητική οργάνωση συνέχισε τη ρωμαϊκή, όπως το γεγονός πως οι έπαρχοι του πραιτωρίου προέρχονταν από τους Συγκλητικούς. Υπήρχε επίσης το σώμα των βουλευτών των πόλεων (curiales). Πρόκειται για μια κλειστή ομάδα, μόνιμων κατοίκων της πόλης, που διέθεταν μεσαία ή μικρή ακίνητη περιουσία. Υπηρετούσαν στα συμβούλια και είχαν συλλογικές αρμοδιότητες στη διαχείριση αστικών υπηρεσιών (επισκευή έργων κοινής ωφέλειας, καθαριότητα κλπ). Τα έξοδα αυτά καλύπτονταν από την πόλη, από εισφορές ή από τους ίδιους. Αν οι βουλευτές δεν είχαν δυνατότητα ή διάθεση για αυτό το έξοδο, προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τη βουλευτική τους ιδιότητα. Ήθελαν μια θέση στο δημόσιο (πρωτότυπο!) ως κληρικοί ή καθηγητές ή να εγκατασταθούν στο ύπαιθρο. Μερικοί το έσκαγαν και άλλοι έμεναν (134) ανύπαντροι για να μην κληροδοτήσουν το βουλευτικό αξίωμα. Η πολιτεία προσπάθησε να πατάξει αυτό το φαινόμενο. Απαγορεύτηκε η ένταξη των βουλευτών σε δημόσιες ή εκκλησιαστικές υπηρεσίες, και η πώληση των περιουσιών τους.
Η πίεση είχε αποτέλεσμα τη διάλυση του σώματος. Οι φτωχοί εξαφανίστηκαν ενώ οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και μεγαλογαιοκτήμονες, συμβάλλοντας και εκείνοι στη διάλυση αυτή, που οριστικοποιήθηκε τον 6ο αι.
Νέες δυνάμεις εμφανίζονται. Η Εκκλησία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο καθώς αναλαμβάνει μεγάλο κοινωνικό έργο υπέρ των αναξιοπαθούντων. Η οικονομική κατάστασή της ήταν ανθηρή, λάμβανε μεγάλες επιχορηγήσεις και κτηματικά κληροδοτήματα. Η παρακμή των βουλευτών, έδωσε αρμοδιότητες στους επισκόπους. Οι τοπικοί επίσκοποι απέδιδαν δικαιοσύνη, έλεγχαν τη ζωή της πόλης κι απέκτησαν πολιτική και διοικητική δύναμη. Ο επίσκοπος ήταν ιεραρχικά ίσος με τον επαρχιακό διοικητή στην έδρα του διοικητή, ενώ στις άλλες πόλεις ήταν ανώτερος.
Οικονομική και Κοινωνική ζωή : παρουσιάζει ιδιαίτερη κινητικότητα. Οι πόλεις, ως κέντρα, αποτελούν πόλο έλξης για πολλούς. Υπήρχαν διοικητικοί και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, γαιοκτήμονες, έμποροι, λόγιοι, βιοτέχνες, επισκέπτες, καλλιτέχνες πόρνες και ζητιάνοι. Ανάμεσα στην αστική και αγροτική ζωή υπήρχε (135) ουσιαστική διαφορά. Η πόλη εξασφάλιζε επιβίωση, είχε βασικές ανέσεις και διασκεδάσεις. Κάθε πόλη είχε το χαρακτήρα της που επηρεαζόταν από τη γεωγραφία της, της δυνατότητες οδικής επικοινωνίας, τα οχυρωματικά έργα και τις οικιστικές της συνήθειες, παράγοντες που είχαν αντίκτυπο στην οικονομία της. Η Κωνσταντινούπολη ήταν το ελκυστικότερο αστικό κέντρο. Υπήρχε όμως και η Αλεξάνδρεια, το μεγαλύτερο λιμάνι με πλούσια παράδοση. Η Αντιόχεια, η Βηρυτός, η Έφεσος, η Μίλητος, η Θεσσαλονίκη ήταν μερικές άλλες. Υπήρχαν σημαντικά κέντρα αγροτικών περιοχών, όπως η Αδριανούπολη και η Λάρισα όπως και παραμεθόριες πόλεις όπως η Μεσημβρία, η Άγκυρα κ.α.
Δεν έχουμε πολλές γνώσεις για τους πληθυσμούς των πόλεων, μπορούμε να πούμε όμως πως ήταν σχετικά μικροί σε μέγεθος. .
Ιστορική εξέλιξη : (136) επηρεάστηκε από αστάθμητους παράγοντες που διατάραξαν την ομαλή πορεία της αστικής ζωής. Φυσικές καταστροφές, επιδημίες, εχθρικές επιδρομές και εσωτερικές αναταραχές ήταν μερικές από αυτές. Πληγή επίσης αποτελούσε η βία στις πόλεις, που επιδεινώθηκε στα τέλη του 5ου και τον 6ο αι.
Η μεγαλύτερη (137) συμφορά ήταν η επιδημία βουβωνικής πανώλης που σημειώθηκε το 541. Ο αριθμός των θυμάτων ήταν τεράστιος και είχε επίδραση τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά. Ο πληθυσμός των πόλεων υπέστη σημαντική μείωση, οι καθημερινές ασχολίες διακόπηκαν και η ακρίβεια ήταν αβάσταχτη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις υπήρξε επανόρθωση, όμως ο βαθμός ανάκαμψης ήταν διαφορετικός για την κάθε μια. Τα αρνητικά αυτών των καταστροφών συνδυάστηκαν με κατοπινές φυσικές καταστροφές όταν οι πόλεις συρρικνώθηκαν και αργότερα εξαφανίστηκαν. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ήταν η χαριστική βολή για τις πόλεις καθώς δεν κατάφεραν να ανασυγκροτηθούν και να αναβιώσουν.

Η Παρακμή των πόλεων
Συντελέστηκε στο διάστημα από τα τέλη του 6ου έως τα μέσα του 7ου αι. εποχή που ονομάζεται συμβατικά ‘σκοτεινοί’ ή ‘μεταβατικοί’ χρόνοι. Αν και οι πληροφορίες που έχουμε είναι αποσπασματικές, είναι ιδιαίτερα βοηθητικές.

Η παρακμή της Αθήνας (138)
Ο χώρος της Αγοράς εγκαταλείφθηκε μετά το δεύτερο μισό του 7ου αι. και ο οικισμός περιορίστηκε στην Ακρόπολη. Η εγκατάλειψη αυτή έγινε σταδιακά, μετά από εκτεταμένες καταστροφές που συνδυάστηκαν με σλαβικές επιδρομές.
Την ίδια συρρίκνωση παρουσιάζουν και άλλες ελληνικές πόλεις (Κόρινθος, Άργος, Σπάρτη).

Θεσσαλονίκη.
Οι πληροφορίες μας είναι ελάχιστες. Πολιορκήθηκε από τους Σλάβους και τους Αβάρους πλήγηκε από λοιμούς και πείνα. Δέχτηκε πλήθος προσφύγων από βλάχικες επαρχίες. Η εικόνα της από τα μέσα του 7ου έως τον 9ο αι. ήταν διαφορετική. Είχε περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα. Αποσπασματικές πληροφορίες δείχνουν πως ο πληθυσμός της ζούσε περισσότερο αγροτική παρά αστική ζωή. Κατά βάσιν όμως, η ζωή της παραμένει άγνωστη.

Παρακμή (139) έζησαν και οι πόλεις της Μ. Ασίας. Επέζησε η Νίκαια, ενώ η Κύζικος έπαψε να υπάρχει μετά τον καταστροφικό σεισμό του 543. Πόλεις στη δυτική και κεντρική Μ. Ασία, παρήκμασαν επίσης, αν και διατήρησαν τα φρούριά τους (Πέργαμος, Άγκυρα).

Έφεσος
Μετά τις περσικές επιθέσεις (7ος αι.) ερειπώθηκε. Λίγο αργότερα όμως χτίστηκαν νέα τείχη που περιέβαλαν ένα μικρό οικισμό. Το αρχαίο θέατρο και άλλα δημόσια κτίρια γέμισαν ταπεινά σπίτια. Η οικοδομική δραστηριότητα περιορίστηκε με μόνη εξαίρεση την εκκλησία της Παναγιάς. Υψώθηκε φρούριο και υπάρχουν πληροφορίες πως υπήρχε σημαντική εμπορική δραστηριότητα στην περιοχή. Η Έφεσος είναι δείγμα της πόλης την εποχή της αστικής παρακμής. Ο οχυρωμένος χώρος της κάλυπτε μικρότερη περιοχή από ότι στην αρχή. Ως οικοδομικά υλικά (140) χρησιμοποιήθηκαν αυτά προγενέστερων κατασκευών. Διασώθηκαν βέβαια οι εκκλησίες ενώ οι μονές και τα κοιμητήρια χτίζονταν πλέον εντός των τειχών και όχι εκτός.



Κωνσταντινούπολη (από τα θαύματα του Αγ. Αρτεμίου)
Τον 7ο αι. παρέμεινε εμπορικό και επαγγελματικό κέντρο. Η παρακμή εμφανίζεται τον 8ο αι. Τα τείχη δεν επιδιορθώθηκαν μετά το σεισμό του 740. επιβλήθηκε έτσι φόρος, από τον Λέοντα Γ ‘ για να προσλάβει τεχνίτες. Ο πληθυσμός της μειώθηκε από λοιμό το 747 κι έτσι ο Κωνσταντίνος Ε’ έφερε εποίκους από την Ελλάδα και το Αιγαίο. Η περιγραφή από το ‘Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί’, δίνει την εικόνα εγκατάλειψης και ερήμωσης. Τον 8ο αι. η οικοδομική δραστηριότητα περιορίστηκες σε οχυρωματικά έργα και επισκευές. Νέα κτίρια χτίζονται, όταν αυτοκράτορας (141) είναι ο Θεόφιλος.

Η Περίοδος Ανάκαμψης των Β. Πόλεων (μέσα 9ου αι. – 1204)
Ξεκίνησε τον 9ο αι. και κορυφώθηκε τον 11ο και το 12ο, κάτι που φαίνεται στο πλήθος των νομισμάτων που κυκλοφορούσαν. Από τις πόλεις που αναβαθμίστηκαν η Θεσσαλονίκη έγινε σημαντικό κέντρο.
Η ανάκαμψη αφορούσε την αύξηση πληθυσμού, τη βελτίωση διαβίωσης, την άνθηση του εμπορίου και της βιοτεχνίας.
Την περίοδο αυτή, δεν υπάρχει ο πρότερος μνημειακός χαρακτήρας. Ο σχεδιασμός των πόλεων δεν ήταν συγκεκριμένος, προέκυψε από τις συνθήκες και τις καθημερινές ανάγκες.  Τα σπίτια ήταν κακοκτισμένα και ή που θα συνωστίζονταν ή που θα ήταν διάσπαρτα χωρίς καμία τάξη.
Ο ιδιωτικός χαρακτήρας, (142) ήταν το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της μεσοβυζαντινής αστικής ζωής. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για οργανωμένους κοινόχρηστους χώρους ή πλατείες. Τα καταστήματα και οι βιοτεχνίες ήταν μέσα σε στενούς δρόμους ή αυλές και όχι σε συγκρότημα. Δεν υπήρχαν δημόσια λουτρά ή θέατρα. Ο ιππόδρομος επέζησε μόνον στην Κωνσταντινούπολη, πάντα όμως σε συνδυασμό με τις αυτοκρατορικές τελετές, όχι τον πληθυσμό. Ο μοναδικός τόπος δημόσιων συναντήσεων ήταν η εκκλησία. Εμφανίστηκε επίσης η συνήθεια να χτίζουν οι πλούσιοι ιδιωτικές εκκλησίες. Δεν κατασκευάζονταν καθεδρικοί ναοί. Η ζωή διασπάστηκε στις γειτονιές που είχαν τη δική τους μικρή εκκλησία. Ακόμη και τα αστικά μοναστήρια ήταν ενταγμένα στον πολεοδομικό ιστό. Επικράτησε επίσης να δημιουργούνται κοιμητήρια μέσα στις πόλεις.
Μόνο οι οχυρώσεις ακολουθούσαν συγκεκριμένο σχεδιασμό. Υπήρχε πάντοτε οχυρωμένη ακρόπολη στρατιωτικού χαρακτήρα με ιδιαίτερο τείχος, λαμβανόταν υπόψη η εκμετάλλευση της γεωγραφίας και ενσωμάτωνε προγενέστερες οχυρώσεις. Η μέριμνα για την καλύτερη αντιμετώπιση πρακτικών θεμάτων (πόσιμο νερό, καθαρισμός), ήταν επίσης οργανωμένη.
Οι διαφορές πρωτοβυζαντινών – μεσοβυζαντινών πόλεων είναι ευδιάκριτες και στην πρωτεύουσα. Τον 9ο αι. χτίστηκαν νέα κτίρια στην Κωνσταντινούπολη, περιορίστηκαν όμως στο εσωτερικό του παλατιού (143) κι επιχειρήθηκαν μεγάλης κλίμακας επισκευές παλαιότερων κτιρίων, κυρίως εκκλησιών.
Η διοίκηση των  μεσοβυζαντινών πόλεων επηρεάστηκε στα σκοτεινά χρόνια. Το σώμα των βουλευτών και το αξίωμα του έπαρχου είχαν εκλείψει. Με σχετική Νεαρά του Λέοντα ΣΤ’ Σοφού, καταργήθηκε η Βουλή των πόλεων και κατ’ επέκτασιν η τοπική αυτοδιοίκηση. Την ίδια περίοδο υποβαθμίστηκε ο κοινωνικός ρόλος της εκκλησίας, λόγω οικονομικών προβλημάτων.
Τον 11ο και 12ο αι. παρατηρούνται κάποιες μορφές αυτοδιοίκησης στις επαρχιακές πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη. Στις τοπικές συνεδριάσεις όμως, δεν υπήρχαν επίσημοι κρατικοί αντιπρόσωποι αλλά τοπικοί άρχοντες και πλούσιοι.
Οικονομική κατάσταση και κοινωνική σύνθεση : οι πόλεις ξαναγίνονται πόλος έλξης και η αλλαγή στη νοοτροπία σηματοδοτεί την εποχή. Η ‘μέση αστική τάξη’ έρχεται στο προσκήνιο καθώς τα μέλη της ζουν με άνεση και (144) προσδιορίζουν την οικονομική φυσιογνωμία.
Το εμπόριο και οι ιστορικές συγκυρίες αυξάνουν τον αστικό πληθυσμό με την προσθήκη και ξένων (Ρώσοι και Ιταλοί στην Κωνσταντινούπολη). Οι ειδικές παραχωρήσεις του Αλέξιου Α στη Βενετία, είχαν αποτέλεσμα την ίδρυση βενετικών, εμπορικών αποικιών με ιδιαίτερα σημαντική παρουσία στη Βασιλεύουσα.

Η Βυζαντινή Πόλη κατά την Υστεροβυζαντινή Περίοδο (13ος – 15ος )
Μετά το 1204, οι συνεχείς εχθροπραξίες και η πειρατεία δημιούργησαν ανασφάλεια στους πληθυσμούς. Η οικονομία συρρικνώθηκε και ο βιοπορισμός ήταν δύσκολος. Προκλήθηκε δημογραφικός και οικονομικός μαρασμός, ο αριθμός και το μέγεθος των πόλεων συρρικνώθηκε. Η αναδιανομή του πλούτου ωφέλησε (φυσικά) τους ήδη πλούσιους κι εξαθλίωσε τους καλλιεργητές. Η κοινωνική και οικονομική βελτίωση ήρθε αργότερα, όταν οι Οθωμανοί ενοποίησαν τη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Οικιστική Διαμόρφωση των Υστεροβυζαντινών Πόλεων
Οι πόλεις χαρακτηρίζονται από στενότητα για να διευκολύνεται η άμυνα (Μυστράς, Μονεμβασιά). Αυτό, δυσκόλευε μεν τη διαβίωση των κατοίκων, παρείχε δε, μια αίσθηση ασφάλειας αφού η στενότητα συνδυαζόταν με τείχη.
Οικιστικά οι Παλαιολόγειες πόλεις διακρίνονται σε δύο υποσύνολα :
-                      άνω πόλη : τα υψηλότερα και ασφαλέστερα σημεία όπου έμεναν οι πλουσιότεροι πολίτες και βρισκόταν το διοικητικό κέντρο. Στην κορυφή της άνω πόλης βρισκόταν η ακρόπολη.
-                      Κάτω πόλη : εκεί κατοικούσαν τα μεσαία στρώματα, ασκούνταν οι κύριες δραστηριότητες των κατοίκων. Εκεί βρισκόταν η αγορά, οι εκκλησίες και το λιμάνι (αν υπήρχε). Σε άλλες συνοικίες κατοικούσαν οι αλλοεθνείς και οι αλλόθρησκοι.
Η ιταλοί έμποροι διεκδικούσαν συχνά οχύρωση των συνοικιών τους για λόγους ασφάλειας. Ο λόγος όμως ήταν ο ‘αποικιοκρατισμός’ τους.
Τα οικήματα των πόλεων δείχνουν τα προβλήματα της περιόδου. Οι κατοικίες πλουσίων που σώζονται, είναι κατασκευασμένες από ανθεκτικά υλικά, σε ύψος δύο ορόφων. Ακολουθούν την κλίση του εδάφους και συχνά διέθεταν ιδιωτικές στέρνες για τη συλλογή νερού όπως και ιδιωτικά παρεκκλήσια.

Διοικητική Δομή των Υστεροβυζαντινών Πόλεων
Τη δύσκολη Παλαιολόγεια περίοδο (147) το πολιτικό και διοικητικό καθεστώς των πόλεων είναι ιδιαίτερα αυτόνομο. Η συρρίκνωση της αυτοκρατορίας φέρνει στο προσκήνιο τους ‘δεσπότες’ που κυβερνούσαν περιοχές αποκομμένες ή απομακρυσμένες από την Πόλη και τον αυτοκράτορα. Είχαν κέντρα όπως ο Μυστράς και η Θεσσαλονίκη. Στην ουσία, την εξουσία είχαν οι αριστοκράτες, (δυνατοί) της κάθε περιοχής (π.χ. Αθήνα) ακόμα και περιοχών που βρίσκονταν κοντά στη Βασιλεύουσα. Οι αποκαλούμενες ‘πόλεις – κάστρα’ λόγω του στρατηγικού σημείου όπου βρίσκονταν και των ισχυρών τειχών που τις προστάτευαν, μπορούσαν να αψηφούν τις αυτοκρατορικές διαθέσεις, ατιμώρητα. Η εδραιωμένη αριστοκρατική εξουσία και η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων, απέτρεπε τις επαναστάσεις κοινωνικού τύπου, (148) σε αντίθεση με άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως η Αδριανούπολη.

Κοινωνική και Οικονομική Σύνθεση του Υστεροβυζαντινού Κόσμου
Οι πόλεις – όπως και τα προηγούμενα χρόνια, ήταν κέντρα συγκέντρωσης, μεταποίησης και εξαγωγής προϊόντων. Η οικονομική αυτή διαδικασία, συνέβαλε στη διαμόρφωση της κοινωνίας το 13ο – 15ο αι. Διακρίνουμε και εδώ τις ίδιες κοινωνικές ομάδες, με κάποιες διαφορές. Υπήρχαν διοικητικοί αξιωματούχοι, στρατιωτικοί, πολλοί μοναχοί, λόγιοι, έμποροι, βιοτέχνες και εργάτες. Όμως, μεγάλο μέρος του στρατού το αποτελούσαν μισθοφόροι ποικίλης προέλευσης, Ιταλοί έμποροι, εγκατεστημένοι σε σημαντικές πόλεις, που έλεγχαν το εξωτερικό εμπόριο. Ο πλούτος τους ερχόταν σε αντιπαράθεση με τη φτώχια του πληθυσμού και προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις. Οι Έλληνες έμποροι ήταν απλοί συνεργάτες ή πράκτορες των Ιταλών σε τοπικό επίπεδο. Υπήρχαν βέβαια (149) και Έλληνες που κατάφεραν να πλουτίσουν, μόνο όμως μετά από αυτοκρατορική βοήθεια, όπως στη Μονεμβασία. Αντίθετα, τα προνόμια που δόθηκαν στους Ιταλούς, είχαν ως αποτέλεσμα την εξαθλίωση των δημόσιων οικονομικών.
Παρά την κακή οικονομική κατάσταση οι αριστοκράτες πλούτισαν ακόμη περισσότερο. Οι Παλαιολόγοι τους παραχώρησαν εκτεταμένα προνόμια, όπως κρατικά αξιώματα και γαίες καθώς και συλλογή φόρων. Αρκετοί αριστοκράτες συνεργάστηκαν με δυτικούς εμπόρους.
Οι μέσο αστοί και οι μικροαστοί που επλήγησαν από τους Ιταλούς εμπόρους και τους Έλληνες αριστοκράτες, αντέδρασαν με επαναστατικές κινήσεις, όπως το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη που επικράτησε για λίγα χρόνια.
Δίπλα στις πόλεις (150), ζούσαν οι καλλιεργητές, σε ιδιαίτερα άσχημη κοινωνική θέση. Δεν αντιμετώπιζαν μόνον τις φυσικές καταστροφές, αλλά και την πολιτική αστάθεια. Η αυξανόμενη δύναμη των αριστοκρατών είχε αντίκτυπο στη διαβίωσή τους. Οι ελεύθεροι καλλιεργητές κατάντησαν ‘πάροικοι’ εξαρτώμενοι δηλαδή από τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Η ‘παροικία’ προέκυψε από τις δωρεές μεγάλων εκτάσεων σε ευνοούμενους του αυτοκράτορα, ή μοναστήρια.

Προσαρμογή των Υστεροβυζαντινών Πόλεων στα δεδομένα της Οθωμανικής Κυριαρχίας.
Η κατάκτηση αστικών κέντρων από τους Οθωμανούς, τα τροποποίησε. Οι Οθωμανοί έγιναν η νέα ελίτ, που κατοχύρωνε την ασφάλειά της. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, η βυζαντινή άνω πόλη ήταν η οθωμανική συνοικία. Τα τείχη και η κοινωνική δομή των Παλαιολόγων διατηρήθηκε με την υπερκάλυψη όμως του οθωμανικού στοιχείου. Η αριστοκρατία εξελίχθηκε σε ανώτερη εμπορική τάξη, ως αποτέλεσμα του σφετερισμού των γαιών από τους οθωμανούς.

Η Αγροτική Οικονομία των Βυζαντινών (151)
Η γεωργία ήταν η κύρια απασχόληση. Στόχος της ήταν η άμεση κατανάλωση, η αυτάρκεια στη διατροφή, έστω κι αν γινόντουσαν εισαγωγές για τις μεγάλες πόλεις. Για τους πλούσιους γαιοκτήμονες, η ιδιοκτησία και η καλλιέργεια ήταν το εισόδημά τους, χωρίς όμως να γνωρίζουμε λεπτομέρειες, λόγω έλλειψης πηγών.

Κατανομή και Εκμετάλλευση της Γης
Πρώιμη περίοδος : η μεγάλη ιδιοκτησία υπερισχύει της μικρής αν και συνυπάρχουν όλα τα μεγέθη. Το κράτος, ο αυτοκράτορας, η Εκκλησία και ορισμένοι ιδιώτες ήταν οι μεγάλοι ιδιοκτήτες. Υπήρχαν επίσης μικροί και μεσαίοι που είχαν σημαντικό ρόλο και οργανώνονταν σε αγροτικές κοινότητες, τις κωμαρχίες. Η κεντρική εξουσία προσπάθησε να τις προστατεύσει με σειρά νόμων.
7ος αι. : οι Άραβες καταλαμβάνουν τις δυτικές επαρχίες και η αστική ζωή παρακμάζει. Χάνονται περιοχές με μεγάλες ιδιοκτησίες, η καλλιέργεια καθιερώθηκε ως η κύρια οικονομική δραστηριότητα και οι αγροτικές σχέσεις άλλαξαν. Τα θέματα, ήταν σημαντικά στην εξέλιξη της κατανομής γης. Πολλά κτήματα δόθηκαν σε καλλιεργητές με αντάλλαγμα να υπηρετούν το στρατό. (στρατιωτόπια ή στρατιωτικά κτήματα).
7ος – 9ος αι. : (152) οι μικρές και μεσαίες περιουσίες ήταν η κύρια μορφή κατοχής γης. Ο Γεωργικός Νόμος αναφέρει ελεύθερους καλλιεργητές με απεριόριστη κυριότητα της περιουσίας τους. Φυσικά, ο αυτοκράτορας,  η εκκλησία και η αριστοκρατία διατηρούσαν πάντα τις μεγάλες εκτάσεις τους.
9ος – 10ος : ανατρέπεται η ισορροπία μικρής και μεγάλης ιδιοκτησίας. Η μεγάλη ιδιοκτησία συνεχώς αυξάνεται και υπερισχύουν οι δυνατοί.
Κομνηνοί : (153) Εφαρμόζονται νέοι θεσμοί. Η μεγάλη ιδιοκτησία ήταν τώρα η κύρια μορφή κατοχής γης.
Ύστερη Βυζαντινή Περίοδος : οι μεγαλογαιοκτήμονες rule. Η παραγωγή είναι δική τους και μόνον. Η Εκκλησία και οι γαιοκτήμονες που ανταγωνίστηκαν την κεντρική εξουσία, ενισχύθηκαν εις βάρος των μικρομεσαίων. Η αυτοκρατορική πολιτική ατόνησε και η αγροτική τάξη κόντεψε να εξαφανισθεί. Απέμειναν οι πάροικοι, με μικρά κομμάτια γης, και υποχρεωμένοι να εκτελούν την αγγαρεία, δηλαδή εργασία χωρίς αμοιβή.
Φορολογία :
Άμεση : ήταν βασικό έσοδο του κράτους από την έγγεια ιδιοκτησία, τους ταξικούς και επαγγελματικούς φόρους.
Έμμεση : τελωνειακοί φόροι διακίνησης εμπορευμάτων, φόροι μεταβιβάσεων ακινήτων αγοραπωλησίες κλπ.
Πρώιμη Βυζ. Περίοδος : το φορολογικό σύστημα ακολουθούσε το Διοκλητιανό. Οι φορολογικές υποχρεώσεις καθορίζονταν βάσει υπολογισμού της γης, της ανθρώπινης εργασίας (αυτόνομης, εξαρτημένη ή δούλη) και της εργατικής δύναμης των ζώων. Γινόταν άθροιση δύο ισοδύναμων μονάδων, του ζυγού για τη γη, και της κεφαλής για ανθρώπους και ζώα.
Άμεσοι αγροτικοί φόροι :
-                      η αννώνα : καταβολή τμήματος της παραγωγής ή χρηματικού ποσού. Με αυτό συντηρούνταν ο στρατός, γινόταν ο ανεφοδιασμός πόλεων σε τρόφιμα κλπ.
-                      Αννωνικές εισφορές : φόροι για την κάλυψη στρατιωτικής ενδυμασίας και εξάρτυσης, ίππων και κάλυψη εξόδων για την επιστράτευση και συντήρηση στρατιωτών.
Μεσοβυζαντινή περίοδος : οι αγροτικοί φόροι έγιναν πολυπλοκότεροι ενώ δημιουργήθηκαν και νέοι.
Υπολογισμός : βάσει τη μορφολογία και την ποιότητα του εδάφους, το είδος της καλλιέργειας, τα υποζύγια και το ανθρώπινο δυναμικό. Η έκταση χαρακτηριζόταν χωραφιαία, σπόριμη, νομαδιαία ή λιβαδαία, υπάμπελος ή αμπελώνες. Το χωράφι μετριόταν ανά μόδιους.
Άμεσοι αγροτικοί φόροι :
-                      ο έγγειος φόρος : αλλιώς, δημόσιος κανών ή δημόσιον τέλος
-                      το καπνικόν : πολύ υψηλός, κεφαλικός φόρος που πλήρωναν τα νοικοκυριά. Κάποιοι αυτοκράτορες των κατάργησαν προσωρινά.
-                      Τα παρακολουθήματα : συμπληρωματικοί φόροι για έκτακτες ανάγκες, υπολογισμένοι επί του βασικού έγγειου φόρου.
-                      Επήρειες ή αγγαρείες : έκτακτες εισφορές σε χρήμα, σε υπηρεσία ή σε είδος. Είχαν να κάνουν με παροχή καταλύματος, διατροφή του στρατού κ.α.
Συχνά οι φόροι μειώνονταν με διάφορες απαλλαγές.
Κουφισμοί : προσωρινή, μερική μείωση φόρου αν ο ιδιοκτήτης απομακρυνόταν από τη γη του δικαιολογημένα.
Εξκουσσείαι : απαλλαγές από έκτακτες επιβαρύνσεις που παρέχονταν στην Εκκλησία, τα ιδρύματα και κάποιους ιδιώτες
Επιβολή απόρων : καταβολή φόρου για χέρσες εκτάσεις (άπορα). Οι αγρότες μιας κοινότητας έπρεπε να πληρώνουν φόρους και για τα κτήματα της κοινότητας που είχαν εγκαταληφθεί.
Ιδιόστατα : Μεγάλα αγροκτήματα που ανήκαν σε μεγαλογαιοκτήμονες ή στην Εκκλησία και ήταν ξεχωριστές φορολογικές μονάδες. Έτσι οι ιδιοκτήτες τους απαλλάσσονταν από τη συλλογική φορολογική ευθύνη που την επωμίζονταν οι μικρομεσαίοι.
Αλληλέγγυον : (156) η συλλογική ευθύνη επεκτάθηκε από την κοινότητα σε όλους τους φορολογούμενους μιας περιοχής (Βασίλειος Β’). Έτσι πλήρωναν και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αλλά με τις αντιδράσεις τους το μέτρο κατήργησε ο Ρωμανός Γ’.
Κομνηνοί : στα χρόνια τους εμφανίστηκαν νέοι θεσμοί. Οι απαλλαγές και τα προνόμια των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και των λαϊκών γαιοκτημόνων έγιναν περισσότερα.
Ύστερη Βυζαντινή περίοδος : οι πάροικοι πλήρωναν τόσο τον τακτικό φόρο στους γαιοκτήμονες αλλά και τους συμπληρωματικούς του κράτους. Ήταν επίσης υποχρεωμένοι να τους κάνουν δώρα (το κανίσκιον) και να αναλαμβάνουν αγγαρείες. Έτσι, δεν είναι παράξενο που συχνά συνέβαιναν βίαια επεισόδια.

Αγροτική Εργασία : Μορφές και Τεχνογνωσία (157)
Υπήρχαν δύο μορφές αγροτικής εργασίας :
-                      η άμεση, με συνεργία δούλων ή μισθίων
-                      η έμμεση, με ενοικίαση της γης
Καθώς ο δεύτερος τρόπος υποσκέλισε τον πρώτο, έχουμε δύο κατηγορίες :
-                      τους ελεύθερους καλλιεργητές : μικροί και μεσαίοι γαιοκτήμονες με οικογενειακές καλλιέργειες, οργανωμένοι σε κοινότητες, κώμες ή χωρία.
-                      Τους εξαρτημένους γεωργούς : καλλιεργούσαν τα κτήματα των μεγάλων και ήταν ή ελεύθεροι ενοικιαστές ή μισθωτοί, οι δουλοπάροικοι (δεσμευμένοι επί γενεάς με μακρόχρονα συμβόλαια) και οι εναπόγραφοι, που ήταν δούλοι.
Με την επίσημη πολιτική δέσμευσης του καλλιεργητή με τη γη, οι εργασιακές σχέσεις άλλαζαν :
-                      εμφύτευση : παραχώρηση ακαλλιέργητων εκτάσεων από το κράτος, την εκκλησία ή από ιδιώτες. Ο εμφυτευτής αξιοποιούσε τη γη, με την καταβολή ενός ποσού στον ιδιοκτήτη και έγγειο φόρο στο κράτος. Σε αντάλλαγμα, είχε πλήρη δικαιώματα στο χωράφι.
Τεχνικές καλλιέργειας : χωρίς πρωτοτυπία. Βασική μέθοδος ήταν το όργωμα και η αγρανάπαυση ή η εναλλαγή στη σοδειά. Το πότισμα ήταν μόνιμο πρόβλημα, παρά τα προηγμένα ρωμαϊκά συστήματα άρδευσης. Συνήθως γινόταν από πηγάδια και δεξαμενές, με βρόχινο ή νερό από πηγή.
Εργαλεία : αξίνα, τσαπί, τσεκούρι και άλλα.
Προϊόντα :  κυρίως σιτηρά, ελιές, αμπέλια. Επίσης λινάρι, βαμβάκι και ανεπτυγμένη ήταν η κηπουρική.

Η Βιοτεχνία (158)
Δομές και Οργάνωση
Το εμπόριο δεν ξεχώριζε σαφώς από τη βιοτεχνία. Ξεχωρίζουμε πάντως 3 κατηγορίες:
-                      Συντεχνίες : επαγγελματικά σωματεία που ελέγχονταν από την κεντρική εξουσία για να αποφεύγεται η αισχροκέρδεια και να ελέγχεται η παραγωγή και η διακίνηση των προϊόντων. Περιλάμβαναν πολλά επαγγέλματα, κάθε είδος βιοτεχνίας και ειδικευμένους τεχνίτες πολύτιμων μετάλλων. Ήταν μονάδες ιδιωτικής οικονομίας, ελεγχόμενες από το κράτος. Είχαν αυστηρούς κανονισμούς που ρύθμιζαν λεπτομερώς την ιεράρχηση και τον τρόπο λειτουργίας τους.
-                      Ανεξάρτητους τεχνίτες
-                      Βασιλικά εργαστήρια : κρατικά σωματεία που κάλυπταν κρατικές και αυτοκρατορικές ανάγκες. Είχαν ειδικές νομοθετικές διατάξεις. Τα μέλη τους ήταν μισθωτά. Εκεί συγκαταλέγονταν και οι κογχυλευταί, που επεξεργάζονταν την πορφύρα (κρατικό μονοπώλιο) και οι μονετάριοι, οι χαράκτες νομισμάτων.

Η Παραγωγή
Η βιοτεχνία αποτελούνταν από διάφορες επιχειρήσεις ειδών πολυτελείας, της αργυροχοΐας, της χρυσοχοΐας, της βυρσοδεψίας κ.α.
Βιοτεχνία (159) Υφασμάτων : εξελίχθηκε ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, αν και δε σώζεται τίποτα από την πρωτοβυζαντινή περίοδο, παρ’ όλο που λειτουργούσαν εκεί περίφημα εργαστήρια. Ίδιας τέχνης και τεχνικής εργαστήρια λειτουργούσαν στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, με έντονη ελληνιστική παράδοση τόσο θεματικά όσο και στη χρωματική επεξεργασία. Ιδιαίτερη ώθηση έδωσε η εισαγωγή του μεταξιού. Η βιομηχανία του άνθησε ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη. Το Επαρχικό βιβλίο αναφέρει πέντε σχετικές συντεχνίες. Η πελατεία ήταν τόσο ντόπια όσο και ξένη, μαζί με τους αυτοκράτορες και τους αριστοκράτες της Εκκλησίας. Τα μεταξωτά υφάσματα συγκαταλέγονταν στα κωλυόμενα ή κεκωλυμένα προϊόντα, απαγορευόταν δηλαδή η ελεύθερη εξαγωγή τους, για την οποία απαιτούνταν ειδική σφραγίδα.
Ταπητουργία : σημαντικός κλάδος. Από την επιχείρηση της πλούσιας Δανιηλίδας στην Πάτρα, έχουμε διάφορες πληροφορίες για την τεχνική και τις πρώτες ύλες.
Βαφεία υφασμάτων : παγκοσμίου φήμης. Η βαφή γινόταν με πορφύρα ή φυτικές βαφές. Τα πορφυρά προορίζονταν μόνο για την αυτοκρατορική οικογένεια και τους (160) ανώτατους αξιωματούχους. Ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική και δαπανηρή δουλειά για αυτό και οι τιμές ήταν υψηλές.
Τη βαριά βιοτεχνική παραγωγή, κάλυπταν τα ναυπηγεία, η μεταλλουργία και η οπλουργία.

Το Βυζ. Εμπόριο
Δομές και Οργάνωση
Το σημαντικό για το Βυζάντιο εμπόριο, γνώρισε πολλές διακυμάνσεις. Πάντοτε όμως το κράτος μεριμνούσε για τη βελτίωση των συνθηκών διεξαγωγής του και το θεσμικό πλαίσιο.
Περιορισμός της ιδιωτικής πρωτοβουλίας : από την πρώιμη κιόλας περίοδο οι έμποροι και οι βιοτέχνες οργανώθηκαν σε συντεχνίες που εξελίχθηκαν σε κρατικούς και ημικρατικούς οργανισμούς. Το Επαρχικό βιβλίο αναφέρει διάφορες συντεχνίες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν κι οι ελεύθεροι επαγγελματίες (161)
Βασική απαίτηση του κράτους από τα σωματεία ήταν η αξιολόγηση παροχής υπηρεσιών σε συνάρτηση με τις αγοραστικές ανάγκες ή τις απαιτήσεις της αυλής. Σε αντάλλαγμα το κράτος παραχωρούσε ορισμένα προνόμια οικονομικής φύσης (π.χ. Ναύκληροι).
Επίσης, η συντεχνία είχε νομικές δεσμεύσεις αναφορικά με την ποιότητα και τον τρόπο εξάσκησης του επαγγέλματος. Προβλέπονταν αυστηρές κυρώσεις (πρόστιμα, διαγραφή) για όσους παρέβαιναν τη δεοντολογία ή δε σεβόντουσαν τις διατάξεις.
Η κρατική προσοχή επικεντρωνόταν στο εμπόριο υφασμάτων που θωρακιζόταν με περιοριστικά μέτρα, όπως και άλλα επαγγέλματα. Π.χ. στους κρεοπώλες απαγορευόταν να αγοράζουν τα ζώα από τον κτηνοτρόφο εκτός πόλης, ή να πωλούν κρέας τη Σαρακοστή.
Το κράτος καθόριζε τις τιμές, ειδικά σε προϊόντα πρώτης ανάγκης, ασκούσε έλεγχο στη διακίνησή τους και διατηρούσε το μονοπώλιο σε κάποια προσοδοφόρα προϊόντα, όπως το αλάτι, το σιτάρι και το μετάξι. Επέβαλλε επίσης περιορισμούς στην ελεύθερη διακίνηση προϊόντων όπως το κρασί και το λάδι.
Την (162) πρώιμη περίοδο, οι έμποροι πλήρωναν υψηλό φόρο εξάσκησης επαγγέλματος (χρυσάργυρο ή πραγματικό χρυσίο). Ο Αναστάσιος το κατήργησε το 498, ανακουφίζοντάς τους, ενώ αναπτύχθηκε η εμπορική δραστηριότητα. Πάντως, οι εμπορικές συναλλαγές συνοδεύονταν πάντοτε από φορολογικές επιβαρύνσεις, όπως οι τελωνειακοί φόροι και δασμοί. Η είσπραξή τους γινόταν από τους κομμερκάριους σε συνοριακούς σταθμούς.

Ο Χαρακτήρας των Βυζ. Εμπορικών Επιχειρήσεων
- Περιορισμένη παρουσία μεγάλων εμπορικών βυζ. επιχειρήσεων. Τέτοιες επιχειρήσεις ήταν λίγες, συνήθως εγκατεστημένες σε άλλες πόλεις και λειτουργούσαν με μισθωτούς πράκτορες. Δε γνωρίζουμε πολλά γι’ αυτές.
Η πλειονότητα των επιχειρήσεων ήταν μικρές, ιδιωτικές, που προωθούσαν οι ίδιες τα εμπορεύματά τους, κυρίως σε εμποροπανηγύρεις. Επίσης, πολλά μοναστήρια παρήγαν προϊόντα, όχι μόνο για την κάλυψη των αναγκών τους, αλλά και για εμπόριο.
- Ο γεωγραφικός περιορισμός της εμπορικής δραστηριότητας και ο κατακερματισμός των ανταλλαγών σε τοπικές αγορές. (163) Εκτός από σπουδαία αστικά κέντρα, η ακτίνα δράσης των διάφορων επιχειρήσεων ήταν περιορισμένη στις τοπικές αγορές.
Εμποροπανηγύρεις :  περιοδικές αγορές, δίπλα στις μόνιμες των πόλεων. Είχαν χαρακτήρα τοπικών αγορών. Εξαίρεση αποτελούσαν κάποιες ετήσιες αγορές (Κιλικία) όπου σύχναζαν και ξένοι έμποροι.

Σταθμοί Εξέλιξης
Πρώιμη Βυζ. περίοδος : υπήρχαν αρκετές πόλεις με έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα. Το σημαντικότερο γεγονός όμως, ήταν η εισαγωγή της μεταξοτροφίας και η ανάπτυξη της βιοτεχνίας μεταξωτών. Το βυζ. κράτος αποδεσμεύτηκε σταδιακά από τον περσικό έλεγχο και ανέπτυξε δική του δραστηριότητα.
7ος αι. : η αστική και δημογραφική κρίση επηρέασε αρνητικά το εμπόριο. Τα σημαντικότερα κέντρα της Ανατολής όπως η Αλεξάνδρεια, είχαν χαθεί. Οι χερσαίοι δρόμοι βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Αράβων. Αν και στις ειρηνικές περιόδους το εμπόριο αναθερμαίνονταν, οι υψηλοί δασμοί των Αράβων δημιουργούσαν αβεβαιότητα. Οι Άραβες επίσης, έκαναν αδιάβατους τους θαλάσσιους δρόμους κι έτσι το εμπόριο με τη Δύση μειώθηκε στο ελάχιστο. Το ίδιο συνέβαινε και στον Αίμο.
9ος αι. : η αστική ζωή ανακάμπτει και επηρεάζει το εμπόριο. Αναβίωσαν οι τοπικές αγορές και δημιουργήθηκαν νέες προϋποθέσεις.
11ος και 12ος αι. : πολλαπλασιάζονται τα βυζ. αστικά κέντρα, οι Βενετοί και άλλοι δυτικοί έμποροι επικρατούν και ανθεί το εμπόριο στη Μεσόγειο.
Δ’ Σταυροφορία : παγιώνεται η κυριαρχία των Ιταλών στην ανατολική Μεσόγειο. Τα ελληνικά κράτη που διαμορφώθηκαν μετά ακολούθησαν πολιτική αυτάρκειας. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας ενίσχυσε την τοπική αγορά χωρίς να ενισχύσει το εξωτερικό εμπόριο.
Παλαιολόγεια περίοδος : καθοριστική ήταν παρουσία των Ιταλών στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ οι Βενετοί είχαν τον έλεγχο αρκετών βυζ. περιοχών (Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη). Έτσι, το βυζ. εμπόριο έγινε μέρος του δυτικού συστήματος κι εξυπηρετούσε τις δυτικές αγορές.
14ος – 15ος αι. : σημαντικός αριθμός βυζ. εμπόρων βρίσκεται σε διάφορες πόλεις (165) και έφεραν ονόματα που έδειχναν την καταγωγή τους (Λάσκαρις, Βατάτζης κ.α.). οι δραστηριότητές τους όμως, είχαν τοπικό ή διεπαρχιακό χαρακτήρα, χωρίς πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Η κατάσταση αυτή, δεν άλλαξε ποτέ.

Το Βυζ. Νόμισμα (το δολάριο του Μεσαίωνα)
Μοναδικό όπλο της αυτοκρατορίας ήταν το χρυσό της νόμισμα. Ο σόλιδος, όπως ονομάζεται, είχε πάντοτε τεράστια φήμη και δύναμη (166). Ανήκε στα κωλυόμενα αγαθά, η διακίνησή του στο εξωτερικό γινόταν κάτω από αυστηρό έλεγχο και μέσα σε αυστηρούς νόμους και διατάξεις, που απέρρεαν από :
-                      την επίτευξη κερδοφόρων διακρατικών εμπορικών συναλλαγών προς όφελος του κράτους
-                      την αποδυνάμωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας ή της ανεξέλεγκτης χρηματικής δραστηριότητας.
Ο έλεγχος της παραγωγής και διακίνησης του νομίσματος, ήταν από τους βασικότερους στόχους του κράτους και το πετύχαινε με μια σειρά μηχανισμών ελέγχου.

Το Παράπτωμα της Παραχάραξης
Υπήρχαν σαφείς και αυστηρές ποινές. Το ψαλίδισμα της περιφέρειας του χρυσού (167) νομίσματος επέφερε ποινή θανάτου. Η κιβδηλοποιία είχε ανάλογες ποινές με την εσχάτη προδοσία. Άλλες ποινές ήταν η πυρά και το κόψιμο των χεριών. Η τελευταία δεν εφαρμόζεται μόνο στον κιβδηλοποιό, αλλά στους συνεργάτες, και τον κτηματία ή τον ένοικο του σπιτιού που έγινε η παραχάραξη (Λέοντας ΣΤ)
Οι ποινές παραχάραξης χάλκινου νομίσματος ήταν ηπιότερες. Δήμευση της περιουσίας, εξορία ή καταναγκαστική εργασία ήταν μερικές. Στους δούλους επιβαλλόταν ο θάνατος. Οι ποινές γινόταν αυστηρότερες, όταν οι εμπλεκόμενοι ήταν κρατικοί λειτουργοί.

Η Παραγωγή του βυζ. Νομίσματος
Δεν γνωρίζουμε πολλά. Πρέπει να συνεχίστηκε η μέθοδος του Διοκλητιανού, με κρατικά νομισματοκοπεία διασκορπισμένα. Αρχικά ανήκουν στη δικαιοδοσία του Κόμητος των Ιερών Παροχών και διαχωρίζονται σε αυτά που εκδίδουν χρυσά και αυτά που παράγουν χάλκινα νομίσματα. Χάλκινα κοβόντουσαν σε όλα, χρυσά όμως, μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Σε εποχές πολέμου, ιδρύονταν έκτακτα νομισματοκοπεία για να καλυφθούν οι στρατιωτικές ανάγκες.
Κάθε νομισματοκοπείο χάραζε (168) τα αρχικά της πόλης του και το δηλωτικό γράμμα του εργαστηρίου που ήταν υπεύθυνο για την κοπή. Στο οπισθότυπο δηλωνόταν το νομισματοκοπείο σε συντομογραφία.
Τον 7ο αι. τα νομισματοκοπεία μειώθηκαν. Η Κωνσταντινούπολη είχε το μοναδικό του ανατολικού τμήματος. Η μαζική κατάργηση των επαρχιακών, δείχνει την παρακμή της αστικής ζωής και τις νέες τάσης οργάνωσης της αυτοκρατορίας που ήθελε την άμεση εξάρτηση της περιφέρειας από αυτήν.
Το 1204 το κράτος κατακερματίζεται και σε κάθε πρωτεύουσα ιδρύεται προσωρινά και από ένα.



Συνοπτική Ιστορία των Βυζ. Νομισμάτων
Χρυσό νόμισμα : η βάση του νομισματικού συστήματος. Αρχικά ονομαζόταν σόλιδος (με υποδιαιρέσεις το σεμίσσιον και το τρεμίσσιον) , μετά ιστάμενον και κατόπιν υπέρπυρον.
Τεταρτηρόν : νόμισμα του Νικηφόρου Φωκά, ίδιο με το σόλιδο, αλλά ελαφρύτερο. Κόπηκε ως προσαρμογή του βυζ. νομίσματος στο αραβικό νόμισμα, για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών καθώς και για να αντιμετωπισθεί η αυξανόμενη εμπορική δραστηριότητα, ενώ το απόθεμα χρυσού είχε ελαττωθεί.
Μετά το Βασίλειο Β’, το νόμισμα υποτιμάται και γίνεται πρόσμιξη με άλλα μέταλλα. Η υποτίμηση είχε δύο φάσεις : ήταν ελεγχόμενη και συνδυάστηκε με την ανάπτυξη
Ήταν καταστροφική και συνδυάστηκε με την ήττα στο
Μαντζικέρτ
Η παραγωγή χρυσών νομισμάτων μειώνεται από το 1261 έως το 1453.
Οι αργυρές κοπές είχαν αναμνηστικό χαρακτήρα μέχρι τις αρχές του 7ου αι.
Εξάγραμμον : βαρύ, ασημένιο νόμισμα. Μεγάλες ποσότητες (170) κόπηκαν το 621 όταν η Εκκλησία παραχώρησε εκκλησιαστικά σκεύη στον Ηράκλειο για να αντιμετωπίσει τον πόλεμο με τους Πέρσες. Καθώς τα βρήκαμε σχεδόν αποκλειστικά στον Καύκασο, υποθέτουμε πως χρησίμευσαν για την πληρωμή μισθοφόρων.
Μιλιαρέσιον : το έκοψε ο Λέων Γ’ ΄΄Ισαυρος τον 8ο αι. είναι ανεικονικό και συνδέεται με τις αντιλήψεις του Λέοντα. Ίσως πάλι, ήταν αντίποινα στο αραβικό νόμισμα που αναφερόταν στο Μωάμεθ
Ασημένιο νόμισμα : υποβαθμισμένο. Κάλυπτε έκτακτες πολεμικές ανάγκες και επετειακές εκδηλώσεις. Κυκλοφορούσε, αλλά περιορισμένα. Την Παλαιολόγεια περίοδο έχουμε μια στροφή προς το ασημένιο νόμισμα, πρόκειται όμως για κύκνειο άσμα.
Οι Δυτικοί στρέφονται προς το χρυσό νόμισμα (171), φέρνοντας αναστάτωση στην αγορά του χρυσού. Το Βυζ. αντιμετώπισε την έλλειψη του μετάλλου.
Χάλκινο νόμισμα : ο 6ος αι. ήταν ο πιο σημαντικός στην εξέλιξή του. Δημιουργήθηκε ο φόλλις, μεγάλο και βαρύ νόμισμα. Γνώρισε πολλές αλλαγές και χρησιμοποιήθηκε ως (172) έκφραση της βαθιάς θρησκευτικότητας του Τζιμισκή. Ίσως όμως, κάλυπτε απλώς την ανάγκη για ένα ευέλικτο νόμισμα που θα κυκλοφορούσε εύκολα και ίσως γινόταν κοινής αποδοχής.

Η Κυκλοφορία του Βυζ. Νομίσματος έξω από τα όρια της Αυτοκρατορίας
Η διακίνησή του ήταν μεγάλη, καθώς έχουν βρεθεί βυζ. νομίσματα από τη Βόρεια Θάλασσα μέχρι τον Ινδικό ωκεανό. Πάντως, η διακίνηση αυτή γνώρισε πολλές φάσεις.
Η επικοινωνία με τους Άραβες ήταν προβληματική, λόγω των θρησκευτικών και πολιτικών διαφορών. (173). Πάντως, πηγές αναφέρουν μεγάλες πληρωμές είτε για διπλωματικές συμφωνίες, είτε για πολεμικές αποζημιώσεις ή λύτρα αιχμαλώτων. (θησαυρός του Mardin)
Στις ευρωπαϊκές περιοχές, η διακίνηση είναι ανάλογη της εποχής και των συναλλαγών. Σόλιδοι του Ιουστινιανού ή του Ηρακλείου έχουν βρεθεί στη Ρωσία και στην Κεντρική Ευρώπη. Νομίσματα βρέθηκαν επίσης στη Σκανδιναβία.
Η Δύση προσπάθησε να μιμηθεί το βυζ. σόλιδο και ανέπτυξε δική της νομισματοκοπεία.

Το Βυζ. Νόμισμα μέσα στην Αυτοκρατορία.
Το μεγαλύτερο μέρος της φορολογίας καταβαλλόταν σε χρήμα που κατέληγε στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο.
Η κύρια πηγή εσόδων του κράτους – όπως έχουμε ξαναπεί – ήταν οι άμεσοι και οι έμμεσοι φόροι. Δεν έχουμε όμως πολλές πηγές.
Τα έξοδα (175) του κράτους ήταν οι πληρωμές στρατιωτικών, δημοσίων υπαλλήλων, πολεμικών αποζημιώσεων, δωρεές, κατασκευές, ελεημοσύνες κ.α. Υπήρχαν φυσικά πολλές ανισότητες στις μισθοδοσίες. Οι τιμές των προϊόντων φυσικά άλλαξαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας.
Το χάλκινο νόμισμα είναι αυτό που αντανακλά την καθημερινότητα και δίνει πληροφορίες.

Σύνοψη Ενότητας (176)
Η θρησκευτικότητα σφράγισε τις προσωπικές επιδιώξεις και την πολιτική αγωγή του Βυζαντινού, που εντάχθηκε συνειδητά κάτω από τον Αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν υπήκοος του Θεού και όχι μέλος κάποιου γένους. Έτσι, η βυζ. κοινωνία (177) ήταν αρκετά κινητική και ρευστή. Η απόκτηση πλούτου και αξιωμάτων δεν κολλούσε σε κληρονομική – ταξική ιεραρχία.
Σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα από το 10ο έως τον 11ο αι. ήταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τους δυνατούς, καθώς και η εμφάνιση της αστικής τάξης. Από τους Κομνηνούς ξεκινά μια κλειστή κοινωνική ομάδα που ολοκληρώθηκε την Παλαιολόγεια περίοδο.
Η βυζ. κοινωνία ήταν πολυμορφική και πολύγλωσση. Η ζωή ήταν επικεντρωμένη στην πόλη, που γνώρισε όμως αρκετές εξελίξεις.
Ο πλούτος βασιζόταν στους αγρότες που ήταν οι κύριοι φοροδότες. Η μικρή, η μεσαία και η μεγάλη γαιοκτησία συνυπάρχουν πάντοτε. Αρχικά η μικρομεσαία περιουσία ήταν η κύρια μορφή κατοχής γης, κατόπιν όμως η μεγάλη περιουσία αυξάνεται και υπερισχύουν οι δυνατοί. Αυτό ολοκληρώνεται την ύστερη περίοδο.
Η βιοτεχνία και το εμπόριο ήταν σημαντικά πεδία δράσης, χωρίς όμως να διαχωρίζονται σαφώς ως δραστηριότητες. Οι έμποροι και οι βιοτέχνες οργανώθηκαν από την αρχή σε συντεχνίες (178). Χαρακτηριστική ήταν η απουσία μεγάλων επιχειρήσεων, ο γεωγραφικός περιορισμός και ο κατακερματισμός των ανταλλαγών σε τοπικές αγορές.
Όπλο της βυζ. οικονομίας και της πολιτικής σκοπιμότητας ήταν το νόμισμα που οι σύγχρονοι το ονομάζουν δολάριο του Μεσαίωνα. Η παραγωγή και διακίνησή του υπόκειντο σε αυστηρό έλεγχο.
Βασικό έξοδο ήταν οι μισθοδοσίες και η συντήρηση μόνιμου στρατού και διπλωματικών αποστολών, δεν έχουμε όμως πολλές σχετικές πληροφορίες. Η φορολογία όμως, εφοδίαζε συνεχώς το αυτοκρατορικό ταμείο.

Σύνοψη Κεφαλαίου
Η Β. Αυτοκρατορία ξεκίνησε με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και τελείωσε με την άλωσή της το 1453. Υπέστη αρκετές μεταβολές. Ήταν προϊόν διασταύρωσης της Ρώμης και του Ελληνισμού με συνεκτικό κρίκο το χριστιανισμό. Διαμόρφωσε ένα σταθερό πολιτειακό σύστημα με κεφαλή τον αυτοκράτορα, που ήταν ο απόλυτος ρυθμιστής των πάντων και ο εκλεκτός του Θεού.
Το πολίτευμά της ήταν η απόλυτη μοναρχία.
Αν και η εθνική και γλωσσική σύσταση της αυτοκρατορίας ήταν περίπλοκη, η θρησκευτικότητα αποτελούσε το κοινό χαρακτηριστικό. Πάντως ο Βυζαντινός έμεινε συνειδητά διάδοχος των Ρωμαίων.


Δεν υπάρχουν σχόλια: