Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

ΕΛΠ 20 - Η έννοια του ελεύθερου πολίτη

Τόμος Α, Κεφ. 1

Γέννηση και Εξέλιξη της Αρχαίας Ελληνικής Πόλης (25)

Εννοιολογικός Προσδιορισμός (26)

Ο θεσμός της αρχαίας ελληνικής πόλης αποτελεί σημείο επιστημονικής μελέτης και αντιπαράθεσης, καθώς πρόκειται για τον πρωταρχικό πυρήνα οργανωμένης κοινωνικής και πολιτικής ανθρώπινης συμβίωσης.

Η ιστορία του θεσμού είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία των ελληνικών φύλων που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Δημιουργήθηκε από τους Έλληνες και πρόκειται για τον πληρέστερο τύπο ανεξάρτητης και αυτόνομης κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης.

Εκατοντάδες, διάσπαρτες τέτοιες πόλεις αναφέρονται από αρχαίους συγγραφείς και τον Όμηρο που ονομάζει ‘πόλιν’ ή ‘πτολίεθρον’ την ακρόπολη/φρούριο του άστεως και ‘άστυ’ την κατοικημένη περιοχή.

Τον 8ο αι. η πόλη διαμορφώθηκε ως ορθολογικά οργανωμένη κοινωνικοπολιτική οντότητα κι όχι απλά μια αναγκαία κοινότητα συμβίωσης. Η εξέλιξη κορυφώθηκε τον 5ο αι. και συνέχισε να εξελίσσεται και τον 4ο. Διάφορες διεργασίες και γεγονότα προκάλεσαν ανακατατάξεις που διαμόρφωσαν ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό.

Τον 6ο αι. η πόλη ήταν ήδη ένας πολιτικός οργανισμός. (27) Στην Αθήνα υπήρχε πολιτειακή δομή και πρωτοποριακή νομοθεσία, με λειτουργικά πολιτειακά όργανα και κωδικοποιημένες μορφές διακυβέρνησης. Το ίδιο συνέβαινε στη Σπάρτη και σε άλλες πόλεις.


Τρεις ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν στο θεσμό της πόλης :

- η ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων

- ο εκπατρισμός

- η άνθηση του θαλάσσιου εμπορίου

Οικονομικός Παράγοντας

Έπαιξε τον καθοριστικότερο ρόλο. Τον 7ο αι. το εμπόριο και η βιοτεχνία ανθούν σημαντικά. Εμφανίζονται νέα προϊόντα και μέθοδοι, ενώ καθιερώνεται το νόμισμα ως μέσο συναλλαγής.

Νόμισμα : Το νόμισμα ανοίγει νέους ορίζοντες τόσο ως εργαλείο εμπορικής ανάπτυξης όσο και ως ενίσχυση του θεσμού της κινητής περιουσίας. Πολλοί γεωργοί και τεχνίτες οδηγήθηκαν σε αναζήτηση καλύτερης τύχης στα αστικά κέντρα, ενώ το κράτος το χρησιμοποίησε για την είσπραξη φόρων, που μαζί με τις δωρεές και τις χορηγίες ήταν οι κύριες πηγές εσόδων του.

Εκπατρισμός : ήταν αποτέλεσμα της στενότητας καλλιεργήσιμης γης, της ανακάλυψης νέων εύφορων περιοχών και της ανάπτυξης της βιοτεχνίας. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη γη το κατείχαν οι ευγενείς, μη αφήνοντας περιθώριο στους μικρούς να αναπτυχθούν. Οι τελευταίοι αναγκάζονταν να πληρώνουν τα χρέη τους είτε με το να γίνονται δούλοι, ή να μετοικούν. Στις περισσότερο εύπορες περιοχές σημειώνονταν εσωτερικές αναταραχές, που δημιουργούσαν μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς τα αστικά κέντρα (Θουκυδίδης).

Ναυσιπλοΐα και Εμπόριο : ώθησαν στην αστυφιλία, αύξησαν την γεωργική παραγωγή με προϊόντα ανταλλαγής. (28) Το εμπόριο και η βιοτεχνία αποτελούν πια πηγή πλουτισμού.

Ο Πλάτων αναφέρει :

Η πόλη γεννήθηκε γιατί κανένας άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, αλλά χρειάζεται τον άλλον. Πολλές ανάγκες οδήγησαν πολλούς ανθρώπους να ζουν μαζί για να αλληλοβοηθούνται. Το συνοικισμό αυτόν, ονομάσαμε πόλις.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει :

Η πόλις δε δημιουργήθηκε μόνο για να μην αδικεί ο ένας τον άλλον, ούτε μόνο για την αμοιβαία εξυπηρέτηση. Τα δυο παραπάνω αποτελούν συστατικά στοιχεία της, αλλά η πόλη είναι κοινωνία που προέκυψε από τη συνένωση των οίκων και των γενών. Δημιουργήθηκε για να εξασφαλίσει στα μέλη της ευτυχία. Σκοπός της είναι ο πλήρης και αυτάρκης βίος, η ευτυχισμένη και αξιοπρεπής ζωή.

Και για τους δυο, η πόλη είναι η φυσική εξέλιξη της ανθρώπινης συμβίωσης, που καλύπτει τις αδυναμίες της οικογένειας (οίκος) της ευρύτερης συγγενικής συμβίωσης (γένος, κώμη) και τις αυξημένες ανθρώπινες ανάγκες.

(29)Για τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος βρίσκει την ολοκλήρωση μέσα στην πόλη καθώς αυτή ικανοποιεί καλύτερα τις ανάγκες του και εξασφαλίζει ευτυχία και αξιοπρέπεια. Αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής εμπειρίας και της πολλαπλής λειτουργικής οντότητας, που επηρεάζει όλους τους τομείς της ζωής.

Συμπέρασμα : η πόλη αποτελεί κοινωνικοπολιτική και οικιστική ενότητα, που εξέφραζε την οργανωμένη ζωή. Σκοπός της ήταν η επίτευξη της αυτάρκειας και της ευδαιμονίας των κατοίκων. Τα χαρακτηριστικά της ήταν η ενότητα, η αυτάρκεια και η αυτονομία.

Τα Χαρακτηριστικά της Πόλης

Πλάτωνας : η αλληλογνωριμία των πολιτών ως ύψιστο αγαθό. Οι άρχοντες πρέπει να επιτρέπουν την ανάπτυξη μιας πόλης μέχρι το σημείο που διατηρείται η ενότητά της, όχι παραπέρα.

Αριστοτέλης : είναι δύσκολο έως και αδύνατο να κυβερνηθεί μια πολυπληθής πόλη. Το καλό προκύπτει από την αρμονία του πλήθους προς το μέγεθος.

Και για τους δυο, απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη της πόλης είναι η ενότητα των πολιτών που προκύπτει από τους μεταξύ τους δεσμούς. Η συνοχή και η συνεκτικότητα του πληθυσμού εξασφαλίζουν την ευδαιμονία, ενώ η διάσπαση και η διχόνοια προκαλούν δεινά.

Ενότητα = άμεση επικοινωνία και γνωριμία των πολιτών, δράση σύμφωνα με κοινά ήθη θεσμούς και νόμους. Αποτελεί επίσης κριτήριο για το μέγεθος της ιδανικής πόλης, καθώς η πολύ μικρή δεν είναι αυτάρκης και η πολύ μεγάλη δεν είναι πολιτικά λειτουργική. Άρα η ενότητα, η συνοχή και (30) η αμεσότητα στην επικοινωνία προάγουν την αλληλοκατανόηση, την αλληλεγγύη, τη δημιουργία φιλικών δεσμών και επιδρούν στην ανθρώπινη συμπεριφορά φέρνοντας ισορροπία.

Ο Πλάτωνας θεωρεί τον άνθρωπο όχι μόνο οργανικό μέρος της πόλης, αλλά συνδέει την ψυχολογία του με την κοινωνική της δομή. Αν η πόλη είναι υπόδουλη, ούτε ο πολίτης είναι ελεύθερος. Η ταύτιση αυτή είναι δεδομένη για τον Πλάτωνα που υποστηρίζει πως ότι συμβαίνει – καλό ή κακό – σε έναν πολίτη αφορά και την πόλη.

Αυτάρκεια : ο ακρογωνιαίος λίθος της πόλης και το απαραίτητο ιδεώδες της οργάνωσής της. Σημαίνει την τέλεια εναρμόνιση του μεγέθους, του πληθυσμού και των πόρων.

Πλάτων : αυτάρκης είναι η πόλη που εξασφαλίζει τα προς το ζην στους πολίτες

Αριστοτέλης : δίνει ευρύτερο περιεχόμενο στον όρο, ως τον τελικό σκοπό και το τέλειο αγαθό. Είναι ευδαιμονικού χαρακτήρα καθώς οδηγεί στο ‘ευ ζην’ καλύπτοντας τις βιοτικές ανάγκες, αλλά και (31) αφήνοντας τον πολίτη να διαμορφώνει ελεύθερα τη ζωή του. Άρα, μόνο με την αυτάρκεια μπορεί η πόλη να αποκτήσει οργανική πληρότητα, με τη συνύπαρξη δηλαδή της σιγουριάς, της ασφάλειας, της αρμονίας και της ευνομίας.

Αυτονομία : όρος που περικλείει την αυτοκυριαρχία, την αυτοδιάθεση, την κρατική ανεξαρτησία και την ελευθερία. Περιλαμβάνει όλες τις κοινωνικές, πολιτικές, ηθικές και οικονομικές αρχές της πόλης. Κάθε πόλη είχε τη δική της ταυτότητα και χαρακτήρα. Η αυτονομία, καθώς συνδεόταν με την ατομική ελευθερία ήταν ένα βαθιά ριζωμένο και έντονο συναίσθημα. Συναντάται σε όλες τις ελληνικές πόλεις και εκφράζεται έντονα τόσο με τον τοπικιστικό πατριωτισμό, όσο και με την εθνική συνείδηση. Η αυτονομία είχε τεράστια σημασία για τις πόλεις που δε δίσταζαν να ενωθούν μεταξύ τους προκειμένου να τη διαφυλάξουν από εξωτερικούς εχθρούς.

Γεωγραφική Θέση και Μέγεθος

Οι περισσότερες πόλεις χτίζονταν στις παρυφές ενός λόφου και όταν ήταν δυνατόν, σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα. (32). Στην κορυφή του λόφου βρισκόταν η ακρόπολη, το φρούριο όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι σε περίπτωση επιδρομής. Κάποιες πόλεις διέθεταν και τείχη (Αθήνα, Κόρινθος, Άργος). Η Σπάρτη ήταν ανοχύρωτη.

Η χωροθέτηση αυτή, εξασφάλιζε ασφάλεια και διευκόλυνε την άμυνα σε περίπτωση επίθεσης. Η έκτασή τους ήταν σχετικά περιορισμένη, ιδίως στα νησιά.

Αντικείμενο συζήτησης αποτελούσε ο πληθυσμός.

Για τον Ιππόδαμο, η ιδανική πόλη έπρεπε να έχει 10.000 κατοίκους.

Ο Πλάτωνας υποστήριζε πως έπρεπε να υπάρχει ο πληθυσμός που θα επέτρεπε στην πόλη να αμύνεται, ταυτόχρονα όμως, οι πολίτες θα πρέπει να γνωρίζονταν μεταξύ τους για να μπορούν να εκλέγουν τους καλύτερους άρχοντες. (5.040 κάτοικοι).

Ο Αριστοτέλης θεωρεί πως οι κάτοικοι πρέπει να είναι τόσοι ώστε να είναι αυτάρκης η πόλη. Κάνει διάκριση μεταξύ μεγάλης και πολυάνθρωπης πόλης, υποστηρίζοντας το μέτρο.

Πάντως ο πληθυσμός των περισσότερων πόλεων ήταν γύρω στις 10.000.

Η Κοινωνική Δομή

(32) Κύριο χαρακτηριστικό της ιστορικής εξέλιξης των πόλεων ήταν η αντιπαράθεση πλούσιων και φτωχών. Τα βασικά αιτήματα των φτωχών ήταν ο αναδασμός και η παραγραφή των χρεών. Και τα δύο συνδέονταν με την κατοχή γης.

Μέχρι την εμφάνιση του νομίσματος, η γη ήταν το μοναδικό κριτήριο πλούτου. Οι πλούσιοι κρατούσαν τη γη και την εξουσία. Διαφοροποίηση υπάρχει σε ελάχιστες πόλεις (όπως στην Αθήνα, μετά το Σόλωνα και τον Κλεισθένη) καθώς το εμπόριο στάθηκε απέναντι στην αγροτική καλλιέργεια.

Συνήθως υπήρχαν τρεις πληθυσμιακές ομάδες :

- οι πολίτες

- οι μέτοικοι

- οι δούλοι

Στη Σπάρτη υπήρχαν πολίτες, οι περίοικοι και οι είλωτες. Δούλοι εμφανίζονται τον 3ο αι.

Στην Κρήτη και τη Θεσσαλία, οι κλαρώτες και οι πενέστες αντίστοιχα αποτελούσαν την τρίτη πληθυσμιακή ομάδα.

Οι Πολίτες

Βασικά χαρακτηριστικά τους :

- η κατοχή γης

- η κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων

- η καταγωγή από πολίτες γονείς

Καθόριζαν την τύχη της πόλης, αποφάσιζαν για ειρήνη ή για πόλεμο, χρηματοδοτούσαν την άμυνα της πόλης, τις θρησκευτικές τελετές και τους αγώνες. Απέφευγαν τη χειρωνακτική εργασία καθώς θεωρούσαν πως ήταν δουλειά για δούλους. Οι υπόλοιπες τάξεις, συμπλήρωναν απλώς την εικόνα καθώς υπηρετούσαν τα συμφέροντα των πολιτών.

Οι πολίτες αποτελούσαν τη μειοψηφία σε όλες τις πόλεις. Στην Αθήνα υπολογίζονται κατά 40.000 (100.000 μαζί με τις οικογένειές τους). Το ίδιο συνέβαινε στη Σπάρτη και τη Βοιωτία. (σ. Οι αριθμοί είναι κατά προσέγγιση)

Οι Μέτοικοι (34)

Μέτοικοι ονομάζονταν οι ξένοι που διέμεναν στην πόλη. Αρκετοί κατάγονταν από άλλες ελληνικές πόλεις, ενώ στην Αθήνα υπήρχαν και από άλλες περιοχές, όπως η Θράκη και η Μικρά Ασία.

Οι μέτοικοι είχαν κοινά δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους πολίτες. Ήταν γραμμένοι στα μητρώα του δήμου, σε ξεχωριστό όμως κατάλογο. Μπορούσαν να ασκήσουν κάποια δημόσια λειτουργήματα (κήρυκας, ιατρός κλπ). Είχαν δικαίωμα σε κινητή περιουσία και δούλους, όχι όμως σε γη, εκτός κι αν τους είχε απονεμηθεί το δικαίωμα της ‘έγκτησις’.

Οι μέτοικοι δεν είχαν εκλογικό δικαίωμα, και δε μπορούσαν να καταλάβουν δημόσια αξιώματα. Οι εξαιρέσεις υπήρξαν ελάχιστες, συνήθως ως ανταμοιβή για προσφορά εξεχουσών υπηρεσιών στην πόλη.

Όφειλαν να ‘προστατεύονται’ από έναν πολίτη που τους εκπροσωπούσε στις αρχές. Οι οικονομικές τους υποχρεώσεις ήταν σε πολλά σημεία κοινές με αυτές των πολιτών. Η κύρια ήταν η καταβολή του ‘μετοικίου’, ενός κατά κεφαλήν φόρου που πλήρωναν άνδρες και γυναίκες. Συμμετείχαν σε λειτουργίες, εκτός της τριηραρχίας. Υπηρετούσαν στο πεζικό ως οπλίτες, στο στόλο ως ερέτες, αλλά όχι στο ιππικό. Η συμμετοχή τους σε θρησκευτικές τελετές ήταν μάλλον περιορισμένη, αποκλείονταν από τους χορούς (εκτός των Ληναίων), μπορούσαν όμως να μυηθούν στα Ελευσίνια μυστήρια. (35)Δύο λόγοι αυτού του περιορισμού, είναι η σύνδεση των θρησκευτικών τελετών με την ιδιότητα του πολίτη και το γεγονός πως οι μέτοικοι φαίνεται πως λάτρευαν τους δικούς τους θεούς.

Η συνεισφορά τους στη ζωή των πόλεων υπήρξε σημαντική, ιδιαίτερα στο εμπόριο. Οι περισσότεροι – τουλάχιστον στην Αθήνα – ήταν έμποροι, βιοτέχνες και τραπεζίτες. Τα κέρδη τους ήταν τέτοια που τους επέτρεπαν την ενεργή συμμετοχή στα οικονομικά της πόλης καθώς και να προσφέρουν ευεργεσίες. Ο αριθμός τους είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, διότι οι σχετικές πηγές είναι αποσπασματικές. Πιθανά να υπήρχαν στην Αθήνα γύρω στις 35 χιλιάδες – μαζί με τις οικογένειές τους, ενώ στη Βοιωτία έφταναν τις 5 με 10 χιλιάδες (αριθμοί κατά προσέγγιση).

Οι Δούλοι

Πρόκειται για την πολυπληθέστερη ομάδα των πόλεων. Ο θεσμός εξαπλώθηκε τον 5ο αι. (36) λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου και της βιομηχανίας, του ανοδικού βιοτικού επιπέδου, της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, της περιφρόνησης προς τη χειρωνακτική εργασία και το μικρό κόστος ενός δούλου.

Ο δούλος ήταν αντικείμενο ιδιοκτησίας ‘έμψυχο κτήμα’, απαραίτητος για την ολοκλήρωση του σπιτιού. Τυπικά ο ιδιοκτήτης του δε μπορούσε να ασκήσει βία επάνω του, στην πραγματικότητα όμως, είχε απόλυτα δικαιώματα και μπορούσε να τον εκμισθώσει σε τρίτο. Οι δούλοι δεν είχαν νομική υπόσταση, δικαίωμα ιδιοκτησίας και η οικογένειές τους δεν είχαν αναγνώριση.

Κατηγορίες δούλων :

- Οικιακοί : βοηθούν στο σπίτι, στα χωράφια ή στο εργαστήριο. Τους συντηρούσε ο κύριός τους.

- Οι χωρίς οικούντες : εκείνοι που κατοικούσαν ξεχωριστά από τον κύριό τους. Απολάμβαναν σχετική οικονομική ανεξαρτησία καθώς είχαν δική τους εργασία, πλήρωναν ένα πάγιο (αποφορά) στον κύριό τους και κρατούσαν τα υπόλοιπα.

- Δημόσιοι : ήταν αστυνομικοί, κλητήρες, γραμματείς, οδοκαθαριστές και συχνά αμείβονταν.

- Ανδράποδα μισθοφορούντα : η πιο υποβαθμισμένη κατηγορία, εκμισθώνονταν ως κωπηλάτες στο στόλο ή ως εργάτες στα μεταλλεία. Ο κύριός τους εισέπραττε την αμοιβή τους, ενώ ο εργοδότης τους, τους συντηρούσε.

Κάποιες φορές ο δούλος μπορούσε να εξαγοράσει την ελευθερία του με τις οικονομίες του. Άλλοτε απελευθερώνονταν κατόπιν αξιέπαινης συμπεριφοράς προς τον κύριό τους ή προς την πόλη.

Η προσφορά τους στην παραγωγή είναι δεδομένη, ο αριθμός τους όμως είναι υποθετικός καθώς δεν υπάρχουν σαφείς πηγές. (37) Στην Αττική εκτιμάται πως υπήρχαν γύρω στους 100.000 κατά τον 5ο αι. και μάλλον κάτι ανάλογο συνέβαινε και σε άλλες μεγάλες πόλεις, ενώ λιγότεροι πρέπει να ήταν στις αγροτικές περιοχές.

Οι δούλοι προέρχονταν από τη Θράκη και χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που είχαν εμπορικές σχέσεις με τις ελληνικές πόλεις.

Η Κοινωνική Δομή της Σπάρτης

Στη Σπάρτη ίσχυε ιδιότυπο καθεστώς που διατηρήθηκε λόγω της αυτάρκειας της πόλης και της δυσπιστίας των Σπαρτιατών σε κάθε τι ξένο προς το πολίτευμά τους.

Υπήρχαν τρεις κοινωνικές τάξεις :

- οι πολίτες

- οι περίοικοι

- οι είλωτες

Πολίτες : οι ελεύθεροι Σπαρτιάτες που καθόριζαν την τύχη της πόλης. Θεωρούνταν ίσοι μεταξύ τους, απείχαν από κάθε οικονομική δραστηριότητα και η ζωή τους βασιζόταν στη λιτότητα, την κοινοκτημοσύνη, την ομοιομορφία και τον αντί – ατομικισμό. Ήταν αποκλειστικά αξιωματικοί και στρατιώτες καθώς η κοινωνία τους ήταν οργανωμένη στρατιωτικά.

Απέλλα : συνέλευση των πολιτών όπου συμμετείχαν οι Σπαρτιάτες μετά το 30ό έτος της ηλικίας τους

Γερουσία : συνέλευση των πολιτών όπου συμμετείχαν οι Σπαρτιάτες μετά το 60ό έτος

Η πολιτική ζωή ήταν υποβαθμισμένη και η ελευθερία της έκφρασης περιορισμένη, όπως και η συμμετοχή στα κοινά. Κύρια στοιχεία της σπαρτιατικής αγωγής ήταν η υπακοή και η πειθαρχία.

Περίοικοι : οι κάτοικοι των περιοχών γύρω από τις 4 κώμες της Σπάρτης. Τα εδάφη θεωρούνται σπαρτιατικά και οι περίοικοι Λακεδαιμόνιοι. Αν και τα κατέλαβαν, οι Σπαρτιάτες δε μοιράστηκαν τα εδάφη αυτά αλλά άφησαν τους κατοίκους να τα καλλιεργούν. Οι περίοικοι δε συμμετείχαν στην πολιτική ζωή (38) υπηρετούσαν όμως στο στρατό και μπορούσαν να γίνουν αξιωματικοί, καθώς οι Σπαρτιάτες λιγόστευαν λόγω πολέμων. Ζούσαν από τη γη, εργάζονταν ως έμποροι ή και τεχνίτες κι απολάμβαναν μια κάποια οικονομική και διοικητική αυτονομία. Οι Σπαρτιάτες τους χρησιμοποίησαν ως πρόχωμα σε εχθρικές επιδρομές, ενώ χωρίς την εδαφική και στρατιωτική ενοποίησή τους η Σπάρτη δε θα μπορούσε να γίνει ο ηγέτης που έγινε.

Είλωτες : παλαιοί κάτοικοι της περιοχής που είχαν υποδουλωθεί. Οι Σπαρτιάτες κατέσχεσαν και μοίρασαν τη γη τους, υποχρεώνοντάς τους να την καλλιεργούν για λογαριασμό τους. Οι είλωτες δεν είχαν πολιτικά και αστικά δικαιώματα είχαν όμως τη δική τους οικογένεια και αποτελούσαν περιουσία της πόλης, όχι των πολιτών. Αυτές ήταν και οι δύο διαφορές τους από τους δούλους των άλλων πόλεων. Η πόλη είχε απόλυτη δικαιοδοσία επάνω τους. Δεν υπηρετούσαν στο στρατό παρά μόνο ως συνοδοί (7 είλωτες για κάθε οπλίτη). Στο τέλος του 5ου αι. είχαν κανονική συμμετοχή. Οι σχέσεις μεταξύ Σπαρτιατών – Ειλώτων ήταν μόνιμα εχθρική και υπάρχουν στοιχεία για μαζικές εξοντώσεις ειλώτων. Οι νέοι εκπαιδεύονταν με την εξόντωσή τους (κρυπτεία) ενώ οι έφοροι κήρυτταν τον πόλεμο στους είλωτες με την έναρξη της θητείας τους.

Ο αριθμός των ειλώτων όπως και των περιοίκων είναι επίσης ασαφής.

Η Πόλη ως Πολιτικός Οργανισμός (39)

Η πόλη υπήρξε η πρωτόλεια μορφή ‘κράτους’ κι ένα από τα σημαντικότερα κληροδοτήματα πολιτικής επιστήμης και πρακτικής. Τα ιδανικά των σύγχρονων κρατών (δημοκρατία, ελευθερία) είναι απότοκα του θεσμού αυτού, από όπου προέρχεται η σύγχρονη δημοκρατία. Σε αυτό συμφωνούν διάφοροι μελετητές.

Πάνω από όλα όμως, ήταν μια πολιτική κοινωνία, ένας πολιτικός οργανισμός. Το πολιτικό στοιχείο υπερίσχυε, καθώς η πολιτική ενασχόληση ήταν καθημερινή δραστηριότητα όλων των πολιτών.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι «ζώο πολιτικό» που ολοκληρώνεται μέσα από την πόλη, η οποία έχει προτεραιότητα έναντι του πολίτη. Αν και προηγείται του ατόμου, το άτομο είναι ο μοναδικός φορέας πολιτικών δικαιωμάτων. Το μέγεθος και η ποιότητα της συμμετοχής είναι διαφορετικά στην ολιγαρχία και την τυραννία από ότι στη δημοκρατία. Όμως, παρ’ όλες τις διαφορές, οι πολίτες υπηρετούν παντού τον ίδιο οργανισμό, την πόλη. Η συμμετοχή τους (40) ωφελεί και την πόλη και τους ίδιους. Τα συμφέροντά τους συμπίπτουν καθώς η ελεύθερη ύπαρξη του πολίτη συνδέεται άμεσα με την ελεύθερη ύπαρξη της πόλης.

Πόλη = λειτουργικό σύστημα αξιών με αναπτυγμένο το αίσθημα της συλλογικής συνείδησης. Σχέση μεταξύ πόλης και πολιτών, κυβερνώντων και κυβερνωμένων (όχι υποτελών). Η σχέση αυτή ανεξάρτητα με τις διαφορές των πολιτευμάτων ήταν ολοκληρωτική, περιορίζοντας την προσωπική ζωή των πολιτών στην Αγορά, στη Συνέλευση, στις τελετές και στους αγώνες.

Πόλη και κοινωνία ήταν ταυτόσημες έννοιες, καθώς δεν υπήρχαν όρια στις διάφορες μορφές δραστηριοτήτων (πολιτικές, πνευματικές, καλλιτεχνικές και θρησκευτικές). Το ίδιο συνέβαινε με τον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα όπου οι στρατιωτικοί ηγέτες κατείχαν και πολιτικά αξιώματα. Στην Αθήνα η πολιτοφυλακή γινόταν στρατός μόνο σε περίπτωση πολέμου. Στη Σπάρτη μια ομάδα πολιτών ήταν ταυτόχρονα και στρατιώτες που βασίζονταν στην εργασία των ειλώτων.

Πολιτική οργάνωση : τρία βασικά χαρακτηριστικά

- πολυμελής συνέλευση πολιτών

- πολυμελές ή ολιγομελές βουλευτικό σώμα

- μια ομάδα αξιωματούχων που αναλάμβαναν εκ περιτροπής

Η μορφή αυτή διέφερε από πόλη σε πόλη. Στην Αθήνα του 4ου και 5ου αι. ήταν προοδευτική, ενώ στη Σπάρτη συντηρητικότερη.

Βέβαια, η αρχαία πόλη δεν ήταν κράτος με τη σύγχρονη έννοια του όρου, όπου ο διοικητικός μηχανισμός είναι αποκομμένος από τους πολίτες. Η Αθήνα είχε έναν τέτοιο μηχανισμό, που δεν αναλάμβανε όμως πολιτική λειτουργία καθώς αποτελούνταν από δούλους που τους επέβλεπαν άρχοντες.

Εκκλησία του Δήμου : εκεί λαμβάνονταν όλες οι σημαντικές αποφάσεις, όχι όμως (41) από ‘ειδικούς στα πολιτικά’ καθώς θεωρούνταν πως η πολιτική ειδημοσύνη ανήκει στην πολιτική κοινότητα στο σύνολό της. Φτάνουμε λοιπόν πάλι στο προηγούμενο συμπέρασμα, ότι η πόλη ήταν πολιτική κοινότητα, με γνώρισμα την ταύτιση αρχόντων και αρχομένων. Η ανάληψη αξιωμάτων γινόταν εκ περιτροπής με στόχο την ανάπτυξη της πολιτικής δράσης.

Προσδιορισμός της Έννοιας του Ελεύθερου Πολίτη (43)

Η ιδιότητα του πολίτη δε σήμαινε μόνον πως κάποιος αποτελούσε μέρος του κοινωνικού συνόλου, αλλά και ότι συμμετείχε ενεργά σε όλα τα επίπεδα ζωής της πόλης.

Αριστοτέλης : πολίτης δεν είναι απλά ο κάτοικος, ούτε αυτός που υπακούει σε συγκεκριμένους νόμους, αλλά αυτός που συμμετέχει στις βουλευτικές και δικαστικές αρχές της πόλης, κατέχει και ασκεί το δικαίωμα του άρχειν και άρχεσθαι.

Η Καταγωγή

Ελεύθερος πολίτης : ο καταγόμενος από γονείς ελεύθερους πολίτες. Ο κανόνας αυτός ήταν απαράβατος με μόνη εξαίρεση στην Αθήνα, κάποιες εποχές που λόγω πολέμων υπήρχε μείωση του ανδρικού πληθυσμού ή ως ανταμοιβή για προσφορά σημαντικών υπηρεσιών στην πόλη.

Στη Σπάρτη αλλά και σε άλλες πόλεις όπως η Αίγινα, τα Μέγαρα και η Θήβα, η ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη διαφυλάχθηκε με πάθος.

(44) Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως σε κάποιες πόλεις αρκούσε η καταγωγή από πολίτη πατέρα ενώ σε άλλες, η καταγωγή από μητέρα. Η αναφορά όμως αυτή είναι αόριστη.

Συμπέρασμα : η ιδιότητα του πολίτη ήταν ένα συγκεκριμένο, κυριαρχικό προνόμιο που οδηγούσε σε άλλα προνόμια και τιμητικά αξιώματα. Γι’ αυτό περιφρουρήθηκε από όλες τις πόλεις, καθιστώντας το σώμα των ελεύθερων πολιτών κλειστό και αυτοδιαιωνιζόμενο.

Οικονομική Κατάσταση

Δύο ήταν τα βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά του πολίτη :

- η απόκτηση & κατοχή γης και ακινήτων, αποκλειστικό προνόμιο σε όλες τις πόλεις, τόσο που η κατοχή γης και η ιδιότητα του πολίτη ήταν ταυτόσημες. (45) Στη Σπάρτη μπορεί οι κλήροι να ήταν μοιρασμένοι σε όλους τους πολίτες, όμως η γη ανήκε στην πόλη. Οι Σπαρτιάτες δεν ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, που ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα των ειλώτων.

- η απαλλαγή από άμεσους, σταθερούς φόρους

Νομικά χαρακτηριστικά

Οι πολίτες απολάμβαναν :

- δυνατότητα οποιασδήποτε δικαιοπραξίας

- δικαίωμα παράστασης στα δικαστήρια (εμφάνιση ως κατήγοροι)

- δικαίωμα σύνταξης διαθήκης και κάθε μορφή κληρονομικού δικαιώματος (εξαιρούνταν οι γυναίκες και οι διανοητικά καθυστερημένοι)

Τα νομικά δικαιώματα ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τα πολιτικά. Αν κάποιος έχανε την ιδιότητα του πολίτη έχανε και τα νομικά δικαιώματα. (π.χ. οφειλέτης του Δημοσίου, μέχρι να ξεχρεώσει)

Πολιτικά δικαιώματα

Πολιτική δραστηριότητα : συμμετοχή στα πολιτικά, θεσμικά όργανα, η έκφραση δηλαδή των επιθυμιών, των αντιλήψεων και των πεποιθήσεων μέσω της συμμετοχής στους θεσμούς.

Αθήνα : η συμμετοχή εκφραζόταν στην Εκκλησία του Δήμου, στη Βουλή, την Ηλιαία και στο ολιγομελές σώμα των αρχόντων. (46) Εδώ η πολιτική δραστηριότητα έχει προοδευτική, ολοκληρωμένη μορφή και ουσιαστικό περιεχόμενο. Ήταν προσωπική άμεση, καθολική και δημιουργική. Αυτό το σχήμα οδήγησε στην πιο εξελιγμένη μορφή της αρχαιότητας. Η συμμετοχή αυτή ήταν δημιουργός και παραγωγός της άμεσης δημοκρατίας.

Σπάρτη και άλλες ολιγαρχικές πόλεις : η συμμετοχή εκφραζόταν στη Συνέλευση του Δήμου, στη Γερουσία ή στο Συμβούλιο και στο σώμα των αρχόντων. Η δραστηριότητα εδώ παρουσιάζει δημοκρατικό έλλειμμα καθώς ο δήμος δεν αποτελεί στοιχείο της πολιτικής τάξης αφού η λειτουργία της Συνέλευσης δεν είχε ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι πολίτες απλώς επικύρωναν τις αποφάσεις που είχαν παρθεί από τη Γερουσία ή το Συμβούλιο των Αρχόντων, αποδεικνύοντας έτσι πως η άσκηση της εξουσίας ήταν υπόθεση των ολίγων.

Η εκδίκαση των δικών γινόταν από ολιγομελή όργανα προνομιούχων πολιτών. Γνωρίζοντας όλα αυτά, ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως μόνο στη δημοκρατία ο πολίτης είναι πραγματικός πολίτης. Στα άλλα πολιτεύματα πρέπει να διασκευαστεί ο ορισμός.

Στρατιωτική Δραστηριότητα (47)

Σε πολλές ελληνικές πόλεις η ιδιότητα του πολίτη και η οπλιτική ικανότητα (κατοχή πλήρους οπλισμού) ήταν απόλυτα συνδεδεμένες. Η πόλη βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με το στρατό όπως πλήρης ήταν η ταύτιση πολίτη και στρατιώτη. Για πολλούς αρχαίους συγγραφείς, πολίτες έπρεπε να είναι μόνον όσοι μπορούσαν να υπερασπιστούν την πόλη.

Σπάρτη : Στρατιώτες παρά πολίτες, περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στα στρατόπεδα. Κάθε άλλη δραστηριότητα απαγορευόταν. Συμμετείχαν τυπικά στην Απέλλα, επικυρώνοντας απλώς τις αποφάσεις άλλων.

Αθήνα : ο οπλίτης με τον πολίτη ταυτιζόταν μέχρι την εποχή του Κλεισθένη. Κατόπιν υπήρξε επέκταση της ιδιότητα του πολίτη και σε αυτούς που δεν είχαν οπλιτική ικανότητα. Πέρα από αυτό, η Αθήνα πέρασε ένα μεγάλο ειρηνικό χρονικό διάστημα. Από τον Πελοποννησιακό πόλεμο και μετά, η σχέση χαλαρώνει καθώς χρησιμοποιούνται πολλοί μισθοφόροι.

Θρησκευτική Δραστηριότητα

Η πολιτική ήταν παντού, άμεσα συνδεδεμένη με τη θρησκεία. Κάθε πόλη είχε θεό – προστάτη και στις σημαντικές πολιτικές πράξεις περιλαμβάνονταν θυσίες και τελετές προς τιμήν του.

Αθήνα : οι πολίτες συμμετείχαν στις θρησκευτικές όπως και στις πολιτικές δραστηριότητες. Η είσοδος ενός νέου πολίτη στη ζωή της πόλης συνοδευόταν από τελετουργίες (Δίας, Αθηνά). Έδινε επίσης όρκο, που αποτελούσε τόσο πολιτική όσο και θρησκευτική πράξη.

Είσοδος στο πολιτικό σώμα (48) : Επικυρωνόταν με δύο εγγραφές, μια στους καταλόγους της φρατρίας και μια στους καταλόγους του δήμου τους. Οι εγγραφές στη φρατρία γινόταν στη γιορτή των Απατουρίων προς τιμήν του Φράτριου Δία και της Φρατρίου Αθηνάς. Την τρίτη μέρα της εορτής, οι γονείς δήλωναν τα παιδιά τους. Η αποδοχή της φρατρίας ήταν η ‘ληξιαρχική πράξη’ γεννήσεως ενώ ο πατέρας ορκιζόταν πως το παιδί του γεννήθηκε από νόμιμο γάμο με Αθηναία.

Η εγγραφή στο Δήμο αφορούσε μόνο τα αγόρια, γινόταν στα 18 τους χρόνια κι αποτελούσε την ένταξή τους στο πολιτικό σώμα. Οι δημότες ορκίζονταν για τη νόμιμη ηλικία τους, πως ήταν ελεύθεροι πολίτες και κατάγονταν από νόμιμη γέννηση. Κατόπιν η λίστα ελεγχόταν από τη Βουλή (σε περιπτώσεις προβλήματος γινόταν δίκη). Ύστερα οι νέοι συγκεντρώνονταν κατά φυλές κι εκπαιδεύονταν στρατιωτικά για δύο χρόνια. Μετά έμπαιναν οριστικά στο σώμα των ενεργών πολιτών.

Η Ιδιότητα του Πολίτη στην Αθήνα και στη Σπάρτη (49)

Ανάλογα με το πολίτευμα (δημοκρατικό ή ολιγαρχικό) υπήρχαν ποιοτικές διαφορές στην ιδιότητα του πολίτη.

Στα ολιγαρχικά πολιτεύματα υπήρχαν δύο τάξεις πολιτών, όπου πλήρη δικαιώματα και εξουσία είχε η τάξη της οποίας η περιουσία ξεπερνούσε κάποιο όριο.

Χαλκίδα, Μέγαρα, Κόρινθος, Λέσβος : ο πλούτος (έγγεια ιδιοκτησία και εισόδημα) ήταν το κριτήριο για την απόκτηση πολιτικής ιδιότητας.

Θεσσαλία : Οι μεγαλοκτηματίες μονοπωλούσαν την εξουσία ενώ η Συνέλευση επικύρωνε τις αποφάσεις τους.

Άρα : στα ολιγαρχικά καθεστώτα η ιδιότητα του πολίτη έπρεπε να συνοδεύεται και από πλούτο, προκειμένου αυτός να συμμετέχει στις αποφάσεις της πόλης.

Σπάρτη : Το πολίτευμά της χαρακτηρίζεται μοναδικό και η ιδιότητα του πολίτη είχε ιδιαίτερο χαρακτήρα. Ο πολίτης ήταν ταυτόχρονα και στρατιώτης υπό τις διαταγές κληρονομικών βασιλέων που εξουσίαζαν μαζί με τη Γερουσία και τους εφόρους.

Στην Απέλλα απλώς επικυρώνονταν οι αποφάσεις τους.

Αυτό είναι απότοκο της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Οι πολίτες εκπαιδεύονταν από παιδιά στην υπακοή, οπότε δεν ήταν εφικτό να αντιταχθούν στους ανωτέρους τους.

(50) Επίσης και η κατοχή γης δεν είχε την ίδια σημασία που είχε σε άλλες πόλεις καθώς, παρ’ όλο που ήταν κατανεμημένη στους πολίτες, ανήκε στην πόλη και όχι σε αυτούς.

Τέλος, οι Σπαρτιάτες, ως στρατιώτες, ήταν στην ουσία ανεπάγγελτοι. Τους ήταν απαγορευμένη κάθε επαγγελματική και εμπορική δραστηριότητα. Οι σύγχρονοι ερευνητές αποκαλούν το πολίτευμά της ‘πολίτευμα των συνταξιούχων’.

Αθήνα : όταν μιλάμε για πολίτη, μιλάμε για τη δημοκρατική Αθήνα. Εκεί ο όρος ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Επρόκειτο για κατάκτηση των απλών πολιτών που ακολούθησε την εξέλιξη του πολιτεύματος.

Μέχρι τον 6ο αι. η Αθήνα δε διέφερε από άλλες πόλεις στη σχέση πλούσιων και φτωχών. Η αλλαγή ξεκίνησε με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, που κατήργησε τα χρέη των φτωχών αγροτών και απαγόρευσε τη σύναψη δανείων με σωματική εγγύηση (σεισάχθεια). Διαίρεσε τους πολίτες σε τέσσερις τάξεις, με βάση το αγροτικό εισόδημα. Έδωσε την ευκαιρία στη μεσαία και την κατώτερη τάξη να προσεγγίσουν τις μεσαίες (?) ιππέων και ζευγιτών ενώ εξασφάλισε τη συμμετοχή των θητών στην Εκκλησία του Δήμου και την Ηλιαία. Φοβούμενος όμως τις αντιδράσεις, δεν τους έδωσε πρόσβαση στα ανώτερα αξιώματα. Λόγω του ότι η Εκκλησία του Δήμου ήταν όργανο επιβολής αποφάσεων, η δυνατότητα συμμετοχής σε αυτήν ήταν ιδιαίτερα προωθημένο μέτρο.

Άρα : τα μέτρα του Σόλωνα ήταν το πρώτο καθοριστικό βήμα προς την απελευθέρωση των κατώτερων τάξεων από τους πολιτικοοικονομικούς συσχετισμούς και τη διεύρυνση της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη.

Οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα δεν ήταν αρκετές κι όταν ο Κλεισθένης ανέλαβε αρχηγός των Δημοκρατικών, προχώρησε σε αλλαγές που περιόρισαν την εξουσία των αριστοκρατών και παραχώρησε περισσότερα δικαιώματα στις κατώτερες τάξεις. Προχώρησε σε θεσμική και κοινωνική αναδιοργάνωση, ανασυνθέτοντας το πολιτικό σώμα και δημιουργώντας νέες μονάδες κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης. Κατένειμε τους πολίτες σε 10 φυλές, διαίρεσε την Αττική σε 30 ομάδες δήμων (τριττύες) που αντιστοιχούσαν ανά δέκα στην πόλη, τα παράλια και τα Μεσόγεια και διαίρεσε τη χώρα σε πάνω από 100 δήμους.

Αναβάθμισε τους δήμους, που πιστοποιούσαν την ιδιότητα του πολίτη με την εγγραφή στους καταλόγους τους, και όριζαν αντιπροσώπους στη Βουλή των 500 και την Ηλιαία αντί των φυλών. Έτσι, η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε πλέον να αποκτηθεί ευκολότερα ακόμα κι από άτομα που δεν πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις, καθώς ήταν ευκολότερο να αποκτήσει κανείς την εύνοια ενός δημάρχου από αυτήν των μελών κάποιας φυλής.

Άρα : η βαρύτητα μετατοπίζεται από τις φυλές στους δήμους.

Άλλες αλλαγές (52) :

Εφιάλτης : αποδυνάμωσε σχεδόν τελείως τον Άρειο Πάγο, μεταφέροντας τις αρμοδιότητές του στα άλλα πολιτειακά όργανα, όπου συμμετείχαν όλοι οι πολίτες.

Περικλής : Έθεσε σε ισχύ σειρά μέτρων, όπως η επιλογή των αρχόντων με κλήρωση, η παραχώρηση πλήρων πολιτικών δικαιωμάτων σε όλες τις τάξεις, η αμοιβή των μελών της Ηλιαίας και της Εκκλησίας του Δήμου, εφαρμόζοντας τις αρχές της ισονομίας και της ισηγορίας. Έτσι, αναδιαμόρφωσε τον τρόπο διευθέτησης των πολιτικών αποφάσεων και αντιθέσεων και τον μετέφερε στα λαϊκά θεσμικά όργανα. Με αυτόν τον τρόπο, έδωσε μοναδικό χαρακτήρα και περιεχόμενο στην ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη.

Κοινωνικοπολιτικοί Θεσμοί

Οι φρατρίες, οι φυλές και οι δήμοι είχαν τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή της πόλης, που μπορούμε να πούμε πως αποτέλεσαν τη βάση οργάνωσης και λειτουργίας της. Γι’ αυτό ακολουθεί ανάλυση :

Οι Φρατρίες (53)

Γνωστές από την αρχαιότητα, ως συναθροίσεις συγγενικών γενεών. Το γένος ήταν η συμπαγής φυσική ομάδα και πρώτη αυτόνομη μονάδα της αρχαϊκής πόλης. Τα μέλη τους ονομάζονταν γενήτες και συνδέονταν με συγγενικούς δεσμούς. Με την ένωση γενών προέκυψαν οι φρατρίες που επάνω τους βασίστηκε η οργάνωση της πόλης. Οι φυλές είναι οι ενώσεις φρατριών. (Γένος  Φρατρία  Φυλή)

Οι φρατρίες ήταν σημαντικός ενοποιητικός παράγοντας. Ιδιαίτερα στην κλασική Αθήνα είχαν ουσιαστικό ρόλο στη ζωή του ελεύθερου πολίτη (γέννηση, γάμος, κηδεία). Υποθέτουμε – χωρίς να έχουμε ιδιαίτερες πληροφορίες – πως το ίδιο συνέβαινε και σε άλλες ιωνικές πόλεις (Τήνο, Δήλο κ.α.)

Οι περισσότερες λειτουργίες της ήταν θρησκευτικού περιεχομένου, κάποιες όμως ήταν και πολιτικές, με κυριότερη αυτήν της εγγραφής των νεογέννητων στη φρατρία (σαν ληξιαρχική πράξη γέννησης).

Η νόμιμη γέννηση ήταν συνδεδεμένη με το κληρονομικό δικαίωμα και την υιοθεσία. Σε αυτές τις πράξεις η φρατρία αναπλήρωνε την πόλη σε διοικητικά καθήκοντα. Επίσης, διέθετε δικό της ιερό, δικές της θεότητες, αρχηγό (φατρίαρχος) και ακίνητη περιουσία. Όλες οι φρατρίες γιόρταζαν μαζί τα Απατούρια, προς τιμήν του Φρατρίου Δία και της Φρατρίας Αθηνάς.

Φυλή (54)

Η φυλή ήταν συνένωση φρατριών και η μεγαλύτερη αυτοδιοικούμενη μονάδα με δικά της όργανα και εδαφική περιοχή, με αρκετά δημοκρατική οργάνωση. Ανώτατο όργανο ήταν η συνέλευση των ανδρών που μπορούσαν να φέρουν όπλα. Αρχηγός κάθε φυλής ήταν ο φυλοβασιλέας, με διοικητικές, στρατιωτικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες, ενώ λειτουργούσε και ως διαιτητής στις διαφορές μεταξύ των γενών. Επίσης, υπήρχε το συμβούλιο της φυλής με συμμετοχή των αρχηγών των γενών και των φρατριών. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από το φυλοβασιλέα και το συμβούλιο και εγκρίνονταν ή όχι από τη συνέλευση των πολεμιστών.

Γνωρίζουμε πως υπήρχαν δύο ομάδες φυλών, οι ιωνικές (Αργαδείς, Αιγικορείς, Γελέοντες και Όπλητες) και οι δωρικές (Υλλείς, Παμφύλους και Δυμάνες). Σε κάποιες πόλεις διαφοροποιούνταν τα ονόματα και ο αριθμός των φυλών.

(55) Οι πληροφορίες που διαθέτουμε αφορούν την οργάνωση και το ρόλο κυρίως των ιωνικών φυλών της Αθήνας. Αν και ο Κλεισθένης προσπάθησε να τις περιορίσει, οι φυλές είχαν τόσο σημαντικό ρόλο που μπορούμε να πούμε ότι ήταν η βάση του αθηναϊκού πολιτεύματος. Κάθε φυλή εξέλεγε έναν άρχοντα, έστελνε 50 βουλευτές στη Βουλή των 500, ασκούσε την πρυτανεία μια φορά το χρόνο και συμμετείχε αναλογικά στη σύνθεση της Ηλιαίας.

Ο σημαντικός για την έκφραση της λαϊκής συμμετοχής, θεσμός της αντιπροσώπευσης είχε ως βάση τη φυλή, που εμπλεκόταν και στις οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών (χορηγίες). Επίσης, είχε σημαντικό στρατιωτικό ρόλο, καθώς αποτελούσε τη βάση για το σχηματισμό και τη διάρθρωση του στρατεύματος. (τον 5ο π.Χ. αι. οι δέκα στρατηγοί εκλέγονταν ένας από κάθε φυλή).

Πάντως, μετά τις αλλαγές του Κλεισθένη, χάθηκε μεγάλο μέρος του παραδοσιακού χαρακτήρα της φυλής.

Οι Δήμοι

Οι δήμοι αποτελούσαν γεωγραφικές υποδιαιρέσεις του εδάφους της πόλης και σε αυτούς ήταν εγγεγραμμένοι οι πολίτες ανάλογα με τον τόπο διαμονής τους. Δεν είχαν πολιτικό ρόλο και δεν ασκούσαν εξουσία.

Ο Κλεισθένης το άλλαξε αυτό, αναδιαμορφώνοντάς τους σε αυτοδιοικούμενες κοινότητες και πυρήνες της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης της πόλης. Αυτό έγινε με τη μεταφορά πολιτικών δραστηριοτήτων από τις φυλές στους δήμους, κατανέμοντας έτσι (56) το πολιτικό σώμα με βάση εδαφικά κριτήρια. Πλέον οι Αθηναίοι δίπλα στο όνομά τους χρησιμοποιούσαν και το όνομα του δήμου τους, που περνούσε από γενιά σε γενιά. Το όνομα του γένους, έδωσε τη θέση του σε τοπωνύμιο. Έτσι διαλύθηκαν τα παραδοσιακά πλαίσια προσωπικών επιρροών, κατέστη δύσκολη η επαναφορά της τυραννίας και δόθηκε σε όλους τους πολίτες κίνητρο συμμετοχής στη διακυβέρνηση της πόλης.

Από εκεί και πέρα, ο ρόλος των δήμων ήταν διπλός :

- ήταν τοπικές, αυτοδιοικούμενες μονάδες με δημοκρατική οργάνωση και δομή

- εφήρμοζαν τις κατευθύνσεις της κεντρικής εξουσίας και ήταν πυρήνες παραγωγής της κεντρικής πολιτικής

Επίσης :

- είχαν δικά τους διοικητικά όργανα (Συνέλευση των Δημοτών, Δήμαρχος, Δημοτικό Ταμείο, Δημοτική Αστυνομία και Δημοτικό Ιερατείο)

- Επέβαλλαν και εισέπρατταν φόρους

- Διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις

- Τηρούσαν τη λίστα στρατεύσεως πολιτών

Τήρηση του καταλόγου των δημοτών – πολιτών :

Ήταν η κυριότερη αρμοδιότητα των δήμων. Σε αυτήν τη λίστα ήταν καταχωρημένοι όλοι οι ενήλικοι πολίτες. Η εγγραφή στον κατάλογο έδινε δικαίωμα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη, με αυτόν τον τρόπο οι δήμοι παρενέβαιναν άμεσα στη λειτουργία της πόλης. Το ίδιο συνέβαινε και από το γεγονός πως οι δήμοι όριζαν κατ’ αναλογία με τις φυλές τους βουλευτές της Βουλής των 500 και τους δικαστές της Ηλιαίας.

Συμπέρασμα : η προσφορά των δήμων στη δημοκρατία ήταν καταλυτική. Η οργάνωση και η λειτουργία τους ώθησε όλους τους πολίτες – ανεξαρτήτως τάξης – να ασχοληθούν με τα κοινά. Λειτούργησαν ως ‘σχολεία’ που προετοίμαζαν τους πολίτες για περαιτέρω σωστή πολιτική συμπεριφορά. (57) Χωρίς τους δήμους δε θα είχε χειραφετηθεί η πλειοψηφία και δε θα είχε πραγματοποιηθεί η άμεση, συμμετοχική δημοκρατία.

Τα Κριτήρια Απόκτησης της Ιδιότητας του Πολίτη

Η Καταγωγή (59)

Η γέννηση από γονείς Αθηναίους πολίτες ή αστούς ήταν το πρωταρχικό κριτήριο. Νόμιμη γέννηση ήταν αυτή που προερχόταν από το γάμο ενός Αθηναίου πολίτη αστού με την κόρη ενός άλλου Αθηναίου πολίτη αστού. Κάθε άλλη γέννηση θεωρούνταν μη νόμιμη και τα παιδιά, νόθα, που δεν αποκτούσαν ποτέ την ιδιότητα του πολίτη και δεν είχαν κληρονομικό δικαίωμα.

Διάκριση αστού και πολίτη :

Αστός : Οι αστοί δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή, ήταν όμως ελεύθεροι πολίτες. Τα πολιτικά δικαιώματα τους είχαν αφαιρεθεί για κάποιο σοβαρό αδίκημα (προδοσία, λιποταξία). Αστοί θεωρούνταν και τα ανήλικα παιδιά, μέχρι την εγγραφή τους στους καταλόγους του δήμου. Οι γιοί των αστών με την εγγραφή τους γινόντουσαν πολίτες, οι κόρες όμως όχι.

Πολίτης : συμμετείχε στις αρχές, ασκούσε πολιτικά δικαιώματα

Το κριτήριο της καταγωγής ίσχυσε στην Αθήνα από τον 5ο αι. και μετά. Μέχρι τότε ήταν αρκετή η καταγωγή από ένα γονιό πολίτη, τον πατέρα, ενώ η μητέρα μπορούσε να είναι ξένη (μητρόξενοι).

Τον 5ο αι. η στάση της Αθήνας άλλαξε και η Εκκλησία του Δήμου (451) ενέκρινε ψήφισμα του Περικλή που έλεγε πως για να θεωρηθεί κάποιος πολίτης, έπρεπε να κατάγεται και από τους δύο γονείς πολίτες ή αστούς. Έτσι, η ιδιότητα του πολίτη έγινε ιδιαίτερο προνόμιο που η απόκτησή του ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Οι λόγοι γι’ αυτήν την αλλαγή είναι απλές εικασίες, καθώς δεν έχουμε συγκεκριμένες εξηγήσεις. Είναι πιθανόν να σχετίζονται με το γόητρο και τα σημαντικά δικαιώματα που εξασφάλιζε η ιδιότητα του πολίτη σε αυτόν που την είχε, όπως οι αμοιβές όσων συμμετείχαν στην (60) Εκκλησία του Δήμου, στην Ηλιαία, καθώς και το δικαίωμα σε δωρεάν διανομές σιταριού. Επίσης, υπήρχε το δικαίωμα κατοχής γης, πάσης φύσεως νομικά δικαιώματα, κυρίως κληρονομικά. Υπήρξαν βέβαια κάποιες περιπτώσεις όπου η ιδιότητα του πολίτη απονεμήθηκε σε μέτοικους.

Από τις λίγες πληροφορίες που έχουμε, ξέρουμε πως παρόμοιο ήταν το καθεστώς και σε άλλες πόλεις, όπως στα Μέγαρα, τη Ρόδο και τον Ωρεό, πιθανόν και άλλες.

Επίσης, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συνέβαινε το ίδιο και σε ολιγαρχικές πόλεις αν και η άρχουσα τάξη ίσως να μην ήταν τόσο πρόθυμη να παραχωρήσει ένα τόσο σημαντικό προνόμιο σε ξένους.

Κυρίως η Σπάρτη, η πιο κλειστή κοινωνία της εποχής, δεν επέτρεψε ποτέ την είσοδο στο πολιτικό σώμα σε ξένους, ούτε καν στους περίοικους οι οποίοι της είχαν συμπαρασταθεί ιδιαίτερα.

Βέβαια, υπήρχαν και πόλεις στις οποίες αυτός ο κανόνας δεν είχε απαρέγκλιτη ισχύ. Σε κάποιες αρκούσε η καταγωγή από τον ένα γονέα.

Αριστοτέλης : πληροφορεί πως σε μερικές πόλεις αρκούσε η καταγωγή από ελεύθερη πολίτιδα μητέρα, ενώ σε κάποιες άλλες, την αποκτούσαν ακόμη και τα νόθα παιδιά όταν λιγόστευαν τα original. Όταν όμως ο πληθυσμός αυξανόταν πάλι, άρχιζαν οι διαγραφές, πρώτα αυτών που προέρχονταν από δούλο πατέρα ή μητέρα, και κατόπιν όσων προέρχονταν (61) από πολίτη πατέρα και ξένη μητέρα.

Συμπέρασμα : η καταγωγή ήταν το καθοριστικότερο κριτήριο για την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη, με διαφοροποιήσεις από πόλη σε πόλη. Η Αθήνα τήρησε με ευλάβεια αυτόν τον κανόνα (αν και αυτό είναι σχετικό), όπως και η Σπάρτη και οι άλλες ολιγαρχικές πόλεις.

Η Κατοχή Γης και Ακινήτων

Έγκτησις : σήμαινε την κατοχή γης και ακινήτων. Ήταν αποκλειστικό προνόμιο των ελεύθερων πολιτών. Σε όλες τις ελληνικές πόλεις, η γαιοκτησία ήταν ταυτόσημη με τον πολίτη. Μέτοικοι και ξένοι μπορούσαν να μισθώσουν και να εκμεταλλευτούν ακίνητα, όχι όμως και να τα αγοράσουν, άσχετα αν η οικονομική τους συμβολή ήταν ευπρόσδεκτη και επιδιωκόμενη. Ξέρουμε πως στην Αθήνα του 4ου αι. έγιναν διευκολύνσεις εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών για τους μέτοικους, ποτέ όμως δεν άρθηκε ο αποκλεισμός τους από την ιδιοκτησία. Η δυνατότητα των μετοίκων και των ξένων να αποκτήσουν γη, παραχωρούνταν μόνο με ειδικό διάταγμα.

(62) Η στάση αυτή απέναντι στη γαιοκτησία, δικαιολογείται καθώς η γη ήταν το πολυτιμότερο αγαθό. Αποτελούσε κοινή περιουσία του γένους, πιστοποιούσε την αριστοκρατική καταγωγή και ήταν μέσο επιβίωσης και κοινωνικής καταξίωσης.

Οι ολιγαρχικές πόλεις προστάτεψαν ιδιαίτερα το δικαίωμα αυτό. Πολλές απαγόρευαν την πώληση κλήρων, ενώ στη Σπάρτη η γη βρισκόταν υπό τον έλεγχο της πόλης. Η σχέση ιδιοκτησίας – ιδιότητας του πολίτη ήταν ιδιαίτερα στενή, καθώς μόνον οι γαιοκτήμονες συμμετείχαν στα κοινά, ενώ σε άλλες πόλεις, μόνον οι γαιοκτήμονες αποφάσιζαν την τύχη της πόλης τους.

Το ίδιο συνέβαινε και στην Αθήνα. Μέχρι την εποχή του Σόλωνα, απαγορευόταν η είσοδος στην αγορά σε πολίτες που είχαν σπαταλήσει τον κλήρο τους.

Ο Κλεισθένης το άλλαξε αυτό, καθώς με την εγγραφή στους δημοτικούς καταλόγους η έγγεια περιουσία πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Ο πολίτης δε χρειαζόταν να έχει ούτε ιδιοκτησία, ούτε περιουσία, καθώς η πλειονότητα ανήκε στην κατώτερη τάξη. Η κατάσταση αυτή παγιώθηκε με τις αλλαγές του Εφιάλτη και του Περικλή, έτσι ώστε η απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά να μην συνδέονται με την κατοχή περιουσίας και κοινωνικής θέσης, αλλά με την προσωπική αξία.

Συνέπεια αυτού, στο δεύτερο μισό του 5ου αι. ήταν μεγάλος ο αριθμός των πολιτών χωρίς περιουσία. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς στα ‘Σχόλιά’ του, αναφέρει το διάταγμα του Φορμίσιου το οποίο πρότεινε τον αποκλεισμό από την πολιτική ζωή όσων δεν είχαν γη. Την εποχή εκείνη διενεργήθηκε απογραφή που ανέδειξε 5.000 ακτήμονες πολίτες στην Αθήνα. Στις αρχές του 4ου αι. το ένα δέκατο των Αθηναίων (από 30.000) ήταν ακτήμονες και χωρίς περιουσία (63) αν και υποθέτουμε πως πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο ο αριθμός αυτός θα ήταν μεγαλύτερος.

Το διάταγμα του Φορμίσιου δεν ευδοκίμησε, στο τέλος του 4ου αι. όμως, επανίσχυσε η κατοχή γης και η περιουσία, ως προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη.

Σύνοψη : η σχέση έγγειας ιδιοκτησίας και ιδιότητας του πολίτη διατηρήθηκε και ήταν προνόμιο καθ’ όλη την ιστορία των ελληνικών πόλεων. Τα αίτια της διατήρησής της ήταν πολιτικά, κοινωνικά αλλά κυρίως, ψυχολογικά. Οι Έλληνες που θεωρούσαν εαυτούς ανώτερους, δεν έδιναν σε ξένους ένα προνόμιο που αποδείκνυε την αριστοκρατική ή ανώτερη καταγωγή τους. Φωτεινή εξαίρεση η Αθήνα του 5ου αι. αν και μετά το τέλος της δημοκρατίας της, η σχέση αυτή επανίσχυσε.

Η Απονομή της Ιδιότητας του Πολίτη

Θεωρούνταν η ύψιστη τιμητική διάκριση της πόλης προς τους ευεργέτες της και ήταν σπάνια.

Οι κατ’ απονομή πολίτες (ποιητοί πολίται), εξομοιώνονταν πλήρως με τους εκ καταγωγής. Απολάμβαναν όλα τα δικαιώματα καθώς και αυτά του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Μόνη εξαίρεση παρέμενε πως δε μπορούσαν να εκλεγούν ως άρχοντες και να αποτελέσουν μέλη του ιερατείου. Η απονομή είχε ατομικό ή ομαδικό χαρακτήρα (είτε σε συγκεκριμένο άτομο, είτε σε ομάδα ή ομάδες ατόμων).

Οι περιπτώσεις αυτές είναι λίγες και οι περισσότερες αφορούν την Αθήνα. (64) Μόνο δύο περιπτώσεις που να αφορούν τη Σπάρτη είναι γνωστές, ενώ το ίδιο σπάνιο ήταν και σε άλλες ολιγαρχικές πόλεις.

Η κατάσταση στην Αθήνα ήταν ευνοϊκότερη. Μέχρι τα μέσα του 5ου αι. γνωρίζουμε για τρεις περιπτώσεις απονομής. [ ακολουθούν παραδείγματα στις σελ. 64 – 65 του εγχειριδίου]

Στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι αναγνώρισαν στους Ευβοείς την επιγαμία. Έτσι αναγνωρίζονταν οι μικτοί γάμοι ως νόμιμοι και τα παιδιά αυτών των γάμων αποκτούσαν την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη.

Είναι πιθανόν κάποιοι εύποροι μέτοικοι να απόκτησαν την ιδιότητα εξαγοράζοντας την εγγραφή τους στους καταλόγους ή τη μαρτυρία πολιτών σχετικά με την ελεύθερη καταγωγή τους. Αυτό όμως επέφερε αυστηρά πρόστιμα (αφαίρεση της περιουσίας, υποβιβασμός σε δούλο). Για την αποφυγή τέτοιων περιστατικών, οι κατάλογοι εξετάζονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα από την Εκκλησία του Δήμου, αργότερα τέθηκε ξανά σε ισχύ ο Νόμος του Περικλή (καταγωγή από δύο γονείς πολίτες), ενώ για την κατοχύρωση μιας απονομής, απαιτούνταν ελάχιστοι ψήφοι 6.000 από την Εκκλησία του Δήμου.

Συμπέρασμα : κατά την κλασική περίοδο, η ιδιότητα του πολίτη απονεμόταν σε άτομα ή ομάδες πολύ σπάνια, και μόνον ως ανταμοιβή για εξαιρετική προσφορά προς την πόλη. (66) Επίσης, οι έλεγχοι που διενεργούνταν δείχνουν πως πρέπει να υπήρξαν και περιπτώσεις παράνομης απονομής.

Η Στέρηση των Πολιτικών Δικαιωμάτων

Η λεγόμενη και ατιμία, ήταν η ποινή προς τους πολίτες που φαίνονταν ανάξιοι της ιδιότητάς τους. Συναντάται αρχικά την εποχή του Σόλωνα ως ποινή του ιδιωτικού ποινικού δικαίου, στην κλασική όμως περίοδο αποτελεί ποινή και του δημόσιου.

Η ατιμία ήταν ολική και μερική. Η ολική μπορούσε να είναι απόλυτη ή σχετική.

Ολική, απόλυτη ατιμία : συναντάται από την αρχή του μέτρου και συνεπαγόταν πλήρη απώλεια της δικαιοπρακτικής ικανότητας, αφαίρεση των περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευση παραμονής στην πόλη. Μάλιστα στην αρχή, ένας πολίτης μπορούσε να σκοτώσει τον άτιμο εάν τον έβλεπε στα όρια της πόλης.

Η ποινή αφορούσε σοβαρά αδικήματα όπως :

- επιδίωξη εγκαθίδρυσης τυραννίας

- προσπάθεια κατάργησης ή παράτυπης αλλαγής στην υπάρχουσα νομοθεσία

- φόνος σε πρόσωπο που η πόλη είχε εγγυηθεί το απαραβίαστο

- εξαπάτηση πολίτη, δίνοντάς του ξένη γυναίκα παρουσιάζοντάς την ως αστή

Ολική, σχετική ατιμία : ήταν η συνηθέστερη μορφή. Εδώ ο ‘άτιμος’ έχανε ορισμένα πολιτικά δικαιώματα, όχι όμως την ιδιότητα του πολίτη. Συμμετείχε στην Εκκλησία του Δήμου, δεν ελάμβανε όμως το λόγο. Διατηρούσε το δικαίωμα ψήφου. Του απαγορευόταν (67) η συμμετοχή στην Ηλιαία, η ανάληψη αξιωμάτων, η παρουσία στην αγορά και τα ιερά, στις δημόσιες θυσίες και τις αθλητικές εκδηλώσεις.

Η ποινή αφορούσε αδικήματα όπως :

- μη εξόφληση χρεών προς την πόλη (εδώ η ποινή ήταν κληρονομική έως την εξόφληση)

- δωροδοκία δικαστών, ψευδομαρτυρία

- υπότροπες καταδίκες για υποβολή παράνομων προτάσεων στην Εκκλησία του Δήμου

Μερική ατιμία : περιορισμένη μείωση των πολιτικών δικαιωμάτων και της δικαιοπρακτικής ικανότητας. Δεν ξέρουμε πολλά για αυτή τη μορφή ποινής, πάντως απαγορευόταν η υποβολή προτάσεων στην Εκκλησία του Δήμου, η παράσταση στα δικαστήρια και η απαγόρευση συμμετοχής στην αγορά.

Η ποινή αφορούσε αδικήματα όπως :

- κατασπατάληση της πατρικής περιουσίας

- μη εξόφληση προστίμων προς την πόλη κ.α.

Διάρκεια της ατιμίας : μπορούσε να είναι προσωρινή ή οριστική.

Προσωρινή : αίρονταν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα

Οριστική : η άρση της δεν ήταν εύκολη, καθώς χρειαζόταν 6.000 ψήφους πολιτών για να επικυρωθεί.

Σύνοψη : η ατιμία ισοδυναμούσε αρχικά με έξωση από την κοινωνία της πόλης και κατόπιν με πολιτικό αφοπλισμό. Σε κάθε περίπτωση ήταν σοβαρό ηθικό παράπτωμα και επέφερε κοινωνική απόρριψη. Ως τέτοια, ήταν ιδιαίτερα μειωτική και επώδυνη.

Η Θέση της Γυναίκας στην Πολιτική Κοινότητα (68)

Ήταν σημαντικά υποβαθμισμένη από κάθε πλευρά. Δεν ανήκε στην πολιτική κοινότητα άρα δεν είχε συμμετοχή στα κοινά. Πέρα από την παρουσίαση της νύφης στη φρατρία του γαμπρού, όπου αναγνωριζόταν ως θυγατέρα Αθηναίου πολίτη, δεν ασχολούνταν καθόλου με την πολιτική. Δε γράφονταν στους καταλόγους και δε θεωρούνταν πολίτες, αλλά αστές. Ως τέτοιες, είχαν σημαντικό ρόλο στη μετάβαση της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη. Κατά τα άλλα η γυναίκα δεν ασκούσε καμία πολιτική δραστηριότητα.

Υποβαθμισμένη ήταν και η νομική της θέση, καθώς δεν είχε δυνατότητα υπογραφής συμβολαίων, παράστασης στα δικαστήρια ή δικαίωμα κληρονομιάς του συζύγου της. Δεν είχε επίσης δικαίωμα κατοχής γης. Φορέας των δικαιωμάτων της προς την πόλη εμφανιζόταν κάποιος άνδρας. Ο πατέρας, ο σύζυγος, ο αδερφός, ή ο μεγαλύτερος γιος της αν ήταν χήρα.

Κοινωνικά, συμμετείχε στις κυριότερες θρησκευτικές εορτές και τελετές, όμως η συμμετοχή της ήταν περισσότερο υπηρετική. Μόνο στα Θεσμοφόρια (γιορτή των παντρεμένων γυναικών) είχε ουσιαστική συμμετοχή.

Η γενική της υποβάθμιση είχε να κάνει με την κοινωνική της θέση. Οι Έλληνες, επηρεασμένοι και από τους Ανατολικούς λαούς, θεωρούσαν τη γυναίκα ως πιο αδύναμη πνευματικά από τον άνδρα, τον οποίο έπρεπε να υπακούει.

Η Θέση της Γυναίκας στη Σπάρτη (69)

Είχε σημαντικές διαφορές από τις άλλες πόλεις. Αν και ούτε εδώ είχε πολιτική δραστηριότητα, απολάμβανε μεγαλύτερη ελευθερία και ασκούσε επιρροή στους άνδρες. (Ο Αριστοτέλης αποκαλεί τους Σπαρτιάτες ‘γυναικοκρατούμενους’).

Οι Σπαρτιάτισσες δεν ήταν κλεισμένες στο σπίτι και μάλιστα οι νεαρές γυμνάζονταν για να αποκτήσουν υγιή παιδιά. Εμφανίζονταν στο γυμναστήριο και τις δημόσιες τελετές, γυμνές. Η γυμνότητα δε θεωρούνταν αισχρή στη Σπάρτη καθώς έλειπε κάθε απρέπεια.

Καθώς οι άνδρες έλειπαν συνεχώς από το σπίτι, οι Σπαρτιάτισσες δε χρειάζονταν να είναι καλές νοικοκυρές. Έτσι είχαν τη δυνατότητα να συναναστρέφονται μεταξύ τους.

Υπάρχουν πληροφορίες πως οι γυναίκες κατείχαν γη, άρα και δικαιοπρακτική ικανότητα. Αυτό δημιουργεί ερωτήματα για τη θέση τους, καθώς δεν έχουμε άλλες σχετικές πληροφορίες.

Υποχρεώσεις και Δικαιώματα του Ελεύθερου Πολίτη

Στρατιωτικές Υποχρεώσεις (71)

Ήταν η υπέρτατη υποχρέωση και συνιστούσε οικονομική δυνατότητα και σωματική ικανότητα. (72) Ο πολίτης έπρεπε να προμηθεύεται με δικά του έξοδα τον οπλισμό του και να είναι σωματικά υγιής για να μπορεί να υπερασπίζει την πόλη (οπλιτική ικανότητα).

Μέχρι τα μέσα του 7ου αι. η υπεράσπιση της πόλης ήταν καθήκον των ευγενών και των πλουσίων. Η ανάπτυξη της πόλης, όμως, το άλλαξε αυτό καθώς και τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα απέκτησαν σημαντικό στρατιωτικό ρόλο. Αιτία ήταν η τότε καθιέρωση της πολεμικής φάλαγγας. Οι μονομαχίες έδωσαν τη θέση τους στην παράταξη κατά στοίχους. Οι οπλίτες μάχονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, σχηματίζοντας συμπαγή μάζα προστατεύοντας ο ένας τον άλλον, καθώς στο αριστερό χέρι κρατούσαν την ασπίδα και στο δεξί το δόρυ. Οι οπλίτες ήταν ίσοι στη μάχη, τη μοιρασιά των λαφύρων και της γης.

Η φάλαγγα απαιτούσε περισσότερους πολεμιστές. Έτσι, πολίτες μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων απέκτησαν πρόσβαση στο στρατό, εφ’ όσον είχαν την οπλιτική ικανότητα. Εκείνη την περίοδο η ιδιότητα του οπλίτη συνδέθηκε με αυτήν του πολίτη.

Ο στρατός και η πολιτική συνδέονται σε όλες τις ελληνικές πόλεις. Αρκετοί μελετητές αναφέρουν ‘πόλεις οπλιτών’ κάτι λογικό, αφού οπλίτης μπορούσε να είναι μόνον εκείνος που μπορεί να υπερασπιστεί την πόλη με την ασπίδα του.

Η διάρκεια της θητείας ενός πολίτη διαρκούσε σαράντα χρόνια, από τα είκοσι μέχρι τα εξήντα και ήταν στη διάθεση της πόλης. Ιδιαίτερα στις ολιγαρχίες, η ένταξη στην πολιτική κοινότητα ήταν συνυφασμένη με την οπλιτική ικανότητα (τέλος του 4ου αι.)

Η σύνδεση των εννοιών πολίτης – οπλίτης ήταν καθοριστική για την ελληνική πόλη καθώς είχε προφανείς πολιτικές προεκτάσεις τόσο στη λήψη αποφάσεων, όσο και στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας.

Οι αποφάσεις παίρνονταν πλέον και από τα μεσαία στρώματα πολιτών που υπηρετούσαν ως οπλίτες. Η εξουσία των ευγενών περιορίστηκε. (73) καθώς όλες οι αποφάσεις έπρεπε πλέον να εγκρίνονται από την συνέλευση των πολιτών. Επίσης, η σύνδεση οπλίτη – πολίτη, συνέβαλε στην ανάπτυξη της ισότητας, αφού η στρατιωτική ικανότητα έγινε ‘πέρασμα’ προς την πολιτική εξουσία.

Η αντιστοιχία αυτή διατηρήθηκε από τα μέσα του 7ου αι. έως τα τέλη του 5ου με διαφοροποιήσεις στην Αθήνα και τη Σπάρτη. Στην Αθήνα οι δύο έννοιες αποσυνδέθηκαν μετά τον Κλεισθένη, ενώ η Σπάρτη παρέμεινε μέχρι το τέλος του 4ου αι. μια στρατιωτική κοινωνία.

Από το τέλος του 5ου αι. σε πολλές πόλεις εμφανιζόταν απροθυμία για στράτευση που έφτασε σε δυσφορία στον 4ο. Οι πόλεις χρησιμοποιούσαν πλέον μισθοφόρους, όπως οι αντίπαλες της Αθήνας, στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Οι πολίτες δεν ήταν πια πρόθυμοι να πεθάνουν για την πόλη τους. Οι συνεχείς εκστρατείες είχαν κουράσει και οι πληθυσμοί είχαν μειωθεί σημαντικά. Ο δρόμος για την επικράτηση της Μακεδονίας ήταν ανοιχτός.

Η Περίπτωση της Αθήνας (74)

Οι ανακατατάξεις του Κλεισθένη το 509 π.Χ. διαφοροποίησαν τα όσα είδαμε παραπάνω. Ο Κλεισθένης αποσύνδεσε την ιδιότητα του πολίτη από αυτήν του οπλίτη. Από τότε και μετά, οι οπλίτες προέρχονταν από τις ευπορότερες τάξεις (500μέδιμνους, ιππείς και ζευγίτες), ενώ οι φτωχότεροι υπηρετούσαν ως ναύτες στον ισχυρό Αθηναϊκό στόλο.

Η στρατιωτική υπηρεσία ήταν ύψιστη τιμή για τον Αθηναίο. Η προθυμία υπεράσπισης των θεσμών και η διατήρηση των πρωτείων ήταν μοναδική, ιδιαίτερα μετά τους Περσικούς πολέμους. Η λιποταξία και η δειλία θεωρούνταν ιδιαίτερα προσβλητικές κατηγορίες και επέσυραν σοβαρές ποινές. Η προθυμία αυτή δεν ήταν καθαρά αλτρουιστική. Πολίτες της κατώτερης τάξης είχαν ως κίνητρο την αμοιβή που χορηγούσε η πόλη, ένα ποσό μεταξύ μισής και μιας δραχμής την ημέρα. Ο Finley τη θεωρεί ασήμαντη, καθώς καταβαλλόταν μόνον τις ημέρες ενεργούς υπηρεσίας, άλλωστε ο πολίτης δεν αποζημιωνόταν για τον οπλισμό του. Τα πράγματα ήταν καλύτερα για τους κωπηλάτες (75) αλλά και η δική τους υπηρεσία ήταν περιορισμένη.

Υπόχρεοι στράτευσης ήταν όλοι οι πολίτες από τα 20 μέχρι τα 60. Από τα 18 έως τα 20 ονομάζονταν έφηβοι και εκπαιδεύονταν στα όπλα και τις πολεμικές τεχνικές. Από τη στράτευση εξαιρούνταν μόνον οι βουλευτές, οι δικαστές και οι δημόσιοι λειτουργοί. (ακολουθεί ο όρκος των εφήβων).

Όπως είδαμε και παραπάνω, η προθυμία στρατιωτικής υπηρεσίας υποχώρησε κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Οι σημαντικές απώλειες και οι καταστροφές της γης προκάλεσαν δυσφορία, κυρίως στους αγρότες, κάτι που προσπάθησε να αναστρέψει ο Περικλής στον τελευταίο λόγο του. Όμως η ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και την πίστη προς την πατρίδα είχε χαθεί, όπως και η ταύτιση πολίτη – οπλίτη. Την πόλη δεν την υπερασπίζονταν πλέον μόνον οι πολίτες αλλά και οι μέτοικοι, ενώ από τα τέλη του 5ου αι. χρησιμοποιήθηκαν και μισθοφόροι για να καλυφθούν οι ανθρώπινες απώλειες. Ιδιαίτερα μετά το λιμό που έπεσε στην Αττική, οι Αθηναίοι ήταν ακόμη πιο απρόθυμοι για υπηρεσία, καθώς προτιμούσαν την καλλιέργεια της γης από τη συμμετοχή σε μια αβέβαιη και παρατεταμένη στρατιωτική επιχείρηση.

Η Περίπτωση της Σπάρτης (76)

Η κοινωνική δομή της ήταν περισσότερο στρατιωτική, παρά πολιτική. Οι Σπαρτιάτες δόμησαν την κοινωνία τους με τρόπο που να εκπληρώνει καθήκοντα αστυνόμευσης. Ο στρατός και το πολιτικό σώμα βρίσκονταν σε απόλυτη ταύτιση (στρατιώτης – πολίτης). Από το 20ό μέχρι το 60ό έτος της ηλικίας τους, οι Σπαρτιάτες ήταν πρώτα στρατιώτες και μετά πολίτες. Από το 7ο έτος, τα αγόρια εντάσσονταν σε αγέλες, όπου ζούσαν όλα μαζί. Το ίδιο εξακολουθούσε να συμβαίνει και μετά την ενηλικίωσή τους καθώς περνούσαν την περισσότερη ζωή τους στο στρατόπεδο. Ο τρόπος αυτός της Σπάρτης επικρίθηκε από πολλούς (ο Πλάτωνας την αναφέρει ως στρατόπεδο).

Θεωρητικά, το κύριο στοιχείο της ζωής αυτής ήταν η ισότητα. Ως ίσοι και όμοιοι οι Σπαρτιάτες μοιράζονταν :

- έναν κοινό τρόπο ανατροφής που εμφυσούσε υπακοή, ανδρεία, πειθαρχία και στρατιωτική ικανότητα

- ένα μόνο επάγγελμα, αυτό του στρατιώτη

- οικονομική ασφάλεια και καμία οικονομική φροντίδα, καθώς όλες οι υπηρεσίες παρέχονταν από τους υποτελείς είλωτες και περίοικους

- μια δημόσια ζωή, αποκλειστικά ανδρική, ομοιόμορφη και αντί-ατομικιστική

Κύριο στοιχείο της σπαρτιατικής ζωής ήταν η κοινή για όλους αγωγή, που είχε στόχο να διαμορφώσει πολίτες πειθαρχημένους στην εξουσία, καρτερικούς στους κόπους και ικανούς στον πόλεμο. Αυτά, μαζί με το λιτό τρόπο ζωής αφορούσαν το σύνολο των πολιτών χωρίς διαχωρισμούς μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Κυριότερη έκφραση αυτής της αγωγής ήταν τα συσσίτια όπου συμμετείχαν όλοι οι ενήλικοι Σπαρτιάτες. Επρόκειτο για κοινά, λιτά δείπνα και χαρακτήρα καθαρά στρατιωτικό που στόχο είχαν να συνηθίσουν οι πολίτες στην εγκράτεια και τη φειδώ, σε ένα λιτό τρόπο ζωής. Επειδή τα συσσίτια (77) γινόντουσαν σε σκηνές, οι συνδαιτυμόνες ονομάζονταν σύσκηνοι. Αρμόδιοι για αυτά ήταν οι πολέμαρχοι, κάτι που τόνιζε το στρατιωτικό χαρακτήρα των συσσιτίων.

Εκτός από το φαγητό, εκεί ακούγονταν πολιτικοί ή άλλοι λόγοι, γινόντουσαν πειράγματα ή παιζόντουσαν παιχνίδια. Καθώς θεωρούνταν σχολεία σωφροσύνης, πολλές φορές τα επισκεπτόντουσαν παιδιά.

Αυτός ο τρόπος ζωής, βασίστηκε κυρίως στη νοοτροπία που απαγόρευε στους Σπαρτιάτες οποιαδήποτε εμπορική ή χειρωνακτική δραστηριότητα πέραν της πολεμικής. Απαγορευόταν επίσης κάθε μορφής αγοραπωλησία, ίσχυε η απαγόρευση κυκλοφορίας χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Τα νομίσματά τους ήταν σιδερένια, μεγάλου όγκου για να μην μπορούν να αποθηκευτούν.

Έτσι, η πλήρης αποχή από επαγγέλματα ήταν αυτό που συνέδεε αυτό το κοινωνικό σύστημα. Απαλλαγμένοι από το άγχος της επιβίωσης, οι Σπαρτιάτες αφοσιώθηκαν στο στρατιωτικό τρόπο ζωής.

Συμπέρασμα : η Σπάρτη ήταν οργανωμένη στρατοκρατικά, με απόλυτη ταύτιση μεταξύ των εννοιών πολίτης – στρατιώτης, ενώ η στρατιωτική υπερίσχυε της πολιτικής ιδιότητας. Η αγωγή που λάμβαναν οι Σπαρτιάτες είχε στόχο πρώτα να γίνουν στρατιώτες κι ύστερα πολίτες. Η αποχή από τα επαγγέλματα και η κοινή αγωγή τους, ήταν τα συνεκτικά στοιχεία της Σπάρτης που βοήθησαν στην ανάπτυξη και την κυριαρχία της.

Οι Οικονομικές Υποχρεώσεις των Πολιτών (78)

Κατά κανόνα, οι εύποροι πολίτες αναλάμβαναν το μεγαλύτερο βάρος των στρατιωτικών αρμοδιοτήτων καθώς και το κόστος της λειτουργίας του πολιτεύματος. Έτσι εξηγείται πως στις ολιγαρχικές πόλεις η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των ολίγων. Πουθενά δεν υπήρχε φορολογικό σύστημα που να θυμίζει το σημερινό. Εξαίρεση ήταν η Αθήνα, όπου λειτουργούσε μια υποτυπώδης μορφή φόρων, κυρίως άμεσων, πρώτα περιουσίας και κατόπιν εισοδήματος. Για την Αθήνα έχουμε και τις περισσότερες πληροφορίες.

Δε γνωρίζουμε αν η Σπάρτη ανέπτυξε σύστημα σχετικό με τα οικονομικά της, καθώς εκεί υπήρχε κοινοκτημοσύνη και απαξιωτική αντίληψη για το χρήμα.

Από τα μέσα του 6ου αι. , τα έσοδα των πόλεων προέρχονταν από την εκμετάλλευση της ‘κρατικής’ περιουσίας, δηλαδή ενοικίαση ακινήτων, ορυχεία κ.α. και από φόρους στα ακίνητα και την περιουσία των πολιτών τους. Οι φόροι επιβάλλονταν μόνο σε περίπτωση ανάγκης, όπως οι πόλεμοι.

Η Αθήνα είχε περισσότερες πηγές εσόδων. Εκτός από την εκμετάλλευση της ‘κρατικής’ περιουσίας, υπήρχαν και οι εισφορές των μελών της Αθηναϊκής συμμαχίας. Αυτές άρχισαν να καταβάλλονται μετά τους Μηδικούς πολέμους, αρχικά οικειοθελώς για την αποκατάσταση ζημιών και κατόπιν ως φόρος υποτέλειας στην υπερδύναμη Αθήνα, που αλλιώς τους κήρυττε τον πόλεμο. Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως πριν τον Πελοποννησιακό πόλεμο, το έσοδο έφτανε τα 600 τάλαντα το χρόνο.

Επίσης η Αθήνα ναυπηγούσε πλοία και επέβαλλε, σε όσους χρησιμοποιούσαν τον Πειραιά, τελωνειακά τέλη που ξεκίνησαν από 2% της αξίας των εμπορευμάτων για να φτάσουν στο 5%.

Δευτερεύουσες πηγές εσόδων ήταν τα (79) πρόστιμα που επέβαλλαν τα δικαστήρια, ο φόρος διαμονής που πλήρωναν οι μέτοικοι (μετοίκιο), οι λειτουργίες και η εισφορά.

Οι Λειτουργίες

Ήταν ετήσιες, προσωπικές, οικονομικές υποχρεώσεις που είχαν να κάνουν με την ανάληψη εξόδων δημόσιων εκδηλώσεων, πολιτιστικού και αθλητικού περιεχομένου.

Οι λειτουργίες τον 4ο αι. ανατίθεντο σε όσους πολίτες είχαν περιουσία πάνω από τρία τάλαντα. Υπάρχουν πληροφορίες πως τον 5ο αι. το ποσό ανερχόταν στα τέσσερα. Ο Δημοσθένης αναφέρει πως οι λειτουργίες ήταν πάνω από 60, αν και νεώτεροι ερευνητές τις υπολογίζουν σε 97.

Κυριότερες λειτουργίες :

Χορηγία

Αναφερόταν στα έξοδα του χορού ενός δραματικού, λυρικού ή μουσικού έργου.

Γυμνασιαρχία

Η ανάληψη εξόδων μιας αθλητικής διοργάνωσης.

Τριηραρχία

Η ανάληψη εξόδων του εξοπλισμού και της συντήρησης μιας τριήρους, για το διάστημα ενός έτους. Ήταν η πιο σημαντική λειτουργία κι ο πολίτης που την αναλάμβανε ονομαζόταν τριήραρχος και ταυτόχρονα διοικούσε το πλήρωμά της. Το κόστος ήταν ιδιαίτερα υψηλό (3000 έως 6000 δρχ) σε σχέση με τις άλλες λειτουργίες (300 έως 3000 δρχ.)

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι πολίτες που μπορούσαν να ανταποκριθούν στην τριηραρχία δεν ξεπερνούσαν τον 4ο αι. τους 300. Λόγω του κόστους επετράπη η ανάληψή της από δύο και περισσότερους πολίτες, η λεγόμενη ‘συντριηραρχία’.

Η ανάθεση των λειτουργιών γινόταν από την Εκκλησία του Δήμου. Ο αποδέκτης μπορούσε να αμφισβητήσει την ανάθεση αν είχε αναλάβει άλλη λειτουργία, ή υπήρχε κάποιος άλλος με μεγαλύτερη περιουσία από τον ίδιο (τον οποίο και υποδείκνυε). Σε περίπτωση που ο υποδεικνυόμενος αρνούνταν τη συγκεκριμένη λειτουργία, ο υποδεικνύων μπορούσε να ζητήσει ανταλλαγή των περιουσιών. Η διαδικασία αυτή ολοκληρωνόταν σε δικαστήριο (80) και λεγόταν αντίδοσης.

Ένας πολίτης δε μπορούσε να αναλάβει δύο λειτουργίες μέσα στο ίδιο έτος, ή εκ νέου λειτουργία, αν δε μεσολαβούσε ένα έτος σε περίπτωση εορταστικών λειτουργιών και δύο έτη σε περίπτωση τριηραρχίας.

Η ανάληψη μιας λειτουργίας έφερε τιμή και κοινωνική αναγνώριση στο λειτουργό, που αποδείκνυε έτσι την αφοσίωση και την αγάπη του προς την πόλη. Πολλοί Αθηναίοι αναλάμβαναν με χαρά μια λειτουργία ενώ όσοι ασχολούνταν με την πολιτική τη χρησιμοποιούσαν προς όφελός τους. Η ανάληψη λειτουργίας ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη φιλοπατρίας.

Η Εισφορά

Ήταν ένας φόρος περιουσίας που κατέβαλλαν οι εύποροι Αθηναίοι για την κάλυψη έκτακτων αναγκών σε περιόδους κυρίως πολέμων. Το μέτρο εφαρμόστηκε και σε άλλες πόλεις αλλά τα στοιχεία που έχουμε αφορούν μόνον την Αθήνα. Το 378 ο θεσμός αναδιοργανώθηκε για την πληρέστερη και συντομότερη καταβολή. Καθιερώθηκε μάλλον λίγο μετά την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου. Σύμφωνα με μαρτυρία του 4ου αι. το τίμημα της χώρας, δηλαδή το ύψος του φορολογητέου εισοδήματος όλων μαζί των Αθηναίων που υποχρεωνόντουσαν σε εισφορά, ήταν 6.000 τάλαντα. Το ποσοστό εισφοράς ανερχόταν στο 1% της περιουσίας.

Η επιβάρυνση αυτή πρέπει να ήταν σημαντική σύμφωνα με τον Ξενοφώντα και το Δημοσθένη. Ο Ξενοφών αναφέρει πως «πονούσε ιδιαίτερα τους πολίτες» ενώ ο Δημοσθένης γράφει πως το 350 περίπου έγιναν προσπάθειες είσπραξης καθυστερημένων εισφορών.

Σύνοψη : Οι (81) οικονομικές υποχρεώσεις των ελεύθερων πολιτών ήταν οι λειτουργίες και η εισφορά. Επιβάρυναν τους πιο εύπορους, τουλάχιστον στην Αθήνα αλλά μάλλον ίσχυε το ίδιο και αλλού.

Πολιτικές Υποχρεώσεις και Δικαιώματα

Τα πολιτικά δικαιώματα εξασφάλιζαν στον κάτοχό τους τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή. Με αυτά αποκτούσε πρόσβαση στην πολιτική διαδικασία και τη διαχείριση της εξουσίας. Ήταν το μέσο που μετέτρεπε τον πολίτη σε φορέα εξουσίας, πολύτιμο και κυριαρχικό προνόμιο.

Στις δημοκρατικές πόλεις, οι κάτοχοί τους λάμβαναν όλες τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούσαν την πόλη (πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες, εκλογές κ.α.).

Φορείς των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν οι ενήλικοι άνδρες πολίτες που είχαν συμπληρώσει το 20ό έτος της ηλικίας τους. Οι γυναίκες, οι ξένοι, οι δούλοι και οι πνευματικά ανάπηροι δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.

Η λειτουργία της πόλης ως πολιτικός οργανισμός, στηρίχθηκε στη συμμετοχή των πολιτών. Η συμμετοχή αυτή δημιουργήθηκε από την έντονη αίσθηση του πολίτη ότι ανήκε στην πόλη (ταύτιση πόλης – πολίτη). Η ταύτιση αυτή (82) είναι που δικαιολογεί την αφοσίωση του πολίτη στην πόλη και την υπαγωγή της ιδιωτικής ζωής στις δημόσιες υποθέσεις για το κοινό καλό. Ο πολίτης πίστευε πως μέσα και μέσω της πόλης ολοκληρωνόταν σαν προσωπικότητα για αυτό και οι έννοιες ‘ιδιωτικό’ και ‘δημόσιο’ ήταν ταυτόσημες.

Την ταύτιση αυτή λίγο πολύ, τη συναντάμε και σε άλλες πόλεις, ανεξάρτητα από το πολίτευμά τους. Η διαφορά βρίσκεται στην ευρύτητά της. Στην Αθήνα και γενικά στις δημοκρατίες είχε ευρύτερη βάση. Στη Σπάρτη αφορούσε μόνον τους Σπαρτιάτες. Πάντως, ανεξάρτητα από το εύρος, η ταύτιση πόλης – πολίτη υπήρξε η δημιουργικότερη ιδέα της αρχαίας πόλης. Ήταν το συνεκτικό στοιχείο ενός λειτουργικού συστήματος αξιών, με έντονο το αίσθημα της συλλογικής συνείδησης. Σε αυτήν στηρίχθηκε τόσο η αφοσίωση των Σπαρτιατών στο πολίτευμά τους όσο και η ενεργητική συμμετοχή των Αθηναίων στα κοινά.

Η πολιτική δραστηριότητα εκφραζόταν στα τρία κυρίως πολιτειακά όργανα. Τη Συνέλευση των Πολιτών, στο Βουλευτικό Σώμα και μια ομάδα αξιωματούχων που εκλέγονταν εκ περιτροπής.

Από πόλη σε πόλη, υπήρχαν διαφορές στη σύνθεση, στις αρμοδιότητες ή στο ρόλο των οργάνων αυτών. Θα τις δούμε παρακάτω.

Η Πολιτική Δραστηριότητα των Πολιτών στην Αθήνα

Λόγω του δημοκρατικού της καθεστώτος περιμένουμε μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Επίσης, οι περισσότερες πληροφορίες που έχουμε αφορούν την Αθήνα.

Μετά τον Κλεισθένη (83) η πολιτική δραστηριότητα ήταν η κυριότερη για τους Αθηναίους κάτι που όμως είχε ξεκινήσει από το Σόλωνα. Επί Σόλωνα δημιουργήθηκε η Βουλή των 400 και η Ηλιαία, όπως επίσης δόθηκε πρόσβαση στην Εκκλησία του Δήμου και στους πολίτες κατώτερων τάξεων. Ο Κλεισθένης αναδιάρθρωσε τις φυλές, έδωσε πολιτικό βάρος στους δήμους, διεύρυνε τη Βουλή σε 500, αύξησε τον αριθμό των συνεδριάσεων της Εκκλησίας του Δήμου και, δίνοντας κίνητρο συμμετοχής σε ευρύτερα στρώματα πολιτών άνοιξε την πόρτα στην άμεση δημοκρατία.

Το αποκορύφωμα της πολιτικής συμμετοχής ήρθε με τις αλλαγές του Εφιάλτη και του Περικλή. Υποβαθμίστηκε ο Άρειος Πάγος (οι πολιτικές του αρμοδιότητες δόθηκαν στη Βουλή και την Ηλιαία), δόθηκε δυνατότητα στους ζευγίτες να εκλέγονται στο αξίωμα του άρχοντα και καθιερώθηκε αμοιβή για τη συμμετοχή στη Βουλή και την Ηλιαία. Η συμμετοχή αυτή διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα μέχρι την κατάληψη της Αθήνας από τους Μακεδόνες. Μέχρι τότε όμως, οι Αθηναίοι ασκούσαν την υπέρτατη εξουσία και ο δήμος τους ήταν παντοδύναμος. Εκατοντάδες πολίτες εναλλάσσονταν στα δημόσια αξιώματα και χιλιάδες συμμετείχαν στην Εκκλησία του Δήμου. Καθώς η συμμετοχή ήταν προσωπική, ενεργητική και δημιουργική, η δημοκρατία ήταν άμεση, συμμετοχική και μοναδική.

Οι πολίτες καθόριζαν και διαμόρφωναν τα θεσμικά όργανα. Εκείνα προετοίμαζαν τις προτάσεις για τη Βουλή των 500 και λάμβαναν τις αποφάσεις στην Εκκλησία του Δήμου. Οι πολίτες, με τη συμμετοχή τους στην Ηλιαία όχι μόνον απένειμαν δικαιοσύνη αλλά δημιουργούσαν και νόμους όπου υπήρχε κενό. Οι δυνατότητες αυτές δίνονταν σε όλους, χωρίς να είναι κριτήριο η κοινωνική θέση ή η περιουσία. Κάθε Αθηναίος πολίτης προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πόλη.

Η Κριτική της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (84)

Πολλοί μελετητές άσκησαν κριτική στην σχεδόν απόλυτη κυριαρχία του ελεύθερου πολίτη. Ο D. Held αναφέρει, πως οι καινοτομίες αυτές βασίζονταν στον αποκλεισμό όλων των πληθυσμιακών ομάδων εκτός αυτής των ενήλικων ανδρών. (τυραννία των πολιτών).

Άλλοι ερευνητές (85) τη χαρακτηρίζουν ‘απάτη’ όπου οι πολίτες ήταν αργόσχολοι που ζούσαν από την εργασία των δούλων.

Ο Μαρξ τη χαρακτήρισε δουλοκτητική κοινωνία, καθώς η δουλεία αποτελούσε τη βάση της συνολικής παραγωγής, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους πολίτες να ασχοληθούν με την πολιτική.

Ο αντίλογος αναφέρει πως η δουλεία υπήρχε ως ενδημικός θεσμός της εποχής καθώς επίσης και το γεγονός πως δεν είχαν όλοι οι πολίτες δούλους.

Για την κριτική που αφορά στον αποκλεισμό των γυναικών, ας μην ξεχνάμε πως η γυναίκα απέκτησε πολιτικά δικαιώματα μόλις τον 20ό αι. Το επιχείρημα απαγόρευσης συμμετοχής στα πολιτικά στους ξένους, ισχύει ακόμη και σήμερα σε όλες τις δημοκρατίες.

Ο Περιορισμός της Παντοδυναμίας του Πολίτη (86)

Ο πολίτης περιοριζόταν μόνον από τους νόμους. Τα ψηφίσματα της Εκκλησίας του Δήμου δε συγκρούστηκαν ποτέ με τους νόμους, που βρίσκονταν υπεράνω του ατόμου και της πόλης, θεσπισμένοι για χάρη του κοινού συμφέροντος. Ο νόμος ήταν μέσο απονομής δικαιοσύνης, ρυθμιστής του πολιτεύματος και ο πραγματικός κύριος της πόλης. Προστάτευε τον πολίτη από την αδικία, ρύθμιζε την οργάνωση της πολιτικής κοινωνίας. Ο Ηράκλειτος συμβούλευε τους πολίτες να αγωνίζονται για τους νόμους όπως και για τα τείχη της πόλης.

Ισονομία : αρχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι πολίτες ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο και είχαν τις ίδιες ευκαιρίες συμμετοχής στα κοινά, ανεξάρτητα από καταγωγή ή περιουσία.

Τα Πολιτειακά Όργανα της Αθήνας

Η Εκκλησία του Δήμου

Το απόλυτο όργανο της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Συμμετείχαν σε αυτήν όλοι οι ενεργοί πολίτες όχι όμως υποχρεωτικά. Η συμμετοχή ενθαρρύνθηκε τον 4ο αι. με την καταβολή αμοιβής (εκκλησιαστικός μισθός) που ξεκίνησε από έναν οβολό ανά συνεδρίαση για να φτάσει αργότερα τους τρεις.

Η Εκκλησία του Δήμου συνεδρίαζε 4 φορές σε κάθε πρυτανεία (40 φορές το χρόνο). Η πρυτανεία διαρκούσε 36 ημέρες και τόπος συνεδριάσεων ήταν η Πνύκα με χωρητικότητα τον 5ο αι. 6.000 ατόμων και λίγο περισσότερους τον 4ο. (87) Οι συνεδριάσεις ξεκινούσαν με την ανατολή του ηλίου και τελείωναν το μεσημέρι. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν με πλειοψηφία και ανάταση χειρός (χειροτονία). Για τα σημαντικά θέματα απαιτούνταν απαρτία (6.000 ψήφοι) και οι αποφάσεις της Εκκλησίας ονομάζονταν ψηφίσματα. Αυτά χαράσσονταν σε στήλη που εκτίθετο σε κοινή θέα. Την ημερήσια διάταξη καθόριζε η Βουλή των 500 και αρμόδιοι για τη σύγκλιση και τη διεξαγωγή της ήταν οι 50 πρυτάνεις – μέλη της ίδιας φυλής.

Η Εκκλησία του Δήμου :

- εξέλεγε τους άρχοντες

- είχε πλήρη εξουσία στα νομοθετικά και διοικητικά θέματα και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής (πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες κ.α.)

- επέβαλε έκτακτη φορολογία σε καιρό πολέμου

- εκτελούσε τα δημόσια έργα

- απένειμε ή στερούσε την ιδιότητα του πολίτη κ.α.

- δε συζητούσε καμία πρόταση, αν αυτή δεν προτείνονταν από τη Βουλή των 500, τα προβουλεύματα. Ο πολίτης είχε δικαίωμα να προτείνει αλλαγές ή να αρνηθεί την ψήφιση ενός προβουλεύματος. Το προβούλευμα λειτουργούσε ως ασφαλιστική δικλείδα ελέγχοντας την Εκκλησία του Δήμου και αποφεύγοντας αυθαιρεσίες.

Οι αποφάσεις της δεν έπρεπε να συγκρούονται με ισχύοντες νόμους. Εάν κάποιος θεωρούσε κάτι τέτοιο, είχε δικαίωμα να καταθέσει αγωγή, που ονομαζόταν γραφή παρανόμων και εκδικάζονταν στην Ηλιαία. Εάν το ψήφισμα δεν αποδεικνυόταν παράτυπο, ο πολίτης τιμωρούνταν. Έτσι προφυλασσόταν η δημοκρατία από επιπόλαιες πράξεις.

Σύνοψη : (88) Η Εκκλησία του Δήμου ήταν το κυρίαρχο πολιτειακό όργανο της κλασικής Αθήνας. Ασκούσε την ουσιαστική διακυβέρνηση και αποφάσιζε για τις πολιτικές κατευθύνσεις. Αποφάσιζε επίσης για κάθε προβούλευμα. Υπήρξε η πηγή των αποφάσεων και ενεργούσε – μέσω των συμμετεχόντων σε αυτήν – για το συμφέρον της πόλης.

Η Βουλή των 500

Μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, ήταν ο δεύτερος πιο σημαντικός θεσμός. Αποτελούνταν από 500 μέλη (50 από κάθε φυλή) που προτείνονταν από τους δήμους ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Οι βουλευτές εκλέγονταν με κλήρωση κι έπρεπε να είχαν συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας τους, ενώ δε μπορούσαν να αναλάβουν το αξίωμα πάνω από δύο φορές στη ζωή τους.

Η θητεία ήταν ετήσια. Οι βουλευτές ορκίζονταν και αναλάμβαναν κάποια προνόμια όπως απαλλαγή από στρατιωτικές υποχρεώσεις και τιμητική θέση στο θέατρο ή σε τελετές. Εισέπρατταν μισθό (βουλευτικός) 5 οβολών την ημέρα αν και τον 5ο αι. το ποσό μειώθηκε.

Οι 50 βουλευτές προέδρευαν για 36 ημέρες, περίοδος που ονομαζόταν πρυτανεία και οι ίδιοι, πρυτάνεις. Κάθε μέρα κληρωνόταν διαφορετικός πρόεδρος που ονομαζόταν επιστάτης και κρατούσε τη σφραγίδα της πόλης, τα κλειδιά των ιερών, του αρχείου και του θησαυροφυλακίου. Δεν επιτρεπόταν το ίδιο άτομο να εκλεγεί επιστάτης δεύτερη φορά.

Η Βουλή συνεδρίαζε στο Βουλευτήριο, συνήθως δημόσια. Οι πρυτάνεις ήταν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται, καθώς συγκαλούσαν τη Βουλή και την Εκκλησία του Δήμου, ενώ κατάρτιζαν τις ημερήσιες διατάξεις. Δικαίωμα ομιλίας είχαν μόνον οι βουλευτές, αλλά οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να ζητήσει ακρόαση από τους πρυτάνεις και να θέσει κάποιο θέμα.

Η Βουλή συνερχόταν σχεδόν καθημερινά, με εξαίρεση εορτές και αργίες. (Οι θήτες μετείχαν από τον 5ο αι.)

Αρμοδιότητες (89) :

- Επεξεργαζόταν κάθε πρόταση που θα συζητούνταν στην Εκκλησία του Δήμου

- Επέβλεπε και συντόνιζε την εφαρμογή των ψηφισμάτων της ΕτΔ.

- Επόπτευε την οργάνωση του στρατού, του ιππικού και του στόλου

- Είχε τη διαχείριση και τον έλεγχο των οικονομικών της πόλης

- Υποδεχόταν τις ξένες αποστολές και συνέτασσε συμφωνίες και συνθήκες με άλλες πόλεις

- Έλεγχε το έργο των αρχόντων με το τέλος της θητείας τους, επόπτευε και καθοδηγούσε τους υπαλλήλους

- Προγραμμάτιζε και εκτελούσε δημόσια έργα

- Επέβαλε πρόστιμα μέχρι 500 δραχμές

Σύνοψη : ήταν όργανο συμβουλευτικό, συντονιστικό και εποπτικό. Διέθετε κρίσιμο ρόλο καθώς επέβλεπε την εκτέλεση των αποφάσεων και τους άρχοντες. Διαχειριζόταν τα δημόσια οικονομικά, οργάνωνε το στρατό και με το προβούλευμα, είχε δυνατότητα να επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων.

Η Ηλιαία

Δικαστικός θεσμός που εισήγαγε ο Σόλων. Την απάρτιζαν 6.000 πολίτες που εκλέγονταν με κλήρο και είχαν συμπληρώσει τα 30 χρόνια τους. Την αποτελούσαν αυτοτελή τμήματα 600 δικαστών το καθένα. Από αυτούς, οι 501 ήταν τακτικοί και οι υπόλοιποι αναπληρωματικοί. Η θητεία τους ήταν ετήσια. Ανάλογα με την υπόθεση συνέρχονταν ένα ή περισσότερα τμήματα. Η ολομέλεια ήταν σπάνια και μόνο για σοβαρά αδικήματα.

Συνέρχονταν περίπου 250 ημέρες το χρόνο. Οι δικαστές, που ονομάζονταν ηλιαστές εισέπρατταν (90) ημερήσια αμοιβή 2 οβολών την ημέρα.

Την παραμονή της δίκης κληρωνόταν το τμήμα που θα εκδίκαζε την υπόθεση για να διασφαλίζεται το ανεπηρέαστο. Οι δίκες ολοκληρώνονταν σε μια ημέρα και διαρκούσαν κατά μέσο όρο 2μιση περίπου ώρες. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν με απλή πλειοψηφία κατόπιν μυστικής ψηφοφορίας.

Δικαστικές Αρμοδιότητες :

- από απλές αστικές υποθέσεις έως πολιτικές δίκες

- δημόσιες αγωγές για προδοσία, υπεξαίρεση κ.α.

- έλεγχος των ψηφισμάτων της ΕτΔ εφόσον κάποιος πολίτης το απαιτούσε

Στις ποινές που επέβαλλε, εκτός από τα πρόστιμα περιλαμβανόταν η εξορία, ακόμα και ο θάνατος. Οι αποφάσεις της ήταν τελεσίδικες και μη εφέσιμες.

Στο τέλος του 5ου αι. η δύναμη των ηλιαστών ήταν ιδιαίτερα σημαντική, ενώ τον 4ο αι. απόκτησαν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, λόγω των παρακάτω αρμοδιοτήτων :

- με τη γραφή των παρανόμων, μπορούσε να τροποποιήσει ή να ανατρέψει αποφάσεις της ΕτΔ.

- Εκδίκαζε πολιτικούς. Με την καταδίκη η καριέρα τους τερματιζόταν, με αθώωση εκτινασσόταν.

- Εκδίκαζε υποθέσεις των αρχόντων που αφορούσαν απιστία, δωροληψία κ.α.

- Είχε και νομοθετικές αρμοδιότητες. (91)

Σύνοψη : λόγω των παραπάνω, οι ηλιαστές ένιωθαν κύρος και ισχύ καθώς οι ενέργειές τους ήταν αποφασιστικές και η εξουσία τους καταλυτική, ενώ οι αποφάσεις τους δεν ήταν εφέσιμες. Ο Αριστοτέλης υπαινίσσεται πως λόγω αυτής της δύναμης, οι πολιτικοί χρησιμοποιούσαν την Ηλιαία για να αποκτήσουν την εύνοια του δήμου.

Τα Δημόσια Αξιώματα

Στην Αθήνα, τα δημόσια αξιώματα τα αναλάμβαναν πολίτες που εκλέγονταν με κλήρο, για ένα έτος. Με ανάταση χειρός εκλέγονταν οι ταμίες, οι διαχειριστές του δημόσιου χρήματος, οι στρατιωτικοί και ο προϊστάμενος ύδρευσης. Από το 457 πρόσβαση σε αυτά τα αξιώματα απέκτησαν και οι ζευγίτες και οι θήτες.

Οι δημόσιοι λειτουργοί ήταν όργανα της Βουλής και ελέγχονταν από αυτήν. Λειτουργούσαν βάσει των νόμων και λογοδοτούσαν στο τέλος της θητείας τους στη Βουλή. Ο αριθμός τους – σύμφωνα με τον Αριστοτέλη – έφτανε τους 700 περίπου.

Πριν από την εκλογή τους, οι υποψήφιοι εξετάζονταν από τη Βουλή (δοκιμασία). Για τους εννέα άρχοντες, αυτή ήταν μια τυπική εξέταση επιβεβαίωσης κατοχής της ιδιότητας του πολίτη και η εκπλήρωση των στρατιωτικών και φορολογικών τους υποχρεώσεων. Κατά τη θητεία τους, οι αξιωματούχοι δεν είχαν καμία στρατιωτική υποχρέωση.

Κυριότερα δημόσια αξιώματα :

- Επώνυμος άρχων : αρμόδιος για υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δίκαιου, φρόντιζε επίσης τις δημόσιες εορτές και τελετές

- Βασιλέας : φρόντιζε τα της δημόσιας λατρείας και εκδίκαζε (92) σχετικές υποθέσεις.

- Πολέμαρχος : αρχικά ήταν ο αρχιστράτηγος και επιμελητής στρατιωτικών υποθέσεων. Μετά τους Περσικούς, οι στρατιωτικές αρμοδιότητες μεταβιβάστηκαν στους 10 στρατηγούς κι ο ίδιος κράτησε μόνο θρησκευτικά καθήκοντα. (92) Εκδίκαζε επίσης υποθέσεις μέτοικων.

- Έξι θεσμοθέτες : καθόριζαν τις δικάσιμες μέρες, προέδρευαν και επικύρωναν συμφωνίες με άλλες πόλεις. Επίσης, η προκαταρκτική δοκιμασία των αξιωματούχων γινόταν ενώπιον τους.

Άλλοι αξιωματούχοι : ταμίες, αποδέκτες, λογιστές, αστυνόμοι, επόπτες εμπορίου (όλοι από δέκα) κ.α.

Για τα περισσότερα αξιώματα δεν απαιτούνταν ιδιαίτερες γνώσεις, για αυτό και ήταν προσβάσιμα σε όλους. Εμπειρία και γνώσεις απαιτούνταν για τα στρατιωτικά αξιώματα όπου οι εκλογή γινόταν με χειροτονία. Η θητεία τους ήταν ετήσια όμως οι στρατηγοί μπορούσαν να επανεκλέγονται στο διηνεκές. Κριτήριο για την εκλογή ήταν η κατοχή γης και γι’ αυτό στρατηγοί εκλέγονταν οι εύποροι πολίτες.

Από όλα τα αξιώματα, μόνον αυτό του στρατηγού εξασφάλιζε πολιτική επιρροή στον κάτοχό του. Σε αντίθεση, οι άρχοντες και οι υπόλοιποι, δεν άσκησαν ποτέ πολιτική εξουσία, αλλά μόνον εκτελεστική. Τα καθήκοντά τους ήταν ρουτίνας ενώ η σύντομη διάρκεια της θητείας, η κλήρωση και η μη δυνατότητα επανεκλογής, τους εμπόδισαν να διαδραματίσουν σημαντικό πολιτικό ρόλο.

H Πολιτική Δραστηριότητα των Πολιτών στη Σπάρτη (93)

Το πολίτευμα της Σπάρτης δε χαρακτηρίζεται. Είχε στοιχεία δημοκρατίας, ολιγαρχίας και μοναρχίας με κυρίαρχα τα δύο τελευταία. Έχουμε λοιπόν ένα μικτό πολίτευμα που συνένωνε αριστοκρατικά, μοναρχικά και δημοκρατικά στοιχεία (Πολύβιος).

Τα πολιτειακά της όργανα, ήταν μάλλον συνέχιση αυτών της ομηρικής πόλης, όπως η βασιλεία και η Γερουσία. Η Απέλλα, η συνέλευση των πολιτών λειτούργησε σχεδόν όπως και η ομηρική των πολιτών –πολεμιστών. Νέος ήταν μόνον ο θεσμός των εφόρων, η προέλευση του οποίου δεν έχει διαλευκανθεί.

Μέχρι το τέλος του 6ου αι. την κρατική εξουσία ασκούσαν οι δύο βασιλείς και η Γερουσία. Μετά προστέθηκαν οι πέντε έφοροι. Στην Απέλλα λαμβάνονταν αποφάσεις μόνο για πολύ σημαντικά θέματα (πόλεμοι, συμμαχίες), η εκλογή της Γερουσίας και των εφόρων.

Σύμφωνα με τις πηγές τα περιθώρια των πολιτών για ουσιαστική παρέμβαση ήταν περιορισμένα. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τη Μικρή Εκκλησία, αποτελούμενοι από τους δύο βασιλείς, τη Γερουσία και τους εφόρους. Αυτοί ήταν και η πραγματική εξουσία της Σπάρτης που σύμφωνα με το Θουκυδίδη, κρατούσαν τις αποφάσεις τους μυστικές. Ο Αριστοτέλης επικρίνει τους εφόρους και αναφέρει πως ακόμα και οι βασιλείς προσπαθούσαν να τους προσεταιριστούν.

Το σπαρτιατικό, ήταν ένα κλειστό πολιτικό σύστημα. Διευθυνόταν από μικρή κάστα ανθρώπων και είχε στόχο τη διατήρηση της ηγετικής της θέσης. Η σχέση κυβερνώντων – κυβερνωμένων είχε κατεύθυνση μόνον από την κορυφή προς τη βάση. Οι εντάσεις και οι συγκρούσεις συνέβαιναν μεταξύ των τριών αυτών ομάδων όμως παραμερίζονταν προκειμένου να διατηρηθεί το υπάρχον σύστημα. (94)

Η ύπαρξη πολιτικής κάστας δείχνει την ύπαρξη οικογενειών που επηρέαζαν τις πολιτικές διαδικασίες και προωθούσαν τα μέλη τους. Οι της Γερουσίας κατάγονταν από αριστοκράτες όπως και οι έφοροι αρχικά, που όμως αργότερα εκλέγονταν από την πλούσια τάξη. Κυρίαρχη θέση στο πολίτευμα αυτό κατείχε η κληρονομική αριστοκρατία.

Η θέση του Σπαρτιάτη ήταν ανίσχυρη. Σπανίως μπορούσε να εγκρίνει ή να αποδοκιμάσει μια πρόταση, μέσω της Απέλλας και πάλι όχι μέσω πλειοψηφίας αλλά δια βοής. Δεν μπορούσε να λάβει το λόγο, ούτε να καταθέσει πρόταση. Η Απέλλα αποφάσιζε για πολύ σοβαρά θέματα, ή όταν οι τρεις ομάδες διαφωνούσαν. Σε περιπτώσεις διαφωνίας της Απέλλας, οι τρεις ομάδες μπορούσαν να τη διαλύσουν και να μην αναγνωρίσουν το αποτέλεσμα.

Η αριστοκρατική οργάνωση της σπαρτιατικής κοινωνίας, αποδυνάμωνε το μέγεθος της πολιτικής συμμετοχής, εξαιτίας της πειθαρχίας, της υπακοής και της υποχώρησης προς το συμφέρον της πόλης που ενίσχυε η σπαρτιατική αγωγή. Εδώ τίθεται το θέμα κατά πόσον ελεύθερος αισθανόταν ο Σπαρτιάτης να εκφραστεί, ενάντια στους ανωτέρους του. Υποθέτουμε πως ψήφιζε, πάντα αναλογιζόμενος την επόμενη μέρα στο στρατόπεδο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η (95) παρουσία του στην Απέλλα ήταν μια φορά το μήνα, ενώ στο στρατόπεδο ήταν καθημερινή.

Οι Βασιλείς

Επικεφαλείς του πολιτεύματος. Η βασιλεία ήταν κληρονομική και ισόβια και οι δύο ήταν ίσοι μεταξύ τους.

Αρμοδιότητες :

- η φροντίδα και η εκτέλεση θυσιών στους θεούς

- οι επαφές με το ιερό των Δελφών

- η υποδοχή απεσταλμένων άλλων πόλεων

- θεωρητικά κήρυτταν τον πόλεμο (στην πράξη αυτό γινόταν μαζί με τις άλλες δύο ομάδες)

- απεριόριστη εξουσία στο στρατό. Ένας από αυτούς εκλεγόταν μέσω της Απέλλας ως αρχιστράτηγος και είχε απόλυτη εξουσία στο πεδίο της μάχης. Όμως συνοδευόταν από δύο εφόρους οι οποίοι παρακολουθούσαν και κατέγραφαν το έργο του. Με το τέλος του πολέμου μπορούσαν να τον καταγγείλουν για κακοδιοίκηση. Τέτοια περίπτωση, εκδικαζόταν από τη Γερουσία, τους εφόρους και τον έτερο βασιλιά.

- Σημαντική επιρροή στην πολιτική σκηνή, καθώς συγκέντρωναν όλες τις στρατιωτικές αρμοδιότητες και αποφάσιζαν για τα στρατιωτικά θέματα. Μέσω αυτών, επηρέαζαν και τα πολιτικά δρώμενα.

- Διέθεταν μεγάλο κύκλο επιρροής, αποτελούμενο από επιφανείς Σπαρτιάτες. Έτσι μπορούσαν να χειραγωγήσουν την πολιτική διαδικασία.

Η Γερουσία

Θεσμός που ανάγεται στο ομηρικό συμβούλιο των Γερόντων. Αποτελούνταν από 28 μέλη που είχαν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους, συν τους 2 βασιλείς. Η ισόβια θητεία τους, περιόριζε τη δυνατότητα εκλογής των απλών πολιτών, όσων δηλαδή δεν είχαν ευγενική καταγωγή. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως εκλέγονταν οι συγγενείς των βασιλέων αν και ο κύκλος μπορεί να διευρύνθηκε τον 5ο και τον 4ο αι.

Η εκλογή των γερόντων γινόταν δια βοής στην Απέλλα (‘παιδική’ τη χαρακτηρίζει ο Αριστοτέλης). Οι αποφάσεις της λαμβάνονταν με ψηφοφορία που συμμετείχαν και οι βασιλείς.

Μέχρι τα μέσα του 5ου αι. η Γερουσία ήταν το ουσιαστικό κυβερνητικό σώμα της Σπάρτης. Λειτουργούσε συμβουλευτικά προς τους βασιλείς, καθοδηγητικά ως προς την Απέλλα και ως ανώτατο δικαστήριο. Μετά τον 5ο αι. μοιραζόταν την καθοδήγηση της Απέλλας με τους εφόρους κυρίως συνεργαζόμενοι πριν μια πρόταση κατατεθεί σε αυτήν.

Η Γερουσία συγκαλούσε την Απέλλα, επεξεργαζόταν τις προς ψήφιση προτάσεις και φρόντιζε να ψηφιστούν. Διατήρησε αυτόν τον ρόλο μέχρι την ελληνιστική περίοδο (Πλούταρχος).

Ως ανώτατο δικαστήριο, εκδίκαζε ιδιαίτερα σοβαρές υποθέσεις που επέσυραν ποινές εξορίας, στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και θάνατο (φόνος, προδοσία κ.α.).

Τα μέλη της εκδίκαζαν επίσης κατηγορίες κατά των βασιλέων που υπέβαλλαν οι έφοροι. Αποτελούσαν την πλειοψηφία κι έτσι ασκούσαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξουσία, καθώς από τις αποφάσεις τους εξαρτιόνταν το μέλλον των βασιλέων.

Οι Έφοροι

Η προέλευση του θεσμού δεν έχει προσδιοριστεί. Μερικοί λένε πως θεσπίστηκε από το Λυκούργο, άλλοι από το Θεόπομπο και άλλοι (98) από κάποιον άγνωστο. Ο θεσμός δε μνημονεύεται στη Μεγάλη Ρήτρα κι αυτό δείχνει

Α) πως τον 6ο αι. είτε δεν υπήρχε ο θεσμός

Β) είτε δεν είχε μεγάλη σημασία

Από τον 5ο αι. εξελίχθηκε σε σημαντικό θεσμό με μεγάλη επιρροή. Οι έφοροι ήταν πέντε και εκλέγονταν από την Απέλλα δια βοής. Δυνατότητα εκλογής είχαν όλοι οι Σπαρτιάτες. Οι έφοροι, ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των πολιτών, προάσπιζαν τα συμφέροντά τους έναντι των βασιλέων. Θεωρούνταν προστάτες του πολιτεύματος και φρουροί της δημόσιας τάξης. Παράλληλα, βοηθούσαν τους βασιλείς στα καθήκοντά τους. Είχαν σημαντικές πολιτικές και δικαστικές αρμοδιότητες.

Πολιτικές :

- διεύθυναν τις συνεδριάσεις της Απέλλας, όπου ένας από αυτούς προέδρευε (επώνυμος έφορος)

- επόπτευαν την υλοποίηση των αποφάσεων της Απέλλας

- έκαναν τον απολογισμό των δημόσιων αρχών στο τέλος της θητείας τους

- επόπτευαν τη διαπαιδαγώγηση των νέων

- έλεγχαν τη διαχείριση των οικονομικών της πόλης

Δικαστικές :

- εκδίκαζαν όλες τις αστικές υποθέσεις

- προσήγαγαν σε δίκη άλλους πολιτειακούς φορείς, ακόμη και τους βασιλείς

- εκδίκαζαν όλες τις ποινικές υποθέσει ειλώτων και ξένων. Σε αυτό το πλαίσιο επέβαλλαν πρόστιμα και πραγματοποιούσαν συλλήψεις. Αυτό μπορούσαν να το κάνουν ακόμα και στους βασιλείς.

Από τις αρμοδιότητες αυτές, καταλαβαίνουμε πως οι έφοροι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του πολιτεύματος. Η ιδιότητά τους ως αντιπρόσωποι των πολιτών, η δυνατότητα να ελέγχουν και να παραπέμπουν σε δίκη τους πάντες τους ανέδειξαν σε κεντρικό εξουσιαστικό παράγοντα. Βέβαια, η εξουσία τους δεν ήταν απόλυτη, καθώς η θητεία τους ήταν σύντομη. Φοβούμενοι τα προβλήματα που θα είχαν κατόπιν, είναι πολύ πιθανόν να συνεργάζονταν με τις άλλες ομάδες εξουσίας και όχι να αντιπαρατίθενται μαζί τους.

Μεγάλη Ρήτρα (99)

Χρησμός του Μαντείου των Δελφών που απευθυνόταν στο Λυκούργο με οδηγίες για τη λειτουργία της Σπάρτης. Έλεγε τα εξής :

- Να ανεγερθεί ιερό για το Συλλάνιο Δία και τη Συλλάνια Αθηνά

- Να συγκροτηθούν φυλές και ωβές (υποδιαίρεση των πολιτών)

- Από αυτούς, 30 να γίνουν μέλη της Γερουσίας και βασιλείς

- Να συγκαλείται η Απέλλα σε τακτά χρονικά διαστήματα σε συγκεκριμένη τοποθεσία , κι εκεί να συζητιόνται οι προτάσεις και να παίρνονται οι αποφάσεις

- Σε περίπτωση κακής απόφασης της Απέλλας, οι γέροντες και οι βασιλείς να την ακυρώνουν

Απέλλα

Εμφανίζεται ως χειραγωγούμενο πολιτικό όργανο. Συνεδρίαζε μόνον για έκτακτα περιστατικά. Σε αυτήν συμμετείχαν οι πολίτες που είχαν κλείσει τα 30. (μπορούσαν και αυτοί των 20 ετών, αλλά η Σπάρτη περίμενε από αυτούς να γυμνάζονται, να εκπαιδεύονται ή να πολεμάνε κι έτσι το απέφευγαν).

Τις εισηγήσεις των θεμάτων τις έκανε η Γερουσία και μετά τα τέλη του 6ου αι. οι έφοροι. Οι πολίτες δεν είχαν δυνατότητα κατάθεσης πρότασης, ούτε λάμβαναν το λόγο. Καθοριστικό στοιχείο υπερψήφισης ή καταψήφισης μιας πρότασης ήταν η φωνή, καθώς οι ψηφοφορίες γίνονταν δια βοής. (100) Ο πολίτης απλώς ενέκρινε ή όχι μια πρόταση των ηγετικών ομάδων. Εάν η Απέλλα καταψήφιζε μια πρόταση, οι ομάδες μπορούσαν να ακυρώσουν την απόφαση, να διαλύσουν την Απέλλα και να καταθέσουν εκ νέου την πρόταση μέχρι την έγκρισή της.

Σε περιπτώσεις διαφωνίας των ηγετικών ομάδων, αποφάσιζε η Απέλλα. Καμιά φορά οι προτάσεις μπορεί να διαμορφώνονταν κατά τη διαδικασία και τότε θα ήταν δύσκολο για τις ηγετικές ομάδες να προκαταλάβουν την ψήφο των χιλιάδων πολιτών.

Για τη διάσταση απόψεων μεταξύ ομάδων και Απέλλας, έχουμε κάποιες πληροφορίες με κυριότερη την περίπτωση όπου οι Συρακούσιοι ζήτησαν βοήθεια από τη Σπάρτη για να αντιμετωπίσουν τους Αθηναίους. Οι ομάδες αρνήθηκαν αυτήν τη βοήθεια, η Απέλλα όμως ψήφισε υπέρ.

(Δραστηριότητα 30 – Κεφάλαιο 1 θεωρείται ΣΟΣ)

Σύνοψη (102) :

Η έννοια του ελεύθερου πολίτη ήταν συνυφασμένη με την ιδιότητα αυτή, ανεξάρτητα από τη μορφή του πολιτεύματος. Ήταν συγκεκριμένο κυριαρχικό προνόμιο με προνομιακές απολαβές και την πιθανή ανάληψη αξιωμάτων. Ήταν το διαβατήριο που εξασφάλιζε στον κάτοχό του πρόσβαση σε όλους τους τομείς της πόλης. Για αυτό η ιδιότητα περιφρουρήθηκε σθεναρά, παραμένοντας ένα κλειστό και αυτοδιαιωνιζόμενο σώμα. Επίσης ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τα βασικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου, την ελευθερία και την ισότητα. Σήμερα οι έννοιες αυτές έχουν ευρύτερο περιεχόμενο και αφορούν όλους τους ανθρώπους, ενώ στην κλασική Ελλάδα αφορούσαν μόνον τους ελεύθερους άρρενες πολίτες. Τότε η έννοια της ελευθερίας είχε διττή σημασία :

Α) την δυνατότητα του ελεύθερου πολίτη να ζει όπως επιθυμεί και

Β) να συμμετέχει στα πολιτικά δρώμενα της πόλης.

Ήταν δηλαδή ταυτόχρονα ύψιστη ατομική απαίτηση και ταυτόχρονα κυρίαρχο πολιτικό ιδανικό. Ο πολίτης απολάμβανε προσωπική, οικογενειακή και περιουσιακή προστασία. Η ποινή στέρησης της ατομικής ελευθερίας ήταν ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του πολίτη. Η προφυλάκιση επιτρεπόταν σε εξαιρετικές μόνον περιπτώσεις, συνήθως για χρέη προς το δημόσιο που όμως ταχτοποιούνταν με ένα πρόστιμο. Πάντως ποτέ δε μπορούσε να υπάρξει καταδίκη χωρίς δίκη.

Το σημαντικότερο στοιχείο της ελευθερίας ήταν το πολιτικό. Στις δημοκρατικές πόλεις, ο πολίτης συνέβαλλε στη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης αφού συμμετείχε σε όλες τις διαδικασίες. Οδηγός ήταν οι γραπτοί και άγραφοι νόμου και η κρίση του. Τότε δεν υπήρχε επηρεασμός και χειραγώγηση της κοινής γνώμης όπως σήμερα. Απουσίαζαν η κομματική πειθαρχία και γραμμή, καθώς δεν υπήρχαν κόμματα. Η πολιτική διαδικασία (103) επηρεαζόταν κατά καιρούς από σημαντικές προσωπικότητες, όπως ήταν ο Περικλής.

Στη Σπάρτη και τις άλλες ολιγαρχικές πόλεις δεν υπήρχε ελευθερία στη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης. Η διαδικασία κατευθυνόταν από την πολιτική ελίτ , η είσοδος στην οποία δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση.

Η ισότητα, η δεύτερη βασική αρχή, σήμαινε κατοχή των ίδιων πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων για όλους τους πολίτες. Ίση αντιμετώπιση και κατοχή των ίδιων προνομίων. Στις δημοκρατικές πόλεις είχε πολιτικό περιεχόμενο και σήμαινε ίσες ευκαιρίες συμμετοχής στην πολιτική ζωή. Κριτήριο ήταν η κατοχή της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη. Η περιουσία, η κοινωνική τάξη ή το επάγγελμα δεν αποτελούσαν εμπόδιο. Η συμμετοχή στα δημόσια αξιώματα γινόταν με κλήρωση και η συνεχής εναλλαγή των προσώπων, εξασφάλιζε την άμεση και ουσιαστική συμμετοχή όλων των πολιτών σε αυτά.

Στη Σπάρτη η ισότητα ήταν κοινωνικού περιεχομένου. Το πολιτικό στοιχείο αναιρούνταν στην πράξη, από τη χειραγώγηση της πολιτικής διαδικασίας από την ολιγάριθμη ηγετική ομάδα που είδαμε παραπάνω.

Η κοινωνική αυτή ισότητα, βασίστηκε στο θεσμό της κοινοκτημοσύνης και του κοινού τρόπου ζωής κι ευνοήθηκε από την απαγόρευση της επαγγελματικής δραστηριότητας. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της στρατιωτικής οργάνωσης που είχε η Σπαρτιατική κοινωνία.

Η ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη, μπορεί να συγκριθεί με τη σημερινή ιθαγένεια. Ο κάτοχός της, απολαμβάνει σήμερα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα παρόμοια με αυτά του πολίτη. Βέβαια, υπάρχει η διαφορά πως σήμερα αρκεί η υπηκοότητα του ενός γονέα για να περάσει αυτή στο παιδί, ενώ αλλού, αρκεί να γεννηθεί κάποιος στην επικράτεια του κράτους. Σε πολλά κράτη η υπηκοότητα μπορεί να χορηγηθεί σε μη υπηκόους, μετά από διαμονή μερικών ετών.

Σε ότι αφορά την αφαίρεσή της, ισχύει το ίδιο που ίσχυε και για τον πολίτη. (104) Σε πολλά κράτη απαγορεύεται, ενώ σε άλλα επιτρέπεται σε εξαιρετικές μόνον περιπτώσεις.

Για την Αθήνα και τη Σπάρτη έχουμε αρκετές πηγές, καθώς ήταν οι σημαντικότερες πόλεις. Τα στοιχεία άλλων πόλεων είναι λίγα και σποραδικά. Στις δύο μεγάλες όμως και κυρίως στην Αθήνα, η ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη είχε την ιδανική της μορφή και συνδεόταν με την καθημερινότητά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: