Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Οδηγίες για τη συγγραφή επιστημονικής εργασίας

Για την εκπόνηση μιας επιστημονικής εργασίας είναι απαραίτητο να οργανώσουμε σωστά τη μελέτη μας.

1. Συλλογή και οργάνωση του υλικού

Το υλικό, το οποίο θα συγκεντρώσουμε από τη μελέτη μας, θα πρέπει να το οργανώσουμε και να το ταξινομήσουμε με βάση τα ερωτήματα και τις επιμέρους πτυχές που έχει το θέμα. Πολύ σημαντικό είναι να μπορούμε να αξιολογήσουμε τι είναι ουσιώδες και τι όχι, ποιο μέρος από το συγκεντρωμένο όγκο του υλικού θα αξιοποιήσουμε και ποιο θα παραβλέψουμε.


Σήμερα η βιβλιογραφική έρευνα έχει διευρυνθεί με τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις και είναι ευκολότερη, γιατί διαθέτουμε ειδικές βιβλιογραφίες, καταλόγους, ευρετήρια και βάσεις δεδομένων. Oι βάσεις αυτές προσφέρουν δυνατότητες γρήγορης και αποτελεσματικής αναζήτησης. Διακρίνονται σε βιβλιογραφικές βάσεις με πλήρες κείμενο και στατιστικές βάσεις δεδομένων. Oι βάσεις πλήρους κειμένου είναι ιδιαίτερης χρησιμότητας και συνεχώς εξελίσσονται. Ενδεικτικά αναφέρονται βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων οι οποίες παρέχονται είτε σε CD’s είτε on line από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ERIC, Francis, IAC Business A.R.T.S., ABI/INFORM, FORIS, HEBI, Pascal, PsycINFO, SOLIS, SWETSCAN, Γλαύκα κ.ά.). Εντυπωσιακή είναι η βάση δεδομένων για την αρχαία ελληνική γραμματεία (Thesaurus Linguae Graecae: http://www.tlg.uci.edu/~tlg/). Ως βάση για την κατηγοριοποίηση των έργων σε θεματικές ομάδες χρησιμοποιούνται λέξεις-κλειδιά, ευρετήρια όρων, λεξικά και θησαυροί του κλάδου. O φοιτητής συμβουλεύεται τους όρους της θεματικής κατηγορίας που τον ενδιαφέρει και εντοπίζει τα σχετικά μελετήματα. Για κάθε όρο συντάσσουμε ένα βιβλιογραφικό δελτίο ώστε να μπορέσουμε αργότερα να αναζητήσουμε το σχετικό βιβλίο. Στην ηλεκτρονική μορφή διαθέτουμε στην οθόνη μας πλήρες κείμενο ή βιβλιογραφικές εγγραφές και μπορούμε να τα αναπαραγάγουμε και σε έντυπη μορφή. Η αυτοματοποίηση του καταλόγου των βιβλιοθηκών και οι on line δημόσιας πρόσβασης κατάλογοι (OPAC) διευκολύνουν την έρευνά μας.

Εκτός από τα κέντρα τεκμηρίωσης και πληροφόρησης, τα δίκτυα σύνδεσης βιβλιοθηκών και τους ηλεκτρονικούς καταλόγους, διαθέτουμε, επίσης, τη δυνατότητα, μέσω του διαδικτύου, να έχουμε πρόσβαση σε μεγάλες διεθνείς βιβλιοθήκες, όπως τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των Η.Π.Α., καθώς και σε πολλές άλλες βιβλιοθήκες και κέντρα ερευνών· μπορούμε να διαβάζουμε ολόκληρα τα κείμενα στην οθόνη μας και να εκτυπώνουμε τα χωρία και τις ενότητες που μας ενδιαφέρουν. Με δυο λόγια υπάρχει δυνατότητα μέσα από τον υπολογιστή μας να δούμε ολόκληρη τη συλλογή μιας βιβλιοθήκης. Έτσι, με τις ψηφιακές βιβλιοθήκες και τις θεματικές πύλες (subject gateways, portals) που πολλαπλασιάζονται και διευρύνονται όλο και περισσότερο, κερδίζουμε χρόνο, κόπο και χρήμα· με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι διαθέτουμε την ανάλογη υποδομή και, επιπλέον, γνωρίζουμε τη χρήση του αυτοματοποιημένου συστήματος. Μια άλλη προϋπόθεση είναι ο νέος ερευνητής να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στο πρόβλημα της υπερπληροφόρησης, αφού είναι γνωστό ότι η πληθώρα των πληροφοριών που συχνά προβάλλονται δυναμικά πολλές φορές, κυρίως όταν δεν είναι καλά οργανωμένες, προκαλούν περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύουν. Το πρόβλημα της σωστής επιλογής των πληροφοριών είναι εν τέλει θέμα γενικής παιδείας και μόρφωσης. Η επιλογή της χρήσιμης πληροφορίας από τη λιγότερο χρήσιμη ή και την εντελώς άχρηστη είναι και υπόθεση χρόνου, αφού όλοι γνωρίζουμε πως η έρευνα περιορίζεται και από χρονικά όρια.

Oφείλουμε να τονίσουμε ότι οι υπηρεσίες του Ιnternet αποδεικνύονται ευεργετικές για τον ιστορικό και τον κλασικό φιλόλογο. Ενδεικτικά σημειώνουμε εδώ ορισμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις, αρχαιογνωστικούς δικτυακούς κόμβους (πύλες), που παρέχουν πρόσβαση σε ειδικές ιστοσελίδες, σχετικές με την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο.

Byzantine Online Resources (http://www.doaks.org/byzrelatedsites.html),

Byzantium (http://www.fordham.edu/halsall/bizantium/),

KIRKE (http://www.phil.uni-erlangen.de/~p2latein/kirke/kirkerah.html),

Library of Congress Resources for Greek and Latin Classics (http://lcweb.loc.gov/global/classics/classics.html),

Perseus (http://www.perseus.tufts.edu/).


2. Διάρθρωση και συγγραφή της επιστημονικής εργασίας

Για να είναι περισσότερο κατανοητά τα αποτελέσματα της εργασίας μας πρέπει να παρουσιάζονται διαρθρωμένα σε μια αρχιτεκτονική δομή, με τα διάφορα μέρη, κεφάλαια και υποκεφάλαια να διαδέχονται το ένα το άλλο σε λογική ακολουθία. Η δομή της έρευνας πρέπει να διαγράφεται καθαρά και να αναδεικνύει τη συλλογιστική του θέματος και τα συμπεράσματα.

Προτού καταλήξουμε στο τελικό σχέδιο της σύνθεσης, θα χρειαστεί να προβούμε σε μια πρώτη σύνταξη, να κάνουμε διορθώσεις, αλλαγές και νέα επεξεργασία του υλικού, πριν από την τελική διαμόρφωση και σύνταξη. Aπό το σύνολο του υλικού που έχουμε συγκεντρώσει, θα επιλέξουμε και θα χρησιμοποιήσουμε εκείνο που μας είναι απαραίτητο για το σκοπό μας, ό,τι τεκμηριώνει περισσότερο την ανάπτυξη των θέσεών μας. Θα χρησιμοποιήσουμε τις σημειώσεις εκείνες που είναι σχετικές με το θέμα μας, για να υποστηρίξουμε και να ενδυναμώσουμε τη θέση μας. Γνωρίζουμε ότι η επιστημονική εργασία χρειάζεται δεύτερο και τρίτο γράψιμο. Δεν απογοητευόμαστε, γιατί δε γίνεται αλλιώς. Μόνο έτσι μπορούμε να πούμε ότι ελέγχουμε το υλικό μας και η μελέτη μας είναι δυνατό πλέον να λάβει την οριστική μορφή της.

Συνήθως, μια επιστημονική εργασία αποτελείται από εισαγωγή, κύριο μέρος, επίλογο, βιβλιογραφία και πίνακα περιεχομένων.

Στην εισαγωγή γίνεται η περιγραφή του θέματος, παρουσιάζεται η μέθοδος εργασίας και διατυπώνεται ο σκοπός της εργασίας μας. Η συγγραφή της εισαγωγής απαιτεί λεπτομερειακή γνώση της επιχειρηματολογίας και της προβληματικής του θέματος. Για το λόγο αυτό είναι λογικό, μολονότι φαίνεται πρωθύστερο, να γραφεί στο τέλος.

Το κύριο μέρος διαρθρώνεται, ανάλογα με το θέμα, σε διάφορα τμήματα (συνήθως τρία), τα οποία υποδιαιρούνται σε κεφάλαια και υποκεφάλαια. Τα κεφάλαια πάλι απαρτίζονται από μικρότερες ενότητες και παραγράφους. Oι υποδιαιρέσεις αυτές δεν είναι όλες απαραίτητες πάντοτε.

Στα μέρη τού κυρίως σώματος παρουσιάζουμε τις πηγές μας και αναπτύσσουμε τις θέσεις μας. Τεκμηριώνουμε τις απόψεις μας με επιχειρήματα και εφαρμόζουμε τη μέθοδο έρευνας που επιλέξαμε. Δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή στη λογική αλληλουχία των ιδεών και στην όλη συνοχή της μελέτης. Η μετάβαση από τη μια παράγραφο στην άλλη και από το ένα κεφάλαιο στο άλλο πρέπει να γίνεται ομαλά, όπως το απαιτεί η δομή. Όταν κλείνουμε μια ενότητα, φροντίζουμε να εισάγουμε ομαλά την επόμενη και όταν αρχίζουμε τη νέα ενότητα, τη συνδέουμε λογικά με την προηγούμενη.

Στην τελική σύνταξη αιτιολογούμε και στηρίζουμε τις σκέψεις μας σε δεδομένα. Αποφεύγουμε την ασάφεια και προτιμάμε τη σαφήνεια και τη λιτότητα. Χρησιμοποιούμε παραδείγματα όταν αυτό είναι απαραίτητο για να διευκρινίσουμε κάτι, χωρίς να δημιουργούμε πλατειασμούς ή να ανακόπτουμε την εξέλιξη της εργασίας.

Για να έχουν αποδεικτική ισχύ τα επιχειρήματά μας φροντίζουμε ώστε τα συμπεράσματα να απορρέουν με λογική αναγκαιότητα από τις προκείμενες και να μη χρησιμοποιούμε παραλογικούς συλλογισμούς. Για να είναι αξιόλογο το αποδεικτικό υλικό πρέπει να περιλαμβάνει τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, τις άμεσες και έμμεσες πηγές και, τέλος, να είναι αντικειμενικό. Δεν πρέπει να καταφεύγουμε σε παραπειστικά και συναισθηματικά στοιχεία.

Για να πείσουμε, κάνουμε επίκληση στη λογική, στηριζόμαστε σε στοιχεία και γεγονότα, και συγχρόνως χρησιμοποιούμε επιχειρήματα και τεκμήρια. Η σκέψη μας ακολουθεί συγκεκριμένη συλλογιστική πορεία και χρησιμοποιούμε τη σωστή επιχειρηματολογία όταν θέλουμε να πείσουμε με λογικές αποδείξεις. Τα επιχειρήματά μας πρέπει να έχουν εγκυρότητα, αλήθεια και ορθότητα.

O επίλογος πρέπει να είναι σύντομος. Παρουσιάζουμε τα συμπεράσματα της έρευνας που κάναμε και όχι αναπόδεικτες θεωρίες· επίσης, δεν προσπαθούμε να διορθώσουμε τις ατέλειες της εργασίας μας.

Στο τέλος της μελέτης παρατίθεται βιβλιογραφία, όπου καταγράφουμε τις πηγές και τα βοηθήματα που χρησιμοποιήσαμε.


3. Παραθέματα και παραπομπές

Από τις πηγές και τα βοηθήματα που θα μελετήσουμε, θα χρησιμοποιήσουμε στοιχεία και πληροφορίες για τη σύνταξη της δικής μας έρευνας. Όταν συντάσσουμε την εργασία μας θα χρειαστεί να παραθέσουμε αποσπάσματα από τις πηγές μας, αλλά και από τα βοηθήματα. Ανάλογα με το είδος και τον τύπο της εργασίας, παραθέτουμε περισσότερο ή λιγότερο –πάντοτε όμως με μέτρο–, όταν κρίνουμε ότι το παράθεμα είναι απαραίτητο. Πρέπει πάντως να αποφεύγουμε πάση θυσία τις κοινοτοπίες. Είναι φυσικό ότι δεν πρέπει να παραθέτουμε μεγάλης έκτασης κείμενα.

Από τα βοηθήματα που θα χρησιμοποιήσουμε, παραθέτουμε αποσπάσματα, όταν είναι πραγματικά απαραίτητο. Όταν δηλαδή ενδυναμώνουν τον ισχυρισμό μας και ενισχύουν την επιχειρηματολογία μας. Τα παραθέματα και οι παραπομπές γίνονται για να δηλώσουμε την πηγή μας, να ενισχύσουμε και να επικυρώσουμε την άποψή μας και να επιτρέψουμε στον αναγνώστη να εντοπίσει τις πηγές μας.

Κάθε φορά που παραθέτουμε ένα απόσπασμα ή δανειζόμαστε μια πληροφορία, πρέπει να δηλώνουμε με ακρίβεια την πηγή μας. Είναι θέμα επιστημονικής δεοντολογίας και εντιμότητας. Σε αντίθετη περίπτωση υποπίπτουμε στο αδίκημα της λογοκλοπής.

Τα παραθέματα πρέπει να είναι πιστά. Αν θέλουμε να παραλείψουμε ένα μέρος τους, θα το δηλώσουμε με τρεις τελείες μέσα σε αγκύλες […]. Αν στο κείμενο που παραθέτουμε διαπιστώσουμε κάποιο ορθογραφικό λάθος ή άλλο σφάλμα, δεν το διορθώνουμε• για να δείξουμε όμως ότι δεν οφείλεται σε μας, σημειώνουμε μέσα σε αγκύλη το λατινικό επίρρημα sic, που σημαίνει ότι έτσι έχει γραφεί στο πρωτότυπο κείμενο. Η χρήση αυτή λειτουργεί κανονικά ως προφύλαξη, αλλά ενίοτε και ως ειρωνική υπογράμμιση. Η παραπομπή στο έργο κάποιου άλλου συγγραφέα πρέπει να είναι σαφής, ορθή και ακριβής. Δεν παραθέτουμε ποτέ αντλώντας από άλλο παράθεμα ούτε και από πηγή από δεύτερο χέρι, χωρίς να το δηλώσουμε.


4. Υποσημειώσεις

Οι σημειώσεις χρησιμοποιούνται για να επεξηγήσουν έννοιες, οι οποίες αν περιλαμβάνονταν στο κυρίως κείμενο θα διέκοπταν την κανονική ροή του και θα ζημίωναν τη συνοχή του. Χρησιμεύουν, επίσης, για να δηλώνουμε, όπως είπαμε, την πηγή του παραθέματος και για να δίνουμε πρόσθετες βιβλιογραφικές ενδείξεις για το θέμα που πραγματευόμαστε. Οι σημειώσεις μάς επιτρέπουν ακόμη να δημιουργούμε πρόσθετα παραθέματα και δευτερεύοντα σχόλια, να δίνουμε επιπλέον πληροφορίες για την υπόθεσή μας, χωρίς να βαρύνουμε υπερβολικά το κείμενό μας.

Η θέση των σημειώσεων μπορεί να είναι στο κάτω μέρος της σελίδας (υποσελίδιες σημειώσεις) ή και στο τέλος της εργασίας. Η τελευταία περίπτωση πρέπει να αποφεύγεται, γιατί δεν είναι καθόλου πρακτική. Όταν γράφουμε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, μπορούμε εύκολα να θέτουμε τις σημειώσεις μας στο τέλος της σελίδας με συνεχόμενη αρίθμηση. Είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος παραπομπής, γιατί ο αναγνώστης έχει αμέσως μπροστά στα μάτια του τη βιβλιογραφική αναφορά. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, τοποθετούμε στο κείμενό μας, στο τέλος της φράσης που αναφέρεται στη δάνεια ιδέα, έναν ανωφερή δείκτη¹,²,³… και στην υποσημείωση αναφέρουμε τα πλήρη στοιχεία. Το όνομα του συγγραφέα αρχικά, το επώνυμο στη συνέχεια κ.τ.λ. Στο τέλος της εργασίας, στη βιβλιογραφία, θα επαναλάβουμε τα έργα, αλλά με αλφαβητική σειρά• το επώνυμο πρώτα και το όνομα αμέσως μετά. Το σύστημα αυτό απαιτεί περισσότερη δουλειά εκ μέρους του συγγραφέα, αλλά σέβεται και διευκολύνει πραγματικά τον αναγνώστη.

Ένα δεύτερο σύστημα που προτιμούν κυρίως οι αγγλόφωνοι και το οποίο κερδίζει συνεχώς έδαφος και στην Ελλάδα, συνίσταται στο να δηλώνουμε μέσα στο κείμενο και στο σημείο που παρατίθεται η δάνεια πληροφορία, το επώνυμο του συγγραφέα, το έτος έκδοσης και τη σελίδα, μέσα σε παρένθεση. Τα υπόλοιπα στοιχεία μπορεί να τα βρει ο αναγνώστης στη βιβλιογραφία, στο τέλος της μελέτης. Η μέθοδος αυτή (του Πανεπιστημίου Harvard, όπως την έχουν ονομάσει) απαιτεί ελάχιστη προσπάθεια εκ μέρους του συγγραφέα και πολύ κόπο από τον αναγνώστη. Το σύστημα (συγγραφέας – χρονολογία) επιτρέπει να περιορίσουμε τον αριθμό των σημειώσεων, αλλά δεν μπορεί να είναι λειτουργικό, όταν η βιβλιογραφία στην οποία παραπέμπει, δεν είναι ομοιογενής και εξειδικευμένη. Εφαρμόζεται περισσότερο στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Δεν μπορούμε όμως να παραπέμπουμε με τη μέθοδο αυτή, όταν κάνουμε έρευνα στους τομείς της κλασικής φιλολογίας, για παράδειγμα. Δε συνηθίζεται να αναφέρουμε, λόγου χάρη, το όνομα του Αριστοτέλη, ένα έργο του και τη χρονολογία που το συνέγραψε! Βέβαια, πρέπει να πούμε πως, αν κάποιος επιλέξει την αριθμητική μέθοδο, μπορεί, όταν το κρίνει απαραίτητο, να αναφέρεται και σε ονόματα μέσα στο κείμενό του. Η πρακτική αυτή συνηθίζεται διεθνώς. Όποια μέθοδο, πάντως, και αν επιλέξουμε, πρέπει να την ακολουθήσουμε με συνέπεια και οι αναφορές μας να παρέχουν επαρκείς και σαφείς λεπτομέρειες.


5. Bιβλιογραφία:

Ο πλέον καθιερωμένος τρόπος βιβλιογραφικής παραπομπής είναι ο εξής:

Α. Βιβλία

• Ονοματεπώνυμο συγγραφέα ή συγγραφέων (ή του επιμελητή), με όρθια πεζά στοιχεία και σε ονομαστική πτώση

• πλήρης τίτλος έργου (με πλάγια στοιχεία)

• ένδειξη για τον τόμο (αν το έργο απαρτίζεται από δύο ή περισσότερους τόμους)

• εκδότης (αν αναγράφεται στο βιβλίο)

• τόπος έκδοσης• αν δεν υπάρχει στο βιβλίο σημειώνουμε χ.τ. (χωρίς τόπο)

• χρονολογία έκδοσης• αν δεν υπάρχει στο βιβλίο σημειώνουμε χ.χ. (χωρίς χρονολογία)

• ένδειξη σχετικά με την πιο πρόσφατη έκδοση που χρησιμοποιήσαμε (με έναν δείκτη ανωφερή μπρος ή πίσω 1939² ή ²1939)

• αριθμός σελίδων

• αν πρόκειται για μετάφραση, αναφέρουμε το όνομα του μεταφραστή, τον τίτλο στην ελληνική, τον εκδότη, τον τόπο έκδοσης και τη χρονολογία έκδοσης.

Παράδειγμα:

Fernand Braudel, Γραμματική των Πολιτισμών, μτφρ. Άρης Αλεξάκης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2001, σσ. 17-25.


Β. Άρθρα

• Ονοματεπώνυμο συγγραφέα, με όρθια πεζά στοιχεία και σε ονομαστική πτώση

• τίτλος άρθρου ή κεφάλαιο (με όρθια στοιχεία εντός εισαγωγικών)

• τίτλος περιοδικού (με πλάγια)

• τόμος και αριθμός τεύχους (ή φύλλου)

• χρόνος και, ενδεχομένως, μήνας

• σελίδες του άρθρου.

Παράδειγμα:

Ιπποκράτης Κάντζιος, «Χιούμορ και ειρωνεία στο ενδέκατο Ειδύλλιο του Θεοκρίτου και στη δεύτερη Εκλογή του Βιργιλίου», Ελληνικά 54 (2004), σσ. 49-62.


Γ. Κεφάλαια από Πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους

• Ονοματεπώνυμο συγγραφέα

• τίτλος κεφαλαίου (με όρθια στοιχεία εντός εισαγωγικών)

• στο: (in)

• όνομα του επιμελητή (αν υπάρχει)

• τίτλος συλλογικού έργου (πλάγια)

• αριθμός τόμου (ενδεχομένως)

• εκδότης, τόπος, χρονολογία, αριθμός σελίδων.

Παράδειγμα:

Ι.Ν. Καζάζης, «Αττική πεζογραφία», στο: M.Z. Kοπιδάκης (επιμ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1999, σσ. 68-69.


6. Συντομογραφίες

Οι κυριότερες συντομογραφίες για τις σημειώσεις και το κείμενο είναι οι εξής:


Eλληνικές Λατινικές

βλ. =βλέπε (όρα) v. / (q.v.) =vide / (quod vide)

βλ. αν. =βλέπε ανωτέρω v.s. =vide supra

βλ. κατ. =βλέπε κατωτέρω v.i. =vide infra

έκδ. -εκδ. =έκδοση/ εκδότης ed. =edidit (εξέδωσε) / editor, (eds).

κ. ά. =και άλλοι et al. =et alii

κ.α. =και αλλού et alibi et alibi

κ.ε. ή κ.εξ. =και εξής sq., sqq. ή seq., seqq. =sequens, sequentia

κ.λπ. ή κ.τ.λ. =και λοιπά / και τα λοιπά etc. =et cetera

ό.π. / ένθ’ αν. =όπου παραπάνω (ένθα ανωτέρω) loc. cit.

op. cit. =loco citato

=opere citato

πρβλ. =παράβαλε cf. =confer

π.χ. =παραδείγματος χάρη e.g. =exempli gratia

σ., σσ. =σελίδα (-δες) p., pp. =pagina (-ae)

σημ. =σημείωση n. =nota

στ. =στήλη col. =columna

στο ίδιο =στο ίδιο (αυτόθι) ibid. =ibidem

τόμ. =τόμος v. =volumen

υποσ. =υποσημείωση n. =nota

χ.τ. =χωρίς τόπο s.l. =sine loco

χ.χ. =χωρίς χρόνο s.a. =sine anno

χφ. χφφ. =χειρόγραφο (α) f., ff. =folio, folia

στχ. =στίχος v. =versus

στο λήμμα στο λήμμα s.v. =sub voce

μτφρ. =μετάφραση tr. =tr.

εικ. =εικόνα fig. =fig.

δηλ. =δηλαδή i.e. =id est

πιο πάνω =ανωτέρω supra =supra

πιο κάτω =κατωτέρω infra =infra

σποράδην =σποράδην passim =passim

τεύχ. =τεύχος fasc. =fasciculus


Σε περίπτωση πολλαπλών αναφορών στο ίδιο έργο δεν παραθέτουμε κάθε φορά όλα τα στοιχεία του βιβλίου. Χρησιμοποιούμε το ό.π. (=όπου παραπάνω), όταν παραπέμπουμε σε έργο που αναφέραμε προηγουμένως, ανεξάρτητα αν παρεμβλήθηκαν παραπομπές σε άλλους συγγραφείς. Γράφουμε, λοιπόν, το ονοματεπώνυμο του συγγραφέα, το ό.π. (το παλαιότερο ένθ’ αν. =ένθα ανωτέρω) –στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία το op.cit. ή loc. cit.– και τη σελίδα στην οποία θέλουμε να παραπέμψουμε. (π.χ. Παρασκευόπουλος, Ι., ό.π., σ. 15). Εάν χρειαστεί να παραπέμψουμε και πάλι στο ίδιο έργο, δηλαδή όταν πρόκειται για παραπομπή στο ίδιο έργο στο οποίο αναφερόταν η προηγούμενη υποσημείωση, γράφουμε στο ίδιο (αυτόθι, ibid.). Αν η αναφορά γίνεται σε διαφορετική σελίδα, τότε προσθέτουμε και τη σελίδα (στο ίδιο, σ. 117).

Γράφουμε Του ιδίου (= idem) όταν θέλουμε να δηλώσουμε το όνομα ενός συγγραφέα σε δεύτερη κατά σειρά παραπομπή χωρίς να έχει παρεμβληθεί άλλος συγγραφέας. Χρησιμοποιούμε το passim, όταν θέλουμε να παραπέμψουμε σε διάφορες σελίδες ενός έργου και όχι σε κάποια ή κάποιες συγκεκριμένες.

Χρήσιμες πληροφορίες για τις παραπομπές και τα σχετικά θέματα υπάρχουν στο ISO Standard 690: 1987 Information and documentation – Bibliographic references. Content, form and structure.


7. Ηλεκτρονικές βιβλιογραφικές αναφορές (παραπομπές)

Για τις αναφορές σε ψηφιακά δημοσιεύματα πρέπει να χρησιμοποιείται το διεθνές πρότυπο ISO 690-2 Information and documentation – Bibliographic references. Electronic documents ή το προτεινόμενο από την ΑΡΑ (American Psychological Association) σχήμα, για το οποίο ακολουθούν και ενδεικτικά παραδείγματα.

1. Άρθρα στο διαδίκτυο βασισμένα σε τυπωμένες πηγές.

Επί του παρόντος, η πλειονότητα των άρθρων που ανακτώνται από διαδικτυακές εκδόσεις, είναι ακριβή αντίγραφα των τυπωμένων πρωτοτύπων και είναι μάλλον απίθανο να έχουν συμπληρωματικές αναλύσεις και επιπρόσθετα δεδομένα. Αυτό είναι πιθανόν να αλλάξει στο μέλλον. Εν τω μεταξύ, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι ίδιες βιβλιογραφικές αναφορές για περιοδικά, αλλά εάν έχετε εξετάσει το άρθρο μόνον στην ηλεκτρονική του μορφή, θα πρέπει να προσθέσετε σε αγκύλες, μετά τον τίτλο του άρθρου, την ένδειξη [Ηλεκτρονική έκδοση] όπως στο ακόλουθο φανταστικό παράδειγμα:

VandenBos, G., Knapp, S., & Doe, J. (2001). «Role of reference elements in the selection of resources by psychology undergraduates» [Ηλεκτρονική Έκδοση]. Journal of Bibliographic Research, 5, 117-123.

Εάν αναφέρεστε σε άρθρο από δίκτυο για το οποίο έχετε λόγους να πιστεύετε ότι έχει αλλαχθεί (π.χ. η μορφή διαφέρει από την εκτυπωμένη εκδοχή, ή οι αριθμοί των σελίδων δεν αναφέρονται, ή ότι περιέχει επιπρόσθετα δεδομένα ή σχολιασμούς), θα χρειαστεί να προσθέσετε την ημερομηνία πρόσβασης στο έγγραφο και την ηλεκτρονική του διεύθυνση.

VandenBos, G., Knapp, S., & Doe, J. (2001). «Role of reference elements in the selection of resources by psychology undergraduates». Journal of Bibliographic Research, 5, 117-123. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης η 14η Φεβρουαρίου 2006, από http://jbr.org/articles.html

2. Άρθρα σε αποκλειστικά διαδικτυακό περιοδικό.

Fredrickson, B. L. (7 Μαρτίου 2000). «Cultivating positive emotions to optimize health and well-being». Prevention & Treatment, 3, Άρθρο 0001a. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης η 20ή Νοεμβρίου 2005 http://journals.apa.org/prevention/volume3/pre0030001a.html

3. Έγγραφο διαθέσιμο σε πανεπιστημιακό πρόγραμμα ή σε ιστοσελίδα πανεπιστημιακού τμήματος.

Chou, L., McClintock, R., Moretti, F., Nix, D. H. (1993). Technology and education: New wine in new bottles.’ Choosing pasts and imagining

educational futures. Ανακτημένο την 24η Αυγούστου 2000, από το Columbia University, και την ιστοσελίδα του Institute for Learning Technologies:

http://www.ilt.columbia.edu/publications/papers/newwine1.html

Εάν το έγγραφο περιέχεται μέσα σε μία μεγάλη και πολύπλοκη ιστοσελίδα (όπως αυτή ενός πανεπιστημίου, ή κρατικής υπηρεσίας), καθορίστε τον φιλοξενούντα οργανισμό και το σχετικό πρόγραμμα ή τμήμα πριν δώσετε την ηλεκτρονική διεύθυνση για αυτό καθ’ αυτό το έγγραφο.

4. Ηλεκτρονικό αντίγραφο άρθρου από περιοδικό, τρεις έως πέντε συγγραφείς, ανακτημένο από βάση δεδομένων.

Borman, W. C., Hanson, M. A., Oppler, S. H., Pulakos, E. D., & White, L. A. (1993). «Role of early supervisory experience in supervisor Performance». Journal of Applied Psychology, 78, 443-449. Ανακτημένο την 23η Ιανουαρίου 2006, από την Βάση Δεδομένων PsycARTICLES.

Όταν αναφέρεστε σε υλικό που έχει ληφθεί από αναζήτηση σε συνενωμένη Βάση Δεδομένων, ακολουθήστε την μορφή (διάρθρωση/μορφότυπο) που είναι κατάλληλη για την ανακτημένη εργασία και προσθέστε μία δήλωση ανάκτησης που δίνει την ημερομηνία ανάκτησης και το σωστό όνομα της Βάσης Δεδομένων


8. Γλώσσα και ύφος

Για να είμαστε πειστικοί και να μπορέσουμε να μεταδώσουμε σωστά τα αποτελέσματα της έρευνάς μας, πρέπει η εργασία μας να είναι γλωσσικά άψογη. Η σαφήνεια στη διατύπωση, η καθαρότητα και η ευκρίνεια στη γραφή είναι εκ των ων ουκ άνευ σε μια επιστημονική μελέτη.

Ο φοιτητής πρέπει να συνηθίσει να εργάζεται, κυρίως στο στάδιο της σύνθεσης, έχοντας δίπλα του κατάλληλα λεξικά, καθώς και το συντακτικό και τη γραμματική της νεοελληνικής γλώσσας. Τελευταία κυκλοφόρησαν ιδιαίτερα χρήσιμα λεξικά όπως το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Θεσσαλονίκη 1998). Πρόκειται, ουσιαστικά, για το πρώτο μεγάλο χρηστικό, ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Υπάρχει, επίσης, το Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, του Γιώργου Μπαμπινιώτη (Αθήνα 1998) και το Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας του Εμμ. Κριαρά (Αθήνα 1995). Γραμματικές και συντακτικά υπάρχουν πολλά. Μπορεί κανείς να αρκεστεί στα εγχειρίδια του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Αγ. Τσοπανάκη, του Χ. Τσολάκη και του Αχιλλέα Τζαρτζάνου. Χρήσιμα και πρακτικά είναι και τα δύο πονήματα της Ιωάννας Παπαζαφείρη, Λάθη στη χρήση της γλώσσας μας (εκδ. Σμίλη, τόμ. Α΄, Αθήνα 1996, τόμ. Β΄, Αθήνα 1997.). Πρόσφατα κυκλοφόρησε η Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, (επιμ. Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης), από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Αθήνα 1999).

Μελέτη, λοιπόν, και πάλι μελέτη. Για να ελέγξουμε τη γραφή είναι και θέμα προπόνησης. Το προσωπικό ύφος κατακτάται με τον καιρό. Εδώ περιοριζόμαστε σε γενικές συμβουλές. Δεν πρέπει να γράφουμε μακροσκελείς προτάσεις• θα είμαστε δυσνόητοι και θα κάνουμε λάθη. Μικρές προτάσεις και καθαρά νοήματα. Σοφόν το σαφές, έλεγαν οι Αρχαίοι, και είχαν δίκιο. Χρειάζεται προσοχή στη σωστή επιλογή των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιούμε• προσοχή, επίσης, στην ορθογραφία, στη σύνταξη, στη στίξη. Εκτός από τη σαφήνεια και τη λιτότητα στη διατύπωσή μας, τη δόκιμη χρήση της γλώσσας, είναι απαραίτητη επιπλέον και η λογική σειρά και η ενότητα στην παρουσίαση των ιδεών και των επιχειρημάτων.


Θεόδωρος Γ. Παππάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: